Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

Θηραμένης 2, 2, 16-23

Ο Θηραμένης είναι μια σημαντική πολιτική μορφή της Αθήνας που πρωταγωνιστεί στην Αθήνα μετά την ήττα της στους Αιγός Ποταμούς, κατά τη διάρκεια του διαστήματος της διαμόρφωσης των όρων της ειρήνης.
Πετυχαίνει με τις ρητορικές του ικανότητες να πείσει τον αθηναϊκό λαό να τον στείλουν στο Λύσανδρο
για να ξεκαθαρίσει τις διαθέσεις των Σπαρτιατών στο θέμα των τειχών,

ένα θέμα που αφορούσε ιδιαίτερα τους Αθηναίους, αφού η διατήρησή τους εγγυόταν την πολιτική ύπαρξη της πόλης.
Οι Αθηναίοι μη έχοντας πολλές επιλογές και, καθώς έχουν επικρατήσει οι ολιγαρχικοί μετά την ήττα της δημοκρατικής παράταξης, τον εμπιστεύονται, αλλά αυτός προδίδει με τον πιο αναίσχυντο τρόπο την εμπιστοσύνη τους,  ροκανίζοντας σκόπιμα το χρόνο που οδηγεί μέρα με τη μέρα όλο και πιο κοντά τους συμπολίτες του στο θάνατο. Άπονος και αδιάφορος στην αγωνία ανθρώπων που αργοπεθαίνουν, άνθρωποι με τους οποίους γεννήθηκε και ανατράφηκε, τους οδηγεί σε ένα αργό και βασανιστικό θάνατο – το χειρότερο ίσως- από λιμοκτονία. Δείχνει ικανός με αυτή του την πράξη να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε μέσο προκειμένου να πετύχει το σκοπό του, που δεν είναι άλλος παρά μια θέση εξουσίας στην αναμενόμενη ολιγαρχική κυβερνώσα τάξη. Ένας στόχος ατομικός που έρχεται σε σύγκρουση με τα συμφέροντα της πόλης που δε διστάζει να προδώσει εκμεταλλευόμενος την αδυναμία της για να αναδειχτεί στον πολιτικό στίβο. Είναι λογικό ότι το ψέμα στην καθυστέρηση είναι μια αναμενόμενη δικαιολογία για να καλύψει την απάτη του, πετυχαίνοντας όχι βέβαια με τη δύναμη της ψυχής του, αλλά με τα ρητορικά του τεχνάσματα και να πείσει τους συμπατριώτες του να του αναθέσουν μια τιμητική θέση στην επίσημη αντιπροσωπεία στη Σπάρτη για τη διαμόρφωση των όρων της ειρήνης.
Εκεί δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να σιωπά, αφού δε θέλει οι απόψεις του να έρθουν σε σύγκρουση με την ολιγαρχική Σπάρτη, η οποία θα συμβάλλει στην πολιτική του ανάδειξη. Εξάλλου το κλίμα της συνέλευσης, ακόμα και να ήθελε, δε θα επέτρεπε οποιαδήποτε αντίδραση, αφού οι ισχυροί σύμμαχοι της Σπάρτης μελετούν την ολοκληρωτική καταστροφή της Αθήνας. Ενώ εκεί διατηρεί παθητική και άβουλη στάση, όταν επιστρέφει στην Αθήνα,
δραστηριοποιείται στην εκκλησία του δήμου προκειμένου να πείσει τους Αθηναίους να αποδεχτούν τους ταπεινωτικούς και εξευτελιστικούς όρους της ειρήνης, προϊόν της διπλωματικής του δράσης. Προτιμά να κυβερνά πάνω σε ένα πολιτικό ερείπιο, αυτό που αποτελεί πια η Αθήνα, αρκεί να είναι αρχηγός, αντί να αγωνιστεί να διασώσει την πολιτική της ύπαρξη.
Και, όπως φαίνεται, οι συνθήκες είναι κατάλληλες για να κερδίσει ο Θηραμένης, ένα άτομο χωρίς πολιτικές αξίες, την πολιτική θεσούλα, στην οποία επιθυμεί να ανεβεί, για να αναδείξει το χαμηλό πολιτικό του ανάστημα.


Μια επίσκεψη στο παρελθόν

Κάθε φορά που επιστρέφω στο χωριό μου συναντώ το παρελθόν. Κάθε επίσκεψη ένα βάπτισμα στη μνήμη, στο χρόνο, στις αναμνήσεις. Κι όταν φεύγω νιώθω πολύ πιο πλούσια και πολύ πιο φτωχή: πλούσια για το μυστήριο της αναβίωσης του χρόνου και των αναμνήσεων, φτωχή για αυτό που πέρασε και δεν πρόκειται ποτέ πια να επιστρέψει το ίδιο.

Εκεί μόνο μπορείς να αναδιπλώσεις τον εαυτό σου, να τον αφήσεις ελεύθερο να περπατήσει στις παλιές στράτες με βήματα δειλά σαν τον προδότη που γύρισε μετανιωμένος έτοιμος να απολογηθεί, να προσκυνήσει το λιγοστό χώμα

που το άγιασαν οι άνθρωποι με το μόχθο τους πάνω στις πέτρες, στους γκρεμνούς που δεν άφησαν ούτε σπιθαμή να μην αναγνωρίσουν την αξία τους, να μην αφήσουν πάνω τους τον ιδρώτα και την αγωνία τους, να μην ακουμπήσουν τα τραχιά γρατσουνισμένα χέρια τους που είχαν γίνει παχιά και σκληρά, ένα με το περιβάλλον με το οποίο είχαν εξομοιωθεί. Η μυρουδιά της σκόνης, της καλαμιάς, του σκίνου, της χαρουπιάς, του πεύκου, του αλωνισμένου άχυρου ποτισμένη με τον ιδρώτα των ζώων και το δικό του.

Εικόνες που εγκατέλειψα, γιατί δεν μπορούσα τότε να μετρήσω το βάρος τους, όταν οι σειρήνες του «πολιτισμού» με καλούσαν κοντά τους και ο τόπος με στένευε ασφυκτικά μέσα στον ορίζοντα των βουνών του, στη φτώχεια της γης του, στην απομάκρυνσή του από τον «πολιτισμένο» κόσμο… Νεαρή με αίσθημα μειονεκτικότητας διψούσα να διώξω από πάνω μου το στίγμα της ταπεινής καταγωγής του άσημου τόπου που μόνο οι χάρτες με υψηλή κλίμακα είχαν καταχωρίσει, για να πάρω αξία, αγνοώντας τις δικές μου υποχρεώσεις .

Τώρα θέλω να περάσω απ’ όλους τους τόπους, να ξαναδώ τη μορφή εκείνων που διαμόρφωσαν τη ζωή και τη σκέψη μου. Θέλω να περάσω από κάθε τόπο να δω τις αιωνόβιες ελιές με τις πληγές τους από το χρόνο, από τις θύελλες, τις χιονιές και από το ίδιο τους το βάρος να στέκουν εκεί και να περιμένουν, να συνεχίζουν την πορεία τους στο χρόνο χωρίς να απορούν, χωρίς να ρωτούν, αλλά να συνεχίζουν αδιαμαρτύρητα να μιλούν και να διδάσκουν μόνο με την παρουσία τους. Χωρίς θόρυβο, μόνο με το θόρυβο που κάνει ο αέρας περνώντας μέσα από τα κλαδιά τους, με το χάδι του ή την ορμή του, υπομένοντας, αποδεικνύοντας τη νίκη τους με την επιβίωσή τους ή την ήττα τους, για την οποία κανείς δε θα κλάψει παρά μόνο ο άνθρωπος που έχασε μια πηγή οικονομικής απολαβής …

Εδώ και ο χιονιάς έρχεται αγκαλιά με το χαμόγελο του ήλιου. Δύσκολο να το συναντήσεις αλλού∙ μόνο στο νότο η μεγαλύτερη μπόρα όσο μακριά κι αν είναι σε παρηγορεί αμέσως μετά το πέρασμά της με το αισιόδοξο φως του ήλιου. Μόλις ανοίξεις την πόρτα, ο ήλιος σου χαμογελά εγκάρδια πάνω από τα Λευκά Όρη ή σου κλείνει πονηρά το μάτι ξεφεύγοντας μέσα από τα σύννεφα, για να σου πει ότι είναι πάντα εκεί και θα είναι αυτός που θα νικήσει τελικά, απλώς αφήνει στους άλλους την ψευδαίσθηση ότι είναι οι προσωρινοί νικητές κι ότι εσύ απλά πρέπει να του έχεις εμπιστοσύνη και να τον περιμένεις υπομονετικά.

Οι άνθρωποι συνήθως μένουν στην υλική αξία των πραγμάτων αγνοώντας την άλλη, την πραγματική, η γνώση της οποίας συνιστά τη γνώση της ίδιας τους της ζωής. Η απομάκρυνση και η φυγή μας από τη φύση μάς στερεί, εκτός από την ομορφιά της, την εσωτερική μας ανάταση, τη μέθεξη στο μυστήριο της ζωής, τη μοναξιά του αποδιωγμένου, όπου ο διωγμένος είναι ο ίδιος διώκτης του εαυτού του.

Αυτή τη δύναμη πήραν τόσες γενιές ανθρώπων χωρίς πληρωμένες σπουδές σε ονομαστά πανεπιστήμια του εσωτερικού ή του εξωτερικού, χωρίς παπύρους και περγαμηνές, με τη δωρεά της φύσης και της ίδιας της ζωής που προσφέρει χωρίς να απαιτεί, που τιμωρεί σιωπηλά, αν δε μάθεις το μάθημά της.

Είναι σαν ένα γλυκό και μακρινό παραμύθι που ακούσαμε στα παιδικά μας χρόνια, ένα ζωντανό παραμύθι όμως, γιατί όταν ανοίγεις τα μάτια ο τόπος δεν έχει μεταμορφωθεί: παραμένει εκεί με μικρές ή μεγάλες αλλαγές από τον καιρό και τον άνθρωπο. Του λείπουν όμως οι άνθρωποι που μπορείς να πας και να τους συναντήσεις στο νέο τους χωριό, στις νέες αιώνιες πολυτελείς κατοικίες τους κι ας έζησαν τη ζωή τους μέσα στη φτώχεια χωρίς να τη βλέπουν και να τη συνειδητοποιούν, γιατί δεν είχαν γνωρίσει κάτι άλλο, αλλά και γιατί ο πλούτος της καρδιάς τους που άγγιζε τις άλλες καρδιές δεν άφηνε τόπο κενό και άδειο.

H εξομολόγηση μιας τελείας

«Την «εξομολόγηση μιας τελείας» ευτύχησα να την ακούσω φέτος το χειμώνα στο Ηράκλειο από τον ίδιο το Λουδοβίκο μ’ εκείνη τη λεπτή αίσθηση αντίληψης των πραγμάτων που διαθέτει.

Η εξομολόγηση μιας τελείας.
Ήθελα να έχω πιο πολύ μπόι
μ ‘ενοχλεί που πάντα μπροστά μου
υψώνεται ένα κεφαλαίο γράμμα.
Είμαι χαρούμενη που οι ερωτευμένοι
δεν με ξέρουν και περήφανη
που με επιλέγει η σιωπή.

Στα νιάτα μου έκανα και εγώ
την επανάστασή μου
και το μόνο που κατάφερα
ήταν να γίνω μια άνω τελεία.
Όσο για το όνομα μου..
ήθελα ο τόνος να είναι στο έψιλον.

Το ερωτηματικό γυρνάει και της λέει:
κρυφάκουσα την εξομολόγησή σου
και θέλω να σου πω πως
εγώ στο σπίτι μου σε έχω κορώνα.
Ψηλά, ψηλά στον τοίχο ένα καρφάκι
και από κάτω ένα γαντζάκι
να κρεμούν οι άνθρωποι τις απορίες τους.
Λουδοβίκος των Ανωγείων

Για τα σημεία στίξης, από πού να αρχίσει κανείς και πού να τελειώσει…

Μιλούν με τη σιωπή, με την παρουσία και την απουσία σους με τη μηδαμινή έκτασή τους με την παραίτησή τους σ’ εμάς που αποφασίζουμε αν , πότε και πώς θα τα χρησιμοποιήσουμε. Είναι εκεί και περιμένουν. Εμάς. Υπομονετικά. Παθητικά ίσως. Με φόβο και ανησυχία. Ίσως και με ελπίδα να τους δώσουμε φωνή. Να δικαιώσουν την ύπαρξή τους. Να βγουν από την αφάνεια. Υπάρχουν όσο υπάρχουμε, όσο τα γνωρίζουμε κι όσο τα χρησιμοποιούμε.

Υπάρχουν κι εδώ ισχυροί και αδύναμοι. Αυτοί που έχουν το απόλυτο δικαίωμα να κλείσουν την πόρτα σ’ ένα δωμάτιο της σκέψης και ν’ ανοίξουν ένα άλλο. Άλλα αποτελούν απλώς υπηρετικό, βοηθητικό προσωπικό που εξυπηρετούν τους ανώτερους. Σύντομος ή μακρύς (μακροπερίοδος) ο λόγος που εμπεριέχεται ανάμεσα σε δυο ισχυρά σημεία στίξης (τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό). Ας ξεκινήσουμε με τους ισχυρούς λοιπόν. Ούτως ή άλλως πάντα έτσι δε συμβαίνει στη ζωή μας;

Τελεία… Ποιος θα το’ λεγε ότι αυτή, η τόσο ασήμαντη, η τόσο μικρή, που τοποθετείται τόσο χαμηλά, που θα μπορούσε κανείς να την προσπεράσει χωρίς να τη δει, είναι η βασίλισσα όλων. Σίγουρα η τελεία είναι το σημείο που ξέρουν οι περισσότεροι να χρησιμοποιούν. Και το χρησιμοποιούν παντού σα να μπορεί, και μπορεί, να κάνει τα πάντα, να πάρει τη θέση όλων των άλλων, εκτός ενός: του ερωτηματικού.

H συχνή χρήση του μετά από λίγες λέξεις κάθε φορά, σου επιτρέπει να αντιληφθείς την έμφαση που αποκτούν πρόσωπα και πράγματα, το ταραγμένο και έντονα συναισθηματικό φορτίο, να ακούσεις το λαχάνιασμα των συναισθημάτων, την αγωνία, το φόβο. Εκεί η τελεία, ως μοναδικός πρωταγωνιστής, έχοντας διώξει κάθε άλλον, επιτελεί το έργο μόνη της, αφεντικό υψηλού επιπέδου, η βασίλισσα που διατάζει τις λέξεις να πάρουν το νόημα που εκείνη τους δίνει χωρίζοντάς τις, απομονώνοντάς τις, τέμνοντας το λόγο σε μικρές μερίδες για να είναι εύπεπτος από τους πολλούς ή να παρέχεται σε μερίδες ικανές να χορτάσουν παρέχοντας όλα τα θρεπτικά στοιχεία της σκέψης και του συναισθήματος. Η θέση του από την άλλη στο τέλος ενός μεγάλου χωρίου, που επιτρέπει στις παραδουλεύτρες να κάνουν την πολλή δουλειά, κάνει το λόγο να μοιάζει με δέντρο που οι κλώνοι του μπλέκονται , συνδέονται, συναρτώνται, όπου κάθε τμήμα έχει το δικό του ρόλο, αλλά όλα αποτελούν ένα ενιαίο αδιάσπαστο σύνολο.

Πολλοί βέβαια προσθέτουν αμέσως μετά και μια παύλα, κόβοντας δρόμους και επαφές. Το ερώτημα είναι αν ο λόγος συνεχίζεται μετά απ’ αυτήν ή το τέλος είναι οριστικό.

Το θαυμαστικό δε μου φαίνεται τόσο χαρούμενο, αφού η γραμμή πάνω από την τελεία μού θυμίζει ρόπαλο που κατεβαίνει. Κι όταν το γράφουμε, δεν ξεκινάμε από κάτω προς τα πάνω, σα μια κίνηση να πετάξουμε στον ουρανό απ’ τη χαρά μας , αλλά από πάνω προς τα κάτω, σα να βαράμε με ένα σφυρί. Ίσως γι αυτό η χαρά δε μας φαίνεται τόσο γνήσια, ίσως γι’ αυτό δεν κρατά πολύ. Είναι σα μικρές σφυριές που αφήνουν πίσω τους μια πίκρα. Μόνο μπόι έχει και δημιουργεί εντυπώσεις και μεγάλες προσδοκίες. Σαν τη χαρά που πάντα είναι μικρότερη απ’ αυτή που περιμένουμε. Εν τούτοις επιμένουμε σ΄ αυτό το σημαδάκι ν΄ αναθέτουμε την ευθύνη να δηλώσει τη χαρά, την έκπληξη, αλλά και την απορία, το θαυμασμό, το φόβο, πάντα κάτι που προκαλεί μια ζωηρή κίνηση μέσα μας είτε θετική είτε όχι.

Ερωτηματικό: το μεγάλο βάσανο της ζωής μας. Πού να ήξερε, όταν μπαίνει μπροστά μας, σε πόσες φουρτούνες μάς ρίχνει. Αδιάφορο το ίδιο, δε νοιάζεται αν η ζωή μας μπαίνει σ’ ένα αδιάκοπο τρεχαλητό που διαρκεί όσο και ζωή μας, για να δώσουμε απαντήσεις για τις οποίες δεν υπάρχει καμιά σιγουριά ικανή να μας κάνει να επαναπαυτούμε. Ρωτά εκείνο και αδιαφορεί πώς θα χειριστούμε την παρουσία του. Αν θα δώσουμε μια βιαστική και πρόχειρη απάντηση ή αν θα αναλώσουμε τη ζωή μας, δίνοντάς της όμως ταυτόχρονα νόημα και σκοπό, για να βρούμε μια ή πολλές απαντήσεις. Αυτή η υπόγεια παρουσία του δεύτερου τμήματός του κάτω από τη γραμμή, η ύπουλη ίσως και σκοτεινή, είναι μαζί με το βασανιστικό μαρτύριο όμως και μια πρόκληση και μια κινητοποίηση να ξεφύγουμε από τον εφησυχασμό της τελείας. Απλά μας σπρώχνει στο δρόμο. Δεν ξέρουμε πού θα μας βγάλει. Πάντως μας σηκώνει από την καρέκλα ή τον αναπαυτικό καναπέ ή και το κρεβάτι της επανάπαυσης. Και τρέχουμε, τρέχουμε κι όπου μας βγάλει…

Η άνω τελεία, άγνωστη στους περισσότερους, σου λέει «περίμενε» και τρέμεις στα ελάχιστα δευτερόλεπτα της αναμονής για τη συμπλήρωση του νοήματος που μπορεί να είναι κι ο αντίλογος σ΄ όσα ελέχθησαν. Πάντως έχει τη δύναμη και τη δυναμική της. Ικανή να χωρίσει το λόγο στα δυο, σε «ημίκωλα», εκεί ψηλά, περήφανη και μόνη, γεμάτη σιγουριά αιωρείται στο κενό που δημιουργεί, αφού ξέρει ότι στέκεται στο ψηλότερο σημείο. Μετά από αυτήν θα αρχίσει πάλι η κάθοδος, το χαμήλωμα, η ολοκλήρωση που θα καταλήξει στην τελεία. Όσο όμως στέκεται στην κορυφή της, στην κορυφή της ημισέληνου, είναι η βασίλισσα της νύχτας των βασανιστικών μας σκέψεων.

Πιο αθώα η άνω και κάτω τελεία σε βάζει να σταθείς προσοχή για ν’ ακούσεις τον κατάλογο που θ’ απαριθμήσει. Ξέρεις πάντα ότι θα περιμένεις, δεν ξέρεις όμως τι να περιμένεις. Σίγουρα πάντως έχει εντιμότητα και ευθύτητα.
Κόμμα. Ο εφιάλτης εκείνων που πρέπει να μάθουν να το χρησιμοποιούν σωστά. Οι κανόνες ορίζουν τη ζωή του, αν και υπάρχει και κάποια ελαστικότητα στη χρήση του, την οποία δημιουργούν οι ισχυροί του λόγου, οι λογοτέχνες. Στο όνομα της «αδείας» τους, ανάμεσα στ’ άλλα, μπορούν να βάζουν κόμμα κι εκεί που δε χρειάζεται, μόνο και μόνο για να δώσουν έμφαση ξεχωρίζοντας νοήματα, χωρίς κανείς να μπορεί να τους κατηγορήσει, αλλά αντίθετα μάλιστα διατείνονται ότι πρόκειται για τους ειδικούς όρους της τεχνικής τους.

Είναι αυτό που μπαίνει παντού. Μπορεί να χωρίσει προτάσεις ή και όρους μιας πρότασης. Χωρίζει ισοδύναμες ή μη προτάσεις, κύριες με κύριες ή κύριες με δευτερεύουσες. Η ιεραρχία υπάρχει παντού. Η παρουσία του ή όχι κρίνει το ποιητικό δυναμικό της πρότασης που έπεται.

(συνεχίζεται)

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ, ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ

Αθήνα - Περικλής - Θουκυδίδης: τρεις λέξεις ερέθισμα - πρόκληση για τη σκέψη μας.

Αρχίζω να νιώθω κιόλας πολύ μικρή και ασήμαντη απέναντι σε αυτά τα γιγαντιαία ονόματα- θρύλους της παγκόσμιας ιστορίας. Κι από την άλλη πολύ τυχερή που θα μπορέσω να σταθώ για λίγο κοντά τους, να πάρω μια μυρουδιά από το άρωμα τους, που ξεπέρασε το φράγμα του χρόνου και έφτασε ως τις μέρες μας.

Αθήνα: Το τέλειο, το ιδανικό, η ομορφιά με όλα τα γράμματα κεφαλαία η αρμονία και η ισορροπία που εκφράζουν έναν αιώνα, ό,τι καλύτερο έχει να δείξει η ελληνική αρχαιότητα, η προσωποποίηση του κλασικού στην κορωνίδα της, το ζενίθ της, μια αναπνοή πριν αρχίσει η πτώση, εφόσον δεν υπάρχει πορεία πιο πάνω από το ψηλότερο σημείο.

Αυτό το θαύμα μάς κάνει να αναρωτηθούμε πώς δημιουργήθηκε, από ποια πρόσωπα και συνθήκες, αν ήταν τυχαίο ή το προκάλεσε μια δύναμη εξωτερική ή οι συγκυρίες. Με αυτή την έννοια, αν είναι μέσα στο περατό, στις ανθρώπινες δυνατότητες, το θαύμα μπορεί να επαναληφθεί; Τότε γιατί δεν επαναλήφθηκε, αλλά εμείς ως απόγονοι έχουμε κολλήσει και μηρυκάζουμε τη δόξα και τα κατορθώματα των προγόνων μας χωρίς να μπορούμε να τα πλησιάσουμε;

Γιατί, για να μην πάω παραπέρα, η Ευρώπη σκύβει με ευλαβική προσήλωση να μελετήσει τα κείμενα αυτά και τα έργα τέχνης γενικότερα με μια διάθεση Θείας Κοινωνίας, λες και είναι το αντίδωρο της προσπάθειας που καταβάλλει;

Κι εμείς κάνουμε τα πάντα για να απομακρυνθούμε, να μην πλησιάσουμε, να κλείσουμε τα μάτια να μη μας θαμπώσει η λάμψη τους, γιατί τόσο δυνατή λάμψη δεν την αντέχουμε…

Η δυσκολία του κειμένου είναι ένα πολύ καλό άλλοθι…

Είναι το τραγούδι άλλων σειρήνων θα μου πείτε…

Είμαστε εμείς που φεύγουμε χωρίς μια ματιά πίσω μας …

Μα δεν πρέπει να μας υποψιάσει καθόλου η στάση των άλλων απέναντι σ’ αυτά που εμείς περιφρονούμε; Το λιγότερο θα ήταν να μιλήσουμε για τα χρήματα από τον τουρισμό (γιατί αυτή είναι η μόνη αξία φαίνεται που αναγνωρίζουμε σήμερα) από τους επισκέπτες των μουσείων που φιλοξενούν δικά μας έργα που ομολογουμένως έχουν αγκαλιάσει με στοργή και φροντίδα. Η άρνησή τους να μας τα επιστρέψουν δεν μας υποψιάζει καθόλου; Δίνεις αυτό που η έλλειψή του δε σου στοιχίζει, ενώ κρατάς απεγνωσμένα εκείνο που δεν μπορείς να αποχωριστείς. 19 αίθουσες στο Λούβρο με ελληνικά εκθέματα. Το μουσείο περιλαμβάνει εκθέματα από πολλούς πολιτισμούς. Δύο τουλάχιστον δικά μας κλέβουν την παράσταση και τις καρδιές περισσότερο κι από τη Τζοκόντα του Λεονάρντο ντα Βίντσι: Η Αφροδίτη της Μήλου, που στο κάτω κάτω δεν είναι και το καλύτερο ελληνικό έργο τέχνης ούτε ανήκει στο χρυσό αιώνα, αλλά είναι μεταγενέστερο της κλασικής εποχής, και η Νίκη της Σαμοθράκης.

Ομολογουμένως οι ξένοι ξέρουν να εκτιμούν την ομορφιά. Οι περισσότερες μελέτες είναι από ξένους σε ξένη γλώσσα. Χιλιετίες τώρα υπάρχουμε στις σελίδες της Ιστορίας, γιατί κάποιοι άλλοι ασχολούνται μαζί μας. Σίγουρα δεν μπορούμε να επαναπαυτούμε ότι θα συνεχίσουμε να υπάρχουμε περιμένοντας οι άλλοι να συνεχίσουν να ασχολούνται μαζί μας.

Ας γυρίσουμε όμως πίσω. Η μηχανή του χρόνου μας μεταφέρει στο 431 π.χ. 2437 χρόνια ταξίδι σε λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου με τη μαγική δύναμη της ανθρώπινης σκέψης και μνήμης.

Η Αθήνα στην καλύτερη στιγμή της…

Ο Περικλής στην καλύτερη στιγμή του…

Ο Θουκυδίδης στην καλύτερη στιγμή του…

Ένα θαύμα που δεν έχεις την ευκαιρία να το παρακολουθήσεις συχνά. Ας προσπαθήσουμε να το ζήσουμε, να το αναβιώσουμε. Πρόκληση το ερώτημα αν μπορούμε να το επαναλάβουμε…

Πριν φτάσουμε τόσο μακριά, ίσως είναι στα όρια των δυνατοτήτων μας να το κατανοήσουμε, να το γνωρίσουμε.

Αλλά αμέσως αρχίζει ο δαίμονας του Ντεκάρτ να μας κεντρίζει ζητώντας μέσα από την αμφιβολία να επιβεβαιώσει τη στέρεη γνώση.

Όντως ήταν τόσο σπουδαία όλα αυτά;

· Όντως η δημοκρατική Αθήνα ήταν τόσο τέλεια;

· Όντως ο Περικλής λέει αλήθεια ή «τα φουσκώνει» λιγάκι για να κάνει τους εχθρούς του, τους Σπαρτιάτες, μιας και μόλις έχει αρχίσει ο πόλεμος, να χάσουν το ηθικό τους, και τους πολιτικούς του αντιπάλους να σκάσουν από το κακό τους και να εξασθενίσει την πολιτική αντιπαράθεση;

· Μήπως «τα φούσκωσε» κι ο Θουκυδίδης, γιατί στον επιτάφιο αυτό λόγο αυτό βρήκε την ευκαιρία της ζωής του να γράψει ένα έργο με το οποίο που θα περνούσε τις πύλες της αιωνιότητας;

Η αλήθεια είναι απόδειξη post quem ότι και τα 3 αυτά ονόματα (Αθήνα, Περικλής, Θουκυδίδης) γράφηκαν στην ιστορία με χρυσά γράμματα. Τι μας μένει να κάνουμε εμείς. Τι περισσότερο έχουμε να πούμε; Να κλείσουμε λοιπόν το στόμα και να το δεχτούμε όταν τόσοι αιώνες μελέτης επιβεβαιώνουν το θαύμα; Όχι! έχουμε και εμείς το δικαίωμα να σκεφτούμε, να κρίνουμε και να αμφισβητήσουμε. Αυτό δεν μπορεί να μας το αφαιρέσει κανείς. Ακόμα και αν μπορεί κάποιος να μας στερήσει το δικαίωμα της έκφρασης, δεν μπορεί να μας στερήσει το δικαίωμα της σκέψης. Κι επειδή αυτό που ζητά επιβεβαίωση ή δικαίωση είναι πολύ σπουδαίο, θα πρέπει η κριτική μας να είναι αμείλικτη. Το οφείλουμε στην ιστορία, στον εαυτό μας, στην αλήθεια στις επόμενες γενιές, γιατί αποτελούμε το συνδετήρα του παρελθόντος με το μέλλον. Αν θέλουμε να φτιάξουμε ένα παρανοϊκό σενάριο σύμφωνα με τα οποίο κάποιος αποφασίζει να καταστρέψει τον κόσμο και η άποψη που θα σχημάτιζε το μέλλον για το παρελθόν εξαρτιόνταν από αυτόν και μόνο, τι άποψη θα θέλαμε να αφήσουμε πίσω μας;

Το χρωστάμε στην ΑΛΗΘΕΙΑ, μια λέξη ιερή που σα χέλι ξεγλιστρά πολλές φορές από τα χέρια μας

Ας κάνουμε λοιπόν τη σύνθεσή μας, ας βγάλουμε την ετυμηγορία μας σ’ αυτή τη δίκη, πριν φύγουμε από το χώρο του σχολείου, όπου λειτουργήσαμε ως δικαστές – κριτές των ανθρώπινων έργων και λόγων. Κι αν βέβαια τώρα κάνουμε λάθος, καθένας δικαιούται να ασκήσει αργότερα έφεση. Χωρίς φόβο και πάθος, με συναίσθηση ευθύνης, ας αναλάβουμε το ενδιαφέρον μεν, αλλά δύσκολο καθήκον να κρίνουμε την ομορφότερη στιγμή, όπως μας λένε, του αρχαίου ελληνικού κόσμου, και ή να την απομυθοποιήσουμε, λέγοντας «α! τελικά δεν ήταν και τόσο σπουδαίο» ή να μείνουμε έκθαμβοι και να δούμε πώς θα κυλήσει η ζωή μας από δω και πέρα έχοντας δει τόση ομορφιά.

Πιστεύω σε σας: δεν έχετε ακόμα κανένα λόγο να φορέσετε χρωματιστά γυαλιά για να δείτε τα πράγματα. Με την καθαρότητα λοιπόν του βλέμματός σας, καθώς εγώ θα κρύψω τα δικά μου γυαλιά, για να μη σας επηρεάσω, λειτουργώντας με τις ερωτήσεις μου κάπως σαν την αλογόμυγα/ οίστρο του Σωκράτη, καλείστε να δείτε και να εξωτερικεύσετε την αλήθεια που έχετε μέσα σας, αν και το αγνοείτε. Γιατί δε θα κάνουμε τίποτε άλλο παρά να κωδικοποιήσουμε αυτά που μάθαμε τόσα χρόνια στα σχολείο και να γράψουμε τον επίλογο.

Επιτάφιος Περικλέους: η θεώρηση του κόσμου τότε και τώρα

Στον Κεραμικό, λοιπόν, 
την ώρα που αποχαιρετάς τους αγαπημένους σου ανθρώπους, αυτούς που δικαίωσαν τις αρχές και τις αξίες που επιτρέπουν στην πόλη να επιβιώσει, καλείται ο Αθηναίος πολίτης να δει τη ζωή του μέσα από το πρίσμα του θανάτου, να τη θαυμάσει, να δει το μεγαλείο της, τη λάμψη της, να διαβάσει τη δικαίωση στα μάτια αυτών που έρχονται για εμπορικούς ή άλλους λόγους χωρίς να μπορούν να κρύψουν πάντοτε τη ζήλια τους, να την κρίνει και να τη συγκρίνει, για να μπορέσει να συνεχίσει τη ζωή του.

Από τη μια το ανεξερεύνητο κενό του θανάτου που χάσκει κάτω σου, που οι Έλληνες δεν κατάφεραν να το δουν ποτέ χωρίς αποστροφή, και από την άλλη η λάμψη της ζωής που υψώνεται πάνω σου προσωποποιημένη στα λαμπρά ανθρώπινα έργα αφιερωμένα στους θεούς με την ψευδαίσθηση ότι έχεις εξασφαλίσει τη βοήθεια και τη συμπαράστασή τους κλείνει προκλητικά και δελεαστικά το μάτι.

Bιώνοντας το αίσθημα της απώλειας των αγαπημένων του προσώπων πρέπει να βρει δύναμη να συνεχίσει τη ζωή του και τον πόλεμο που μόλις άρχισε και, που όπως φαίνεται θα είναι μακρύς και σκληρός, καθώς μεταφράζεται ως αντιπαράθεση των δυο διαφορετικών μορφών του αρχαίου κόσμου, των δυο διαφορετικών τρόπων σκέψης της , όπως εντοπίζονται στη διαφορά των πολιτευμάτων: της ολιγαρχίας και της δημοκρατίας.

Ήταν οι πολίτες του κόσμου μέσα από τα χρώματα και τους στραφταλισμούς των μαρμάρων που υψώνονται στο πιο ψηλό σημείο της πόλης τους, εκεί που οι θεοί τους προστατεύουν, όταν το λιμάνι, οι δρόμοι και η αγορά γεμίζουν από ξένους που φέρνουν τα χρήματά τους, όταν στα διαλείμματα της άθλησης, στα νυχτερινά συμπόσια, όπου το νερωμένο κρασί μπόρεσε να απελευθερώσει τη σκέψη και να αποκρύψει τις πιο μύχιες ελπίδες, φόβους και ανησυχίες…

Εκεί που διασταυρώνονται οι απόψεις που συγκρούονται όχι πάντα με ηρεμία και ανεκτικότητα, όταν οι δίκες γραφής δημιουργούν μια υψηλή στοίβα φακέλων, όταν η άλλη άποψη εκδιώκεται (Αναξαγόρας) …

Όταν η σφαιρική γνώση μέσα από την αντιπαράθεση των δυο πλευρών ερμηνεύεται ως προσπάθεια χρηματισμού σε μια Αθήνα που έχει αφαιρέσει και το δέρμα των συμμάχων της και όχι μόνο τα πορτοφόλια τους…

Όταν δε θα αργήσει να έρθει η μέρα που ο άνθρωπος σύμβολο της ελεύθερης σκέψης έκφρασης και αναζήτησης θα φορτωθεί ως εξιλαστήριο θύμα τα λάθη όλων ως άλλος Χριστός, χωρίς να φέρει όμως την ανάσταση, όταν οι πολιτικές δολοπλοκίες ερμηνεύονται εύκολα μέσω του DNA που φτάνει ως τις μέρες μας, αφήνοντας τις πόλεις άδειες και στέλνοντάς τους στα πέρατα του κόσμου να επιβιώσουν…

Όταν οι δυνατοί ιμπεριαλιστές σφάζουν, πουλούν, κλέβουν πώς ακούγεται στα αυτιά του αθηναίου πολίτη ο λόγος του Περικλή; Η λάμψη του μεγαλείου έχει καθησυχάσει τις ένοχες φωνές της συνείδησής τους, έχει κρύψει τα σκοτάδια της βαρβαρότητας;

Η εκμετάλλευση των δούλων επιτρέπει να πατήσουν το πόδι τους περήφανα πάνω στο πτώμα που δημιούργησαν για να μπορέσουν να επιβιώσουν όταν μόνο αδύναμες φωνές έχουν μιλήσει γι αυτούς που back stage έχουν θέσει τις βάσεις αυτού του μεγαλείου, χωρίς τους οποίους οι Αθηναίοι θα ήταν υποχρεωμένοι να αναλώνονται στις βιοτικές μέριμνες που δε θα τους άφηναν χρόνο και ψυχική δύναμη να πετάξουν τόσο ψηλά , αλλά θα τους είχαν προσδεμένους στα γρανάζια της πεζής επιβίωσης .

Όταν το άτομο δεν έχει συνειδητοποιήσει τους όρους και τα όρια της ζωής του, αλλά αγωνίζεται σε ένα μοναχικό δρόμο που στοχεύει στην προσωπική του ανάδειξη χωρίς να καταφέρνει να ισορροπεί παρά μόνο με το σθεναρό διπλωματικό χειρισμό ενός φωτισμένου ανθρώπου, που μόλις έλλειψε φάνηκαν αμέσως τα σημάδια της απουσίας του…

Η ελευθερία που θα επιτρέψει στο άτομο να φτάσει ψηλά προϋποθέτει μια ώριμη προσέγγιση της ζωής με αποδοχή των ορίων της ευθύνης, σεβασμό των άλλων, συνεργασία και συμπόρευση.

Όταν το εγώ κινημένο από το θράσος της προσωπικής ανύψωσης και όχι ανάτασης έφτασε πολύ ψηλά χάνοντας την επαφή του με τη βάση, αναγκαστικά βρέθηκε μετέωρο σε άγνωστους ουρανούς, χωρίς το σκοινί που θα το κρατούσε στέρεα προσδεμένο στο έδαφος.

Στους αντίποδες η Σπάρτη, όπου το άτομο έχει εξαφανιστεί μέσα στο σύνολο, αλλά το σύνολο αυτό μπορεί να προχωρεί ενωμένο, καθώς έχει διαμορφώσει και αναπτύξει τους συνεκτικούς αρμούς ανάμεσα στα μέλη της που μπορούν να τους επιτρέπουν να κινούνται κρύβοντας και ελέγχοντας το φόβο του θανάτου, πράγμα που τους επιτρέπει στη συνέχεια να βλέπουν και να ρυθμίζουν τα της ζωής ισορροπώντας ανάμεσά τους.

Τελικά καλείσαι να επιλέξεις ανάμεσα στη στέρηση της προσωπικής ελευθερίας προς χάριν του συνόλου που θα σου επιτρέψει να ζήσεις ισορροπημένα εντός αυτού ή ελευθερία χωρίς όρια που εξαρθρώνει τη σχέση σου με τους άλλους αφήνοντας το άτομο έκθετο και απροστάτευτο, ώστε σε λίγο η κατάρρευση της πόλης θα το παρασύρει στη ροή της. 
   Πού βρίσκεται η χρυσή τομή ανάμεσα στους δυο αυτούς διαφορετικούς τρόπους ζωής, από την ακραία στέρηση της ελευθερία ως την ακραία χωρίς φραγμούς ελευθερία; Και βέβαια χρυσή τομή δε σημαίνει ακριβώς το κέντρο , ίσο μοίρασμα, σημαίνει ότι το ένα από τα δυο τμήματα πλεονεκτεί και υπερτερεί ελάχιστα μεν, ώστε να μη γίνεται έντονα αντιληπτή η διαφορά. Αν είναι έτσι, το προβάδισμα, την ισορροπία και την αρμονία θα πρέπει να το δώσουμε στο εγώ ή στο εμείς, στο άτομο ή στο σύνολο; Φαντάζομαι ότι κρίνοντας και μόνο εκ του αποτελέσματος η απάντηση έχει δοθεί, διαβάζοντας τα λάθη της δημαγωγίας και των πολιτικών φιλοδοξιών

Αλλά αυτό λέει η θεωρία… Στην πράξη, όμως, πόσο διατεθειμένος είναι κανείς να εφαρμόσει αυτή τη χρυσή τομή στη ζωή του, όταν ζει στην 3η χιλιετία μ.Χ. , όταν το ενδιαφέρον μας για τη δημοκρατία αναλώνεται στους τύπους και όχι στην ουσία της, όταν τη θυμόμαστε μόνο όταν πρόκειται με την παραβίαση των αρχών της να τονίσουμε το δικό μας ρόλο;

Σίγουρα θα πρέπει να ένιωθε πάρα πολύ περήφανος ο Αθηναίος πολίτης που άκουγε αυτό το εγκώμιο της πόλης του και που πιθανόν στα αυτιά του μεταφραζόταν ως εγκώμιο του εαυτού του με την προσωπική συμμετοχή που ενέχει η δημοκρατία. Έτσι ο λόγος από επιτάφιος ουσιαστικά μετατρέπεται σε προσωπικό εγκώμιο του Αθηναίου πολίτη. Τι ώθησε άραγε τον Περικλή και μάλιστα αυτή τη δεδομένη στιγμή να πλάσει το εγκώμιο μιας πόλης που στο μεγαλύτερο μέρος είναι δημιούργημα δικό του; Με την οξύνοια και τη διορατικότητα που τον διακατείχε είχε διαβλέψει ότι αυτή η λάμψη δε θα διαρκούσε πολύ και ήθελε ως κύκνειο άσμα στον εαυτό του και στην πολιτεία να το αφήσει πίσω του.

Ένας Περικλής, όμως, που «άστραφτε και βροντούσε» και δε δίσταζε να πει τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη, πώς αναλώνεται σε μια άνευ όρων κολακεία της πόλης και των πολιτών; Θα πρέπει βέβαια να ανιχνεύσουμε πίσω από την κολακεία την αίσθηση αδυναμίας ως κίνητρο και να υποθέσουμε ότι ο Περικλής είχε οσμιστεί το τέλος που δε θέλησε να πει με ωμά λόγια, γατί ήξερε ότι οι συμπολίτες του δεν ήταν ακόμα προετοιμασμένοι ν’ ακούσουν και ν’ αντέξουν ή που έλπιζε ότι δε θα έφτανε τόσο γρήγορα και που είχε την ευτυχία να μην προλάβει, καθώς το δικό του τέλος προηγήθηκε της πόλης του.

Όταν πολύ λίγα χρόνια αργότερα και μετά το θάνατο του Περικλή, ο Αριστοφάνης, εκφραστής του μέσου Αθηναίου πολίτη, αηδιασμένος από την αποφορά της δημαγωγίας και του ατομικισμού, θέλησε να πάρει όχι απλώς τα βουνά, αλλά να αφήσει κάθε στέρεη βάση πίσω του που δε θα του θύμιζε τίποτα πια από αυτό το μεγαλείο διεκδικώντας μια θέση κι αυτός στην πολιτεία των πουλιών με τους Όρνιθες 414 π.Χ., καθώς φαίνεται, η σήψη είχε ήδη προχωρήσει, η μυρουδιά είχε αρχίσει να εξαπλώνεται και τα λόγια του Περικλή για τον υποψιασμένο Αθηναίο πολίτη ακούγονται ως όχι «κοιτάξτε τι έχετε» , αλλά «κοιτάξτε τι θα χάσετε».

Δεν πέρασαν πολλές δεκαετίες και η καλλιτεχνική φυγή του Αριστοφάνη επαναλήφθηκε σε μια νέα μορφή της με σοβαρότερο ένδυμα που ταυτίζεται με το πολιτικό: η πολιτική φιλοσοφία του Πλάτωνα δεν είναι παρά η επίσημη φυγή από την πολιτική πραγματικότητα της Αθήνας που διαπιστώνοντας τα λάθη της δεν την κρίνει βιώσιμη πια, χωρίς βέβαια να καταφέρνει στα ερείπια της γκρεμισμένης δημοκρατίας να οικοδομήσει μια υλοποιήσιμη νέα πολιτική τάξη, έστω κι αν με τη λάμψη της σκέψης του κατάφερε στο πέρασμα πολλών αιώνων ομολογουμένως ο Πλάτωνας να πείσει πολλούς, ίσως ακόμα και σήμερα, ότι μια τέτοια πολιτεία θα ήταν βιώσιμη.

Μα το θέμα δεν είναι η απογείωση του Αριστοφάνη και η φυγή του Πλάτωνα στους αρκετά εύθραυστους ουρανούς της φαντασίας. Το ερώτημα είναι πώς παραμένεις στη γη καταφέρνοντας να ζεις μέσα στα πράγματα, να τα βλέπεις, να μην τα αποδέχεσαι και να τα αλλάζεις, πώς είναι άραγε υλοποιήσιμη η σύζευξη του ρεαλισμού με τον ιδεαλισμό. Όσο κι αν ο Πλάτωνας επεδίωξε την πιο αντικειμενική εκδοχή του ιδεαλισμού, οι σκέψεις του δεν είναι τίποτε άλλο παρά λόγια του αέρα, και αν έχουν κάποια αξία, είναι στο ότι μας επιτρέπουν να προβληματιζόμαστε όχι πώς θα φύγουμε μακριά πηγαίνοντας σε ένα ανύπαρκτο ιδανικό τόπο όπου όλα είναι τέλεια , αλλά πώς θα μπορέσουμε να εφαρμόσουμε τις εξιδανικευμένες λύσεις της εδώ και τώρα.

Φαίνεται, αν κρίνουμε από τους κυματισμούς που άφησε πίσω του η σκέψη του Πλάτωνα, ότι η ανάγκη της φυγής του ανθρώπου από την ασφυκτική του πραγματικότητα, δυνάμωνε στο πέρασμα των αιώνων παρά τη φιλότιμη συνδρομή της επιστήμης. Όμως η επιστροφή σ’ αυτόν δεν ήταν παρά μια παιδική παρόρμηση να ακούσουμε ένα ωραίο παραμύθι πριν μας πάρει λυτρωτικά ο ύπνος απομακρύνοντάς μας από αυτά που μας πονούν και μας βασανίζουν, αντί να ανοίξουμε διάπλατα τα μάτια μας, όσο κι αν μας τσούζει το δυνατό φως, όσο κι αν αυτά που βλέπουμε μας γεμίζουν φρίκη.

Πριν κυριαρχήσει το αίσθημα του πανικού και αν καταφέρουμε να το αποφύγουμε, αν βρούμε τη δύναμη να αντέξουμε, πριν νιώσουμε ότι η αναπνοή μας τελειώνει και οι δυνάμεις λιγοστεύουν το ζητούμενο είναι να μπορέσουμε με δυνατές ανάσες οξυγόνου που θα ζωογονήσουν το σώμα και το μυαλό μας να προλάβουμε να αρπάξουμε το χέρι του διπλανού μας, να αντλήσουμε και να δώσουμε, να ανταλλάξουμε τις λιγοστές μας δυνάμεις, που με την πρόσθεση θα πολλαπλασιαστούν, και να μείνουμε εδώ κοιτώντας κατάματα την πραγματικότητα, έτσι όπως τη φτιάξαμε ή όπως την έφτιαξαν άλλοι για μας, αγωνιζόμενοι μέχρι τέλους, μη έχοντας εξάλλου άλλη επιλογή απ’ αυτή.

μινωικά νεώρια - έπαυλη Νίρου

Ο ήλιος στέλνει τις τελευταίες πύρινες αχτίνες του. Τώρα που βράδιασε ο μέγας αρχιερέας της έπαυλης περνά το πολύθυρο που βγάζει στη δυτική πύλη , η οποία έχει πρόσοψη προς το βορρά. Καθισμένος εκεί απολαμβάνει με ηρεμία το τέλος μιας ακόμα όμορφης μέρας. Οι ήχοι των νεωρίων τέτοια ώρα λιγοστεύουν, καθώς οι εργάτες, μετρώντας την ώρα με το μπόι του ήλιου, είχαν σχολάσει.

Σε απόσταση 50 μέτρων από το βόρειο τοίχο της έπαυλης το κύμα στέλνει πρόθυμα τα πορφυρά φιλιά του στην ακτή. Αφροί που πλάθουν χιλιάδες σχήματα που κανένα δεν είναι όμοιο με άλλο. Μια χιλιοειδωμένη εικόνα που καθηλώνει το μάτι, που κανείς δε βαρέθηκε, που κανένας δε χόρτασε, φαινομενικά ίδια, πάντα διαφορετική. Καθώς όμως η μέρα μεταμορφώνεται σε τόνους του γκρίζου, ο ήχος δυναμώνει σκιάζοντας την όραση. Είναι η ώρα των τυφλών να εξομοιωθούν με τους υπόλοιπους προνομιούχους του γήινου κόσμου. Είναι η ώρα να ανοίξουν τις πύλες τους οι αισθήσεις που μένουν αδικημένες από το δυναμισμό της. Ήχος σιγανός σαν ερωτικός ψίθυρος, άλλοτε ήρεμος σα φιλική κουβεντούλα και άλλες φορές εκκωφαντικό μούγκρισμα των κυμάτων με τα βράχια σαν πάλη προαιώνιων εχθρών. Μια μουσική που δε χορταίνει καμιά ακοή, που δεν κουράζει κανένα αυτί. Το κύμα αιωρούμενο σε ιπτάμενες στάλες έρχεται να ποτίσει το δέρμα σου και η αρμύρα του να εισχωρήσει στην πιο κρυφή καμπύλη του κορμιού. Ξέπνοος από τη σφοδρότητα της επίθεσης με τις αισθήσεις σε εγρήγορση, σε μια ερωτική σχεδόν συνεύρεση, σε θέση λαβειν απολαμβάνεις τη δωρεά της φύσης, που κανένα δώρο δεν μπορεί να συναγωνιστεί την αξία του.

Καινούρια καράβια είχαν ριχτεί εκείνη τη μέρα στη θάλασσα. Ο μέγας αρχιερέας με ευχές και προσευχές τα είχε ευλογήσει βυθίζοντας τους ιερούς πελέκεις στα κύματα για να κόψουν με τη δίκοπη επιφάνειά τους την ορμή τους και να προοιωνίσουν εύπλοια. Το παρθενικό βάπτισμα συνοδεύτηκε από ενθουσιασμό και πολλές ελπίδες.

Ο παφλασμός του κύματος στην επαφή του με τα νέα σκαριά σκέπασε τους φόβους του ταξιδιού και μαζί με τους γλάρους συνόδευσε τη φαντασία στους δρόμους της άγνοιας που επιδιώκει να γίνουν βατοί και με το σώμα, αφού πρώτα η σκέψη τριγύρισε πάνω τους, εισχώρησε μέσα τους, περπάτησε γύρω τους: η τόλμη της αναμέτρησης με το κύμα, με τον καιρό και το άγνωστο. Η αίσθηση της ελευθερίας, της απώθησης του δεδομένου και του τετριμμένου, του εφησυχασμού και της επανάπαυσης, της στέρησης των οριζόντων, της καθήλωσης του νου, που αναζητεί τους γλάρους του στους ουρανούς της διαφυγής από τα όρια της συνήθειας. Η ομιλία του νερού με τα στοιχεία της φύσης: Ο έρωτας μεταξύ τους όλο παιχνίδι και πάθος που κυμαίνεται από την τρυφερότητα ως την αγριάδα.
Μια επιλογή γεμάτη εναλλαγές, αντιθέσεις και μεταμορφώσεις:
Η ηρεμία με η φουρτούνα: Η ένταση και η ηρεμία
Το ρηχό και το βαθύ: Το επίπεδο και το ανισόπεδο
Το μπλε και το γαλάζιο: Το νερό και ο αέρας

Ναι, είναι αλήθεια, ένα μεγάλο μέρος των εσόδων από το ναυτικό εμπόριο θα σωριαζόταν στις αποθήκες του βασιλιά, ενώ οι ίδιοι θα καρπώνονταν την εμπειρία του ταξιδιού, την ένταση και την αγωνία, την τόλμη και την αποφασιστικότητα που σκίαζε το φόβο και την αρμύρα και αντάμειβε με εικόνες άγνωστης ομορφιάς, γιατί όσες φορές κι αν πήγαινες, πάντα θα έβρισκες κάτι καινούριο σ΄ αυτό τον απέραντο κόσμο, του οποίου η άκρη δε φαινόταν πουθενά. Ταξιδεύοντας προς τις χώρες που ανατέλλει ο ήλιος είχαν την ελπίδα να τον πλησιάσουν, να βρουν την πηγή του, να συναντήσουν την αρχή του κόσμου, απ’ όπου προέρχονταν τόσα αγαθά.

Ένας κόσμος τόσο διαφορετικός από το δικό τους. Άνθρωποι μαυρισμένοι από τις κατακόρυφες αχτίνες του ήλιου, που δεν τολμούσαν να κοιτάξουν στα μάτια το βασιλιά τους, γιατί τον θεωρούσαν θεό και του έχτιζαν τεράστιους ναούς που προκαλούσαν δέος με τη μεγαλοπρέπεια και το μέγεθός τους. Όχι ότι τα δικά τους υστερούσαν σ’ αυτό, αλλά μπορούσαν να το πετύχουν με λιγότερο κόπο και χρήματα και χωρίς να χρειάζονται να δουλέψουν τόσοι άνθρωποι. Τεράστια κτίρια που έκρυβαν τον ουρανό για να θάψουν έναν άνθρωπο. Γυρίζοντας πίσω θα είχαν να λένε, να κρίνουν και να συγκρίνουν κι οι άλλοι θα κρέμονταν από τα χείλη τους . Όχι ότι είχαν να ζηλέψουν τίποτα από την ομορφιά της ανατολής, παρά μόνο τη γνώση του άγνωστου και του διαφορετικού.

Ένας μικρόκοσμος κλεισμένος σε λίγα τετραγωνικά, ενώ εκείνοι χρειάζονταν τεράστιες εκτάσεις, που βέβαια διέθεταν. Η απλότητα που συνυπήρχε αρμονικά με τον πλούτο, η κομψότητα που αναδείκνυε το εκλεπτυσμένο γούστο, η παιγνιώδης και φιλική διάθεση, η ομορφιά της φύσης ήταν στοιχεία της ιδιοσυγκρασίας τους. Οι θεοί τους δεν προκαλούσαν φόβο με τον όγκο τους. Προσιτοί, εφόσον μπορούσαν να χωρέσουν στη χούφτα τους, να κινηθούν και να μετακινηθούν. Μπορούσαν να αγγίξουν τα ομοιώματά τους, να τα κουβαλήσουν, και κατά τη σωματική επαφή να αντλήσουν δύναμη από ύπαρξή τους, να μειώσουν τη μοναξιά και την αίσθηση της ανημπόριας τους

Φαιστός: εργαστήριο



Ο ήχος των μαστόρων που εργάζονται εντατικά φτιάχνοντας εργαλεία αντηχεί στην περιοχή. Μάτια προσηλωμένα στην εργασία. Μύες τεντωμένοι από την προσπάθεια. Ιδρώτας που κυλάει από τη ζέστη και από την κούραση. Προσήλωση σώματος και σκέψης στο έργο που σχεδιάζεται, σ’ αυτό που θα αποτελέσει εργαλείο στα χέρια ενός άλλου για να πραγματοποιήσει τη δική του εργασία: το σκάψιμο, το θέρισμα, το αλώνισμα το λίχνισμα, το άλεσμα, εργαλεία για τις δουλειές της κουζίνας, εργαλεία για άλλους τεχνίτες. Σκληρά υλικά υποχωρώντας στη υψηλή θερμοκρασία γίνονται εύπλαστα για να πάρουν άλλο σχήμα και μέγεθος. Χάλκινα εργαλεία με το χαρακτηριστικό κοκκινωπό χρώμα που αστράφτει στον ήλιο, γυαλισμένα και αστραφτερά. Σκληρή δουλειά, σκληρά τα χέρια, γυμνασμένα τα μπράτσα σ’ ένα περιβάλλον που δε διακρίνεται για την τάξη και την ομορφιά του, αλλά σκοπεύει με το αποτέλεσμά του να βάλει τάξη και να ομορφύνει τη ζωή. Κόσμος πάει κι έρχεται για να παραγγείλει να επισκευάσει, να πάρει την παραγγελιά του.

Άνθρωποι και καιροί

Το τοπίο του Νότου διατηρεί την αγριάδα του , δηλαδή τη γνησιότητα και την αυθεντικότητά του και εξακολουθεί να επιβιώνει αντιστεκόμενο στου δύσκολους καιρούς. Γη ξερή και άγρια, αραιή η βλάστηση, ξερό το λιγοστό χώμα πάνω στις πέτρες, όσο άφησαν οι δυνατές μπόρες που το ξέπλυναν. Οι πέτρες ξεπροβάλλουν μυτερές στο εκτυφλωτικό φως, ασπρισμένες από τον καιρό, ολόγυμνες από τα χτυπήματα, άγονα απομεινάρια της σφοδρής επίθεσης. Η αραιή βλάστηση δεν αρκεί να κρύψει τις πληγές, τα σημάδια του χρόνου, την απουσία της ανθρώπινης φροντίδας, την απουσία του ίδιου του ανθρώπου. Ξεχασμένη και παραμελημένη, φτωχή από φροντίδα, άγονη προσελκύει πια ως παρατηρητές τους δημιουργούς της καταστροφής της. Συνεχίζει να παρακολουθεί το πέρασμα των εποχών και των χρόνων με τις περιορισμένες δυνάμεις και αντοχές της, να προσαρμόζεται όσο μπορεί στο πείσμα του χρόνου, αρνούμενη να παραιτηθεί σε πείσμα όλων των απέλπιδων συνθηκών, ζει όπως όπως μόνη της ρουφώντας και τα ελάχιστα δείγματα ζωής.

Εδώ αφέντρα είναι η Νοτιά: η θυμωμένη γυναίκα που ξεσπά ξαφνικά και αναίτια κουβαλώντας ταυτόχρονα τη θέρμη του πάθους της. Στο ξέσπασμά της όλα τα αναποδογυρίζει.

Ένα εκκωφαντικό και αστραφτερό αστραπόβροντο σε αφήνει με ανοιχτό στόμα όταν ξεσπά σε μπόρα με τον παράφορο συνδυασμό του ανέμου και της βροχής, του ανέμου που σφυρίζει στα σύρματα, της βροχής που κροταλίζει στα κεραμίδια, αν και το βιώνεις από την ασφάλεια της ζεστής σου κλίνης. Οι χοντρές φουσκάλες που σχηματίζονται στο έδαφος είναι σαν ένα τσουκάλι που βράζει με τις πρώτες χοντρές σταγόνες. Κάνει τα θεμέλια της γης να τρέμουν και φοβάσαι πώς θα παρασύρει μαζί τους κι εσένα στα Τάρταρα. Περιμένεις με αγωνία και τρόμο το επόμενο κύμα θυμού μαζεύοντας το σώμα, σουφρώνοντας τα φρύδια, σφίγγοντας τα χείλη σαν πολεμιστής που μαζεύει τις δυνάμεις του έτοιμος να αντιτάξει την άμυνά του στον εχθρό. Καθηλώνει το μάτι σου κι ας είναι κάτι που το έχεις δει χιλιάδες φορές, καθώς από την εποχή της παιδικής μνήμης έχει χαράξει με ανεξίτηλες χαρακιές τη θύμησή σου. Καμιά κινηματογραφική ταινία δεν μπορεί να αντιγράψει με τα όσα τεχνολογικά εφέ διαθέτει, γιατί μόνο αυτό φέρει την αυθεντική σφραγίδα του φυσικού: της ίδιας της φύσης. Πιο εντυπωσιακές εικόνες δημιουργήματα της τεχνολογίας σβήνονται γρήγορα κι αυτό επιμένει να κρατιέται εκεί και να αντιστέκεται στο ξέφτισμα της μνήμης που προκαλεί ο χρόνος, γιατί το έγραψε η δίψα σου να παρακολουθήσεις τον αγώνα που παίζεται γύρω σου από τα φυσικά στοιχεία και ξέρεις ότι αυτό δεν είναι μακριά από σένα.

Αν σε βρει απροστάτευτο στο δρόμο, σε παρασύρει στο ρυθμό της μαστιγώνοντας το πρόσωπό σου, σου κόβει την ανάσα με την έντασή της και σ’ αφήνει ξέπνοο στην ορμητική κουρτίνα της μπόρας που επιτίθεται κυματιστά. Εξαρτάται από τις αντιστάσεις σου αν θα σε καταβάλλει ή αν θα γυρίσεις το πρόσωπό σου απέναντί της προκλητικά να αναμετρηθείς με τη δύναμή της και να βιώσεις την επανάστασή της . Ζήσε μαζί μου, φωνάζει προκλητικά. Μη φοβάσαι το ξέσπασμά μου! Φύλαξε το φόβο σου γι άλλους. Στάζοντας από πάνω σου ένα χείμαρρο κάθαρσης, καθώς πλέεις σε χλιαρό ένα ποταμό, ξέρεις ότι η θερμοκρασία είναι ανεκτή από τις δυνάμεις σου, ότι θα φύγει το ίδιο γρήγορα όπως ήρθε.

Έπλασε με τον τρόπο της χαρακτήρες παράφορους, ορμητικούς, ανεπιτήδευτους, καταστρεπτικούς, μα γνήσιους και αληθινούς, που δεν μπορούν να στρογγυλεύουν τα πράγματα, να τα κάνουν να φαίνονται διαφορετικά απ’ ό,τι είναι. Έχει τη δική της λογική χωρίς συμβιβασμούς και υποχωρήσεις, καταιγιστική και παράφορη, αιφνίδια, απρόοπτη και απρόβλεπτη. Η ομορφιά της είναι το ανεπιτήδευτο πάθος της, η απροκάλυπτη αλήθεια της, η δύναμη της έντασης, η στυγνή τιμωρία της, η υπόσχεση της παροδικότητας, η βεβαιότητα της επακόλουθης κάθαρσης.

Δάσκαλος ο καιρός που στρέφουμε την πλάτη μας, αλλά που βρίσκουμε πάντα μπροστά μας, όταν το μάθημα περάσει απαρατήρητο. Μια ελεύθερη διδασκαλία που απευθύνεται σε ελεύθερους δέκτες και είναι ανελέητος τιμωρός, όταν δεν εισπράξει το σεβασμό μας. Αποστρέφοντας το πρόσωπό μας από τη φύση πάψαμε να διαβάζομε το χάρτη της, να καταλαβαίνουμε τις ανάγκες της, που είναι ανάγκες μας, τις επιθέσεις της που κρύβουν τα καταπιεσμένα μας πάθη, τη λάμψη που αφήνει φεύγοντας που για μας δε θα γίνει η κάθαρση και που δεν ξέρουμε πια από πού να περιμένουμε.

Το πηγάδι του Θαλή

Εξετάζοντας μια μέρα ο αρχαίος σοφός τα φυσικά φαινόμενα έπεσε σ’ ένα πηγάδι! Τι οξύμωρο να χάνεις το ορατό, αυτό που έχει περισσότερες πιθανότητες να υπάρχει για αυτό που δεν είναι και τόσο σίγουρο ότι υπάρχει.

Η θυσία του ανθρώπου που χάνει το παρόν του, γιατί είναι αφοσιωμένος σ’ αυτό που βρίσκεται μακριά του και δεν μπορεί να κρύψει τη λαχτάρα και την ανυπομονησία του να το πλησιάσει, να κάνει το απρόσιτο προσιτό, το αθέατο θεατό, το άγνωστο γνωστό, να κερδίσει μ’ αυτή του την προσπάθεια τη θέση του ισχυρού σ’ αυτό τον κόσμο, εφόσον ο άλλος δεν είναι ελεγχόμενος από τον ίδιο. Μια μικρή επίδειξη δύναμης μέσα στην τραγικότητα και τη γελοιότητα ίσως της ασήμαντης επίδειξής του. Αλλά και μια αξιοθαύμαστη δύναμη του ασήμαντου ανθρώπου μέσα στο πεπερασμένο και ορισμένο σύμπαν του, όπου -μη έχοντας περιθώρια άλλα να δράσει- δε θέλει να στερηθεί ούτε σπιθαμή από τα περιθώρια της δραστηριότητάς του, σαν ένα ζώο δεμένο σ’ ένα αλώνι με το σκοινί του να φτάνει στην περιφέρεια του αλωνιού στον κύκλο και να μην μπορεί να το ξεπεράσει ούτε βέβαια να σπάσει το σκοινί του. Το μόνο που μπορεί να καταφέρνει είναι να πληγώνεται, όταν το σκοινί τεντώνεται από τις σπασμωδικές απελπισμένες προσπάθειες αντίδρασής του. Γιατί είναι προτιμότερη η στάση της παθητικής αποδοχής , της σκυμμένης κεφαλής και της υπάκουης συγκατάνευσης;

Το πηγάδι του Ερατοσθένη

Η μοναδική στιγμή που ο ήλιος δε σχηματίζει σκιά πέφτοντας κατακόρυφα πάνω στα πράγματα, όταν είναι η καλύτερη στιγμή τους, αλλά πρέπει να βυθιστείς στο βάθος του πηγαδιού για να μπορέσεις στη συνέχεια να εκτοξευτείς στα ύψη, να αποκτήσεις την ταχύτητα εκείνη που σε ελάχιστο χρόνο, με τη βοήθεια των μαθηματικών, του άυλου αγγίγματος των πραγμάτων να τα μετρήσεις διατρέχοντας σφαιρικά, περιμετρικά όλη τη γη. Η σταθερά δύναμη που παρακάμπτει την υλική φθορά και επιτρέπει στον άνθρωπο να κινείται με τη δύναμη της σκέψης απεριόριστα στο χώρο και στο χρόνο, η δύναμη της λογικής, η δύναμη της αφηρημένης σκέψης, η δύναμη του ανθρώπου που προσπερνά το μερικό και το συγκεκριμένο και βλέπει συνολικά και γενικά, που μπορεί να προβλέπει το μέλλον εφαρμόζοντας σε απεριόριστο αριθμό πραγμάτων αυτό που δεν έχεις δει και δεν πρόκειται ποτέ να συναντήσεις.

Το ιλιγγιώδες όχημα του ανθρώπου: με μια προϋπόθεση: να μην εργάζεσαι ποτέ μόνος σου, αλλά να έχεις υπόψη σου ότι παίρνεις μέρος σε μια σκυταλοδρομία, όπου πριν από σένα άλλοι κινήθηκαν με τον ίδιο τρόπο σεβόμενοι τον κόπο των άλλων αναλαμβάνοντας την ευθύνη να συνεχίσεις το έργο τους που δε γίνεται μόνο για να ικανοποιήσεις τις προσωπικές σου φιλοδοξίες, αν και είναι αναπόφευκτο να δεχτείς την ευγνωμοσύνη της ανθρωπότητας, ακόμα κι αν δεν το επιδιώκεις, ή και αν θέλεις να κρατήσεις το δημιούργημα μόνο για τον εαυτό σου θα πρέπει να το μοιραστείς με δισεκατομμύρια άλλων ανθρώπων σε άλλα μέρη και σε άλλους χρόνους. Το μεγάλο μάθημα του ανθρώπου ότι τίποτα δεν του ανήκει πραγματικά, ακόμα και στο σύντομο χρόνο της επίγειας ζωής του. Το μόνο που κερδίζει είναι η αιώνια υστεροφημία του . Ίσως η επιβράβευση είναι τελικά αυτή που προσφέρει ο χρόνος. Όσο νωρίτερα το καταλάβει, τόσο λιγότερο δυστυχισμένος θα γίνει ο ίδιος και πιο τυχερή η ανθρωπότητα.

φύση, άνθρωπος και χρόνος

Υπεραιωνόβια δέντρα κινούνται στο ρυθμό του ανέμου. Τεράστιοι κλώνοι υψώνονται όρθιοι κινούμενοι αμφίβολοι στις βίαιες επιθέσεις του βοριά. Εκεί που λες ότι δε θα αντέξουν την πίεση και θα τσακιστούν, συνεχίζουν να πηγαινοέρχονται ελεγχόμενα λες, αλλά πάντα στη θέση τους ανίκητα, έχοντας βρει τον τρόπο να επιβιώσουν. Δίνουν την εντύπωση μιας προσωρινής ήττας, που δεν είναι παρά μια επίφαση προσπάθειας. Έχουν βρει τον τρόπο να επιβιώνουν υποχωρώντας. Τα δέντρα που δε λυγίζουν τσακίζονται. Ο ήχος του βοριά που διαπερνά τους ψηλόκορμους κλώνους των αιωνόβιων δέντρων που άντεξαν θύελλες και χιονιές, ξηρασίες και έδωσαν τον καρπό τους, που πέθαναν προσωρινά υφιστάμενοι κορμοτομή, για να ξαναγεννηθούν, ν’ αρχίσουν τη νέα τους ζωή γεμάτα σφρίγος, δύναμη και αντοχή. Ο χρόνος δεν τα φοβίζει. Θ’ αργήσουν να φτάσουν στην προηγούμενη ακμή τους. Έχουν όμως το χρόνο σύμμαχο. Ξέρουν ότι το συμβόλαιο της ζωής τους έχει απεριόριστη μακρά διάρκεια. Η ήττα τους είναι μια προσωρινή καμπή. Μια ένεση τονωτική και ανανεωτική.

Ο άνθρωπος υστερεί σε σχέση με τα άλλα δημιουργήματα της φύσης. Εκείνα έχουν πολλούς επαναλαμβανόμενους κύκλους ζωής. Κι αν ένας δε φέρει τα αναμενόμενα, υπάρχει η αναμονή των άλλων. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να αφεθεί απροετοίμαστος στη δύναμη του καιρού. Πρέπει να υπολογίσει το μετρημένο χρόνο του. Τις απρόοπτες επιθέσεις. Να μελετήσει τα άλλα ζωντανά για να μάθει τον εαυτό του. Δε δικαιούται να μάθει άκοπα τα λάθη του. Δεν έχει την πολυτέλεια της δεύτερης ευκαιρίας. Μόνο την πίκρα να βλέπει τους επαναλαμβανόμενους κύκλους των άλλων χωρίς να μπορεί να ξεκλέψει ένα μονάχα απ’ αυτούς για τον εαυτό του. Πρέπει όμως απ’ αυτά να μάθει να διαχειρίζεται τη ζωή του. Οι χτύποι του ρολογιού μετρούν τη ζωή μας που χάνεται. Ο σταθερός και αδυσώπητος εχθρός του. Ακόμα κι αν το ρολόι του τοίχου χαλάσει, το μεγάλο ρολόι δε σφάλλει ποτέ μετρώντας τις ανάσες μας που λιγοστεύουν σε κάθε χτύπο του. Κάθε κίνηση του ρολογοδείχτη ένα βήμα πιο κοντά στο άγνωστο, ένα βήμα πιο μακριά από αυτό που έχουμε και δεν είναι δικό μας, ένα βήμα από τη δανεισμένη ζωή μας, που έχουμε την αφέλεια να νομίζουμε ότι μας ανήκει και ότι την ελέγχουμε.

ΤΟ ΑΘΕΑΤΟ

ΤΟ ΑΘΕΑΤΟ

Δεν είναι δύσκολο το αθέατο
μα θέλει οφθαλμό γυμνό
και δόντι καθαρό να το μασήσεις.
Ακόμη και στο χέρι μας χωρεί
αναμεσός στη διψασμένη αφή
και στις γραμμές της μοίρας.
Ούτε βαρύ ούτε ελαφρύ.
Σαν βότσαλο που σκύψαμε
στη θάλασσα να βρούμε
και το πετάξαμε μ’ορμή
να κρούσει το αιώνιο.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΡΟΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ.

Το ποίημα με την απλούστευση της αρχαΐζουσας φράσης «γυμνό οφθαλμό» και την κατάληξη στο λαϊκό ύφος της αργκό «δόντι καθαρό» επιχειρεί μια σύζευξη διαφορετικών υφολογικών επιπέδων, κάνοντας κοινωνούς του ποιητικού μηνύματος ανθρώπους όλων των κοινωνικών και πνευματικών επιπέδων, αφού όλοι είναι μέτοχοι του θέματος.

Υιοθετεί μια αισιόδοξη προοπτική , σ’ ένα κλίμα οικειότητας που επιτυγχάνει το β’ ενικό πρόσωπο, που προϋποθέτει ότι ο ίδιος έχει κάνει μια προσέγγιση και ήδη έχει διαπιστώσει ευκολία στην πρόσληψή του.

Ακολουθεί η κυρίαρχη αίσθηση αφή , στην οποία εστιάζεται η πρόσληψη (αναμεσός) . Το χέρι είναι αυτό στο οποίο είναι ανεξίτηλα χαραγμένα τα σημάδια της μοίρας (χειρομαντεία).

Ακολουθεί το ζύγισμα (ψυχοστασία): ούτε βαρύ ούτε ελαφρύ, στα μέτρα των δυνατοτήτων μας , αποφυγή ακραίων επιλογών, το μέτρο του Αριστοτέλη και του Επίκουρου.

Η ευκολία του αναιρείται στο τέλος με την παραβολή -σύγκριση με θαλάσσιο παιχνίδι. Το παιχνίδι με τους αλλεπάλληλους κυματισμούς τις ώρες της φωτεινής καλοκαιρινής αναψυχής ξέρουμε ότι θα οδηγήσει σε σταδιακή εξασθένιση και τελικά σβήσιμο των κυματισμών. Μήπως η ορμή μας να κρούσουμε το αιώνιο (όπως κρούω τη θύρα για να μου επιτραπεί η είσοδος) ενέχει και την έννοια της σύγκρουσης ή απόκρουσης ; Η κρούση αυτή είναι που θα κρίνει την τύχη μας. Η ορμή με την οποία πετάξαμε το δικό μας μήνυμα (κυματισμός που προκαλεί αλληλεπιδράσεις και επηρεάζει τις επόμενες γενιές) θα κρίνει την τύχη της βολής.

Ο κεντρικός στίχος του ποιήματος, λειτουργώντας ως άξονας συμμετρίας, περιλαμβάνει τις γραμμές της μοίρας, ένα παράγοντα που είναι αναπόφευκτο ότι αποτελεί πεπρωμένο και σαν τείχος χωρίζει την επιθυμία από το στόχο. Και φυσικά δημιουργεί αναπάντητα ερωτηματικά για το αποτέλεσμα της βολής.

Ο τίτλος βέβαια” α-θέατο” ακυρώνει το αποτέλεσμα της προσπάθειας , δεν ακυρώνει όμως την ίδια την προσπάθεια: σκύψαμε, να βρούμε, πετάξαμε το ά πληθ. πρόσωπο δηλώνει τη συλλογική προσπάθεια στην οποία εντάσσεται ο αφηγητής.

Τελικά όλα θα κριθούν από το γυμνό οφθαλμό και το καθαρό δόντι: χωρίς προκαταλήψεις και δογματισμούς , με αγνότητα και καθαρότητα ψυχής εξασφαλίζεις τη σωστή μέθοδο για να μπορέσεις να προσπαθήσεις να δεις αυτό που εξ ορισμού (αθέατο) δε θα καταφέρεις ποτέ να προσεγγίσεις.

Τότε ποια είναι η αξία της προσπάθειας; Μια μάταιη κίνηση, μια τραγική τυφλή πορεία προς ένα στόχο που δεν ξέρεις καν αν υπάρχει. Που θα ήθελες να υπάρχει ως φωτεινό ορόσημο για να βρεις νόημα να δώσεις στη ζωή σου, να απαλύνεις το αίσθημα της απελπισίας και της ματαιότητας.

επιστροφή στην πατρική οικία

Η επιστροφή στην πατρική οικία πάντοτε μια τελετουργία της σκέψης και των αισθήσεων. Οι μνήμες καταχωνιασμένες στο ντουλάπι της λήθης αναδύονται σταδιακά -με μια ματιά, με μια κίνηση, από ένα ήχο- και συνθέτουν κομμάτια του παρελθόντος που χτυπούν την πόρτα της ανάμνησης και την βρίσκουν απροετοίμαστη να αντέξει το πάθος την ένταση - εκεί που νόμιζες ότι όλα είχαν κλειστεί στο σεντούκι της λήθης για πάντα- μορφοποιούνται σε χείμαρρο ασυγκράτητο καιμετατρέπονται σ’ ένα άλλο ποτάμι με καθοδική πορεία, ξεκινώντας από τα μάτια σε κλάσματα δευτερολέπτου, καθώς η λογική δεν προλαβαίνει να ελέγξει, να συγκρατήσει και να τιθασεύει.

Πάντα η θέση αδειανή. Πάντα κάτι που περιμένεις και που δε θα έρθει. Όλα στη θέση τους, αλλά τίποτα ίδιο. Τίποτα δεν μπορεί πλέον να είναι το ίδιο. Ακόμα και αν τα αντικείμενα είναι στη θέση τους. Η καρέκλα θα μένει άδεια. Η θέση στο τραπέζι κενή. Η ματιά απέναντί μου που δε θα συναντήσω.

Η απουσία εδραιώνεται και κατοχυρώνεται με το πέρασμα του χρόνου. Τα γεγονότα τα αναδεικνύει και τα κρίνει ο χρόνος.

Πόσος καιρός πρέπει να περάσει ακόμα;

Είναι δικός μου ή ξένος ο χώρος;

Πότε ήταν περισσότερο οικείος;

Με τα πιστοποιητικά ιδιοκτησίας ή τότε που δε γνωρίζαμε ούτε τις λέξεις;

πορεία στο χιόνι

“Τα βήματα βούλιαζαν μέσα στο βαθύ χιόνι. Βούλιαζαν και ανασύρονταν για να βυθιστούν και πάλι πιο πέρα σε απόσταση ενός βήματος. Το χιόνι είχε πέσει μέρες τώρα, μα παρέμενε ακόμα φρέσκο και παγωμένο. Μια ολόκληρη σειρά από πατημασιές μαρτυρούσαν μια μακριά πορεία.

Τρεις άνθρωποι και ένα ζώο. Άφηναν τα ίχνη τους. Ευδιάκριτα πάνω στο κατάλευκο τοπίο. Κανείς δεν είχε περάσει πριν απ’ αυτούς.

Κάτι τους έλεγε να βουτήξουν εκεί που ήταν βαθύ και παρθένο. Η λογική εκεί που ήταν λίγο. Ο άνεμος το είχε συσσωρεύσει σε ορισμένα σημεία ανάλογα με τη φορά του. Ήταν ανακουφισμένοι όταν προχωρούσαν σε μέρος απάγκιο που δεν είχε στραπατσάρει η δύναμη του χιονιά. Όταν βρίσκονταν σε ξέφωτο αναγκάζονταν να σκύψουν το κεφάλι για να το προστατέψουν από τον άνεμο που έδερνε άγρια τα μάγουλα που σχεδόν δεν αισθάνονταν πια. Τα χέρια κατακόκκινα είχαν πρηστεί. Τα πόδια παγωμένα και ζεστά ταυτόχρονα. Ζεστά από την κίνηση, παγωμένα από την επαφή με τον πάγο. Τραβούσαν τον ίδιο δρόμο. Την ίδια πορεία. Τον ίδιο σκοπό. Χωρίς να μιλούν. Προσπαθούσαν να εξοικονομήσουν δυνάμεις. Οι ανάσες έβγαιναν αχνισμένες. Όσο προχωρούσαν, το κρύο γινόταν πιο τσουχτερό και το χιόνι πιο ψηλό. Όσο προχωρούσαν, τόσο ψήλωναν….

Πού κατευθύνονταν; Ενάντια σε κάθε λογική. Είχαν ξεκινήσει πολύ πρωί. Ένας άντρας μεσόκοπος. Δυο παιδιά. 13 και 15 χρόνων . Aγόρι και κορίτσι. Και οι τρεις περπατούσαν. Στο ζώο δεν υπήρχε θέση για να καθήσει κανείς. Εκεί ήταν φορτωμένες οι αποσκευές.”

Μυθιστόρημα παρωχημένο μιας άλλης εποχής ,σκέφτομαι. Ποιος σήμερα θα έκανε κάτι τέτοιο; Ποιος δε θα προφασιζόταν αντίξοες καιρικές; Στο κάτω κάτω από μερικές απουσίες δε χάλασε ο κόσμος. Κανείς δε θα μπορούσε να διατυπώσει καμιά κατηγορία. Ανωτέρα βία….

Έτσι θα το χαρακτήριζαν τα σημερινά ΜΜΕ. Ποιος θα έκανε σήμερα μια πορεία δεκαπέντε χιλιομέτρων στο χιόνι; Μα κι αν ακόμα το έκανε, θα έβγαινε στα κανάλια με περισσό θάρρος- ή και θράσος- να παραπονεθεί και να κατηγορήσει τους αρμόδιους για την ολιγωρία τους.

Άξιζε τον κόπο; 30 χρόνια μετά ξανασκέφτομαι. Μια πράξη καθήκοντος και ηρωισμού ή μια πράξη ανοησίας και αφροσύνης; Σίγουρα θα έμπαινε η λογική να ρωτήσει γιατί, και σίγουρα δε θα έβρισκε ένα πειστικό επιχείρημα γι’ αυτή την ταλαιπωρία. Ποιος είπε ότι είσαι αναγκασμένος να παλέψεις με τα στοιχεία της φύσης; Αν κάποιοι χάνονταν στα χιόνια, όλα τα κανάλια θα είχαν ξεσηκωθεί να καταγράψουν το γεγονός και να το παρουσιάσουν κατά αποκλειστικότητα. Γι αυτή την τηλεθέαση, για να γίνεις διάσημος, αν στην έξοδο στον πολιτισμό σε περίμενε ένα κανάλι έτοιμο να μεταφέρει την εικόνα σου πολύ μακριά και να σε κάνει διάσημο, ίσως άξιζε τον κόπο. Μα έτσι να μην το ξέρει κανείς… Να μην υπάρχει κανείς πίσω σου να δώσει το μπράβο και τον έπαινο …;

Πολίτης –πολιτικός – άπολις

Η βάση όλων αυτών των λέξεων είναι η λέξη «πόλις» που αποτέλεσε τη βάση του ανθρώπινου πολιτισμού σ΄ όλους τους τομείς της ζωής, καθώς σε όλους έχει αφήσει λεξιλόγιο που δείχνει τις αντίστοιχες δραστηριότητες. Ο πολιτισμός είναι λοιπόν δημιούργημα της πόλης, ενός πολιτικού οργανισμού συγκεκριμένης μορφής που εμφανίστηκε και εφαρμόστηκε για λίγους μόνος αιώνες ( από τον 8ο π.χ. αι. ως το 438 π.Χ. στη μάχη της Χαιρώνειας, όταν ο Φίλιππος Β’ υπέταξε ενσωματώνοντας στο φυλετικό κράτος του και τις τελευταίες τις μικρές πόλεις –κράτη και σε περιορισμένο χώρο.) Ο πολιτισμός είναι προϊόν οργανωμένης κοινωνικής ζωής με την ενεργό συμμετοχή του πολίτη. Αυτό βεβαία δε σημαίνει ότι πρόκειται για έναν εξιδανικευμένο χώρο όπου όλα εξελίσσονται τέλεια, αλλά ότι οι πολίτες θεωρούν προσωπική τους υπόθεση ό,τι συμβαίνει και συμμετέχουν για την επίλυσή του. Η στασιμότητα και η παθητικότητα είναι απαράδεκτες πολιτικές συμπεριφορές για μια πολιτισμένη πολιτική συμπεριφορά, όταν ο πολίτης που ταυτίζεται με τον πολιτικό είναι μέρος της πόλης.

Όταν πριν από 4,5 χιλιετίες ο αριστοκρατικός Ηράκλειτος έβλεπε τις αλλαγές που επέφερε ο καταπιεσμένος και αγανακτισμένος δήμος να ανατρέπουν το καθιερωμένο πολιτικό σκηνικό και μαζί τη ζωή του, δεν το έβαλε κάτω. Πρώτα πρώτα αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι όλα συγκρούονται, καθώς ο πόλεμος είναι «πατήρ πάντων», γι’ αυτό κι όλα αλλάζουν, «τα πάντα ρει», στο τέλος όμως επικρατεί ισορροπία, η «παλίντροπος αρμονία», που προκύπτει μέσα από τη σύνθεση των αντιθέτων, το διάλογο, τη διαλεκτικότητα και διαλλακτικότητα, όρους που αγνοούνται στη σημερινή καθημερινή πρακτική ή χάνουν το νόημά τους.

Αλλά πότε μπορούν ν’ αλλάξουν τα πράγματα: όταν αλλάζουν οι πολιτικοί ή όταν αλλάζουν οι πολίτες; Και πότε οι πολίτες είναι πολίτες και όχι «α-πόλιδες»; Σήμερα ο πολίτης δεν είναι πολιτικός, όπως στην αρχαιότητα, αλλά «άπολις» περιορισμένος στο ρόλο του παθητικού δέκτη, που μπορεί μερικές φορές να εκτείνεται μέχρι το ρόλο του αγανακτισμένου παθόντα χωρίς να φτάνει στο ρόλο της δημιουργικής δράσης της άμεσης συμμετοχής στη δημοκρατία. Στις ελάχιστες φορές που η στάση του είναι καθοριστική, δεν έχει απλά δικαίωμα, αλλά και ευθύνη να αναλάβει τις υποχρεώσεις του θέτοντας αξιολογικά κριτήρια βάσει των οποίων θα εκλέξει τους αντιπροσώπους στους οποίους αναθέτει τη διοίκηση.

Στην αρχαία Αθήνα ο αδιάφορος άνθρωπος θεωρούνταν άχρηστος. Η φυγή δια της αποχής σήμερα δεν είναι λύση Το «κυάμων απέχεσθε» δεν μπορεί να αποτελεί στάση ζωής. Όταν θα ξαναγυρίσεις, το πρόβλημα θα βρίσκεται στη θέση του και μάλιστα περισσότερο σταθερό, και θα έχει πάρει τη δική σου. Το ζητούμενο δεν είναι να φύγεις εσύ, αλλά εκείνο.

Κυάμων απέχεσθε

Αναρωτιέμαι γιατί η άμεση δημοκρατία δεν εφαρμόζεται πια. Και μη μου πείτε ότι είναι πρόβλημα πληθυσμιακό, αφού η τεχνολογία προσφέρει τη δυνατότητα στους ανθρώπους να έρθουν τόσο κοντά, όσο ποτέ άλλοτε στην ιστορική διαδρομή του. Ρωτώ και απαντώ η ίδια. Εσείς θα απαντήσετε καθένας στον εαυτό σας. Γιατί ΔΕ ΘΕΛΟΥΜΕ. ΔΕ ΜΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ. ΑΠΕΧΟΥΜΕ.

Όπως στην ελληνιστική εποχή, στην παγκοσμιοποιημένη αυτοκρατορία του Αλεξάνδρου, ο άνθρωπος έχασε την ταυτότητά του κι ένιωσε μηδαμινός κι ασήμαντος μπροστά σ’ όλα αυτά που γίνονταν χωρίς να τον ρωτούν. Αδύναμος ν’ αντιδράσει, προτίμησε τη φυγή δια της εποχής = αποχής. Όλοι, νομίζω, γνωρίζουμε τη φράση «κυάμων απέχεσθε», που σημαίνει μακριά από την πολιτική ζωή, που αργότερα επεκτάθηκε σε αποχή και παραίτηση σε όλα τα επίπεδα της ζωής. Μια αναβίωση αυτής της πολιτικής και πολιτιστικής στάσης έχουμε στην παγκοσμιοποιημένη εποχή μας, γιατί έχουμε χάσει την ελπίδα ότι θα μπορέσουμε ποτέ να διαδραματίσουμε πρωταγωνιστικό ρόλο στις ζωές μας.

Τα αφήνουμε όλα στους άλλους. Οι άλλοι να τρέξουν, οι άλλοι να φωνάξουν…. Μέχρι τότε όλα συμβαίνουν ερήμην μας. Κι έτσι τελικά όλη η ζωή μας κυλά ερήμην μας.

Ερώτηση κρίσεως προς όλους (και εμένα βεβαίως. Αν είχα βρει απάντηση, θα σας την έλεγα, θα σας έπειθα, κι όλα θα άλλαζαν. Επειδή όμως «ζητώ» μαζί σας λύση), αναρωτιέμαι γιατί το χέρι μας έχει πολλά δάχτυλα κι όχι μόνο ένα. Και καθώς ομιλία (λόγος ) και κίνηση ελέγχονται , σύμφωνα με την επιστήμη, από την ίδια περιοχή του εγκεφάλου, μάλλον πρέπει να δούμε το μήνυμα που μας στέλνουν τα χέρια μας. Πώς τα χρησιμοποιούμε μόνα τους ή σε συνδυασμό με το λόγο.

«Έργω και λόγω» είναι το δίπτυχο του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού ήδη από την ομηρική εποχή, αυτό που διαμόρφωσε τον πολιτισμό της Ευρώπης σε δυο κρίσιμες φάσεις της, όταν έφτασε σε αδιέξοδο σε όλους τους τομείς: στην Αναγέννηση και στο Διαφωτισμό. Γύρισε πίσω, η Ευρώπη, για να πάρει μαθήματα από μας. Εμείς όμως δεν παίρνουμε. Ή τα ξέρουμε όλα ή αδιαφορούμε ή απαξιούμε…(συμπληρώστε τις απαντήσεις) πάντως τα χάλια μας τα βλέπουμε.

Θέλω να καταλήξω: δεν είμαστε υπεύθυνοι για το τι κάνουν οι άλλοι. Είμαστε υπεύθυνοι γι’ αυτό που τους επιτρέπουμε εμείς να κάνουν πριν το κάνουν και μένουμε παθητικά αδιάφοροι μετά που θα το κάνουν. Ο έχων νόον νοείτω.

Μελέτη σιωπής

Ασχολούμαι με την απουσία δήλωσης λόγου, προφορικού ή γραπτού. Ασχολούμαι με τη συνειδητή ή ενστικτώδη απόκρυψη σκέψεων ή συναισθημάτων. Οι υποθέσεις μου δεν παρουσιάζονται ιεραρχημένες , γιατί κάθε περίπτωση είναι μοναδική και βέβαια δεν μπορώ να γνωρίζω ποιες προτεραιότητες θέτει ο καθένας.

Σιωπή μπορεί να σημαίνει άγνοια. Ταυτόχρονα όμως η σιωπή αυτή φανερώνει αυτογνωσία και ανθρωπογνωσία, αναγνωρίζοντας στον άλλο ανωτερότητα στη σχέση και τον τρόπο που προσεγγίζει τη σχέση κι αυτό αμέσως αμέσως δείχνει ρεαλισμό και έλεγχο του εγωισμού. Τι θα μπορούσε να πει αυτός που γνωρίζει ότι δεν γνωρίζει (εν οίδα ότι ουδέν οίδα) παρά μόνο ανοησίες;

Η επιβαλλόμενη σιωπή μπορεί να δηλώνει φόβο: φόβο προς κάποιον ανώτερο που ελέγχει τον άλλο δια του λόγου, οπότε η σιωπή είναι έκφραση της αδυναμίας. Η ασκούμενη δύναμη μπορεί να είναι πολλών ειδών (πολιτική: απολυταρχικά καθεστώτα έως οικονομική, στο πλαίσιο της οικογενειακής μη δημοκρατικής ιεραρχίας. Σ’ αυτή την περίπτωση μπορεί να είναι μορφή υποδούλωσης , στέρηση δικαιωμάτων.

Η συνειδητή σιωπή προς ανώτερο, ενώ υπάρχει η δυνατότητα μέσω της επανάστασης της αποκατάστασης του λόγου-διαλόγου εκτός από τον περιφρονημένο ή αξιοκαταφρόνητο που δε βρίσκει τη δύναμη να κάνει την επανάστασή του, μπορεί να δηλώνει ιδιοτέλεια προκειμένου να καρπωθεί οφέλη από τον ανώτερο καταπατώντας ή παραμερίζοντας τις ηθικές του αξίες ή αποδεικνύοντας την ανυπαρξία τους, συντελώντας σε μια κατάπτυστη συμπεριφορά.

Σιωπή που δείχνει σεβασμό προς ανώτερα στην ιεραρχία , όπως ορίζει το εθιμικό δίκαιο.

Σιωπή της αμηχανίας. Πρόσωπα που συναντώνται για πρώτη φορά και δε βρίσκουν τίποτα να πουν ούτε καν τα τυπικά φανερώνουν πολλά για το κλίμα αποξένωσης της εποχής μας , αλλά και για τη δική τους φτώχεια.

Σιωπή αμηχανίας μεταξύ ανθρώπων που γνωρίζονται μπορεί να κρύβει ή να φανερώνει πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία: έκπληξη, σάστισμα, καταπιεσμένο θυμό και οργή, μη ξεκαθαρισμένα συναισθήματα για το πρόσωπο αυτό, άγνοια του τρόπου με τον οποίο μπορεί να το προσεγγίσει σε μια δύσκολη στιγμή του.

Εκεί που τα λόγια είναι αδύναμα ή περιττά. Όταν μιλά η γλώσσα του σώματος και με μια ματιά, με ένα άγγιγμα ή μ’ ένα γύρισμα της πλάτης μπορείς να καταλάβεις πιο γρήγορα και πιο έγκυρα το μήνυμα που στέλνει ο άλλος.

Όταν δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψουν και να εκφράσουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας, αποκαλύπτουν την αδυναμία του λόγου, αλλά κι τη συνειδητοποίησή του από το σιωπώντα. Από αυτή την άποψη η σιωπή είναι σοφία: το λακωνίζειν εστί φιλοσοφεῑν.

Όταν ο λόγος των άλλων κάλυψε τις ανάγκες μας και ο δικός μας λόγος δε θα είχε τίποτε να προσθέσει παρά να αποκαλύψει τον εγωισμό και την αφροσύνη μας να επαναλαμβάνουμε ή να κενολογούμε.

Η σιωπή της ανασφάλειας

Η σιωπή που προκύπτει από τη διαπίστωση ότι ο λόγος μας συγκρινόμενος με των άλλων δεν έχει τη δύναμη ν’ αλλάξει τη ροή της ιστορίας. Σ΄ αυτή βέβαια την περίπτωση δείχνει ρεαλισμό, αλλά και καταπάτηση της αρχής «για την τιμή των όπλων»

Θουκυδίδης 6

Η σιωπή είναι ελευθερία εφόσον ο λόγος είναι δέσμευση



Η σιωπή της Νιόβης

Η σιωπή της αδιαφορίας , της περιφρόνησης , της πιο σκληρής τιμωρίας: της αποξένωσης

Της συγκατάθεσης

Της συγκατάβασης

Της αποφυγής σύγκρουσης

Τείχος προστασίας, άμυνας

Της αποξένωσης

Της μοναξιάς

Της σοφίας

Της σκέψης ή περίσκεψης

Του διαλογισμού

Της ανασύνταξης των πνευματικών δυνάμεων πριν από μια απόφαση σ’ ένα σοβαρό θέμα

Των αναμνήσεων

Της πιο βαθιάς επικοινωνίας με τον εαυτό μας

Του εσωτερικού διαλόγου

Της φαντασίας

Των οραμάτων

Της φυγής, καταφυγής

Share This