Τετάρτη, 7 Απριλίου 2010

Οδυσσέας και Ναυσικά


Οι τρεις γυναίκες- πειρασμοί κατά την επιστροφή του Οδυσσέα αντιστοιχούν στις ισάριθμες δοκιμασίες στις οποίες υπόκειται ένας δόκιμος προτού τις διεκπεραιώσει με επιτυχία για να πάρει το χρίσμα του ήρωα φθάνοντας στο σκοπό του. Τρεις γυναίκες που εκπροσωπούν διαφορετικά οφέλη και ιδανικά. Χρονικά ο Οδυσσέας συνάντησε πρώτη τη μάγισσα Κίρκη, στο παλάτι της οποίας έμεινε ένα χρόνο, έως ότου οι σύντροφοί του κουρασμένοι από την ανία της απραξίας τον παρακίνησαν να αποχωρήσουν, με αποτέλεσμα να κάνει το χρήσιμο, αλλά φρικιαστικό, ταξίδι στον Άδη.

Μένει μετέωρο το ερώτημα αν ο Οδυσσέας θα έμενε και πόσο κοντά στην Κίρκη χωρίς την υποκίνηση των συντρόφων. Η αναζήτηση της περιπέτειας που πολλές φορές τον έβαλε σε μπελάδες, όπως ο ίδιος ομολογεί αναφερόμενος στους Κύκλωπες, θα έφτανε άραγε στον κορεσμό, όπως συνέβη αργότερα με τη νύμφη Καλυψώ;

Εκεί τον οδήγησε η ανάγκη, όταν ο Ήλιος τον άφησε μόνο χωρίς συντρόφους συντρίβοντας τα πλοία του μετά από επίκληση στο Δία, τιμωρώντας τους για τα βόδια που του έφαγαν στη Θρινακία, παρά τις συστάσεις του Τειρεσία.

Μια θεά του προσέφερε την αθανασία ( τι περισσότερο να ζητήσει ένας άνθρωπος από τη ζωή του από το καθ΄ ομοίωσιν, έστω και προ Χριστού) εφόσον αρκετοί ήρωες είχαν αξιωθεί να κερδίσουν μια θέση στον Όλυμπο. Το μεγάλο στοίχημα του ανθρώπου είναι η υπέρβαση της μεγάλης αδυναμίας της θνητότητας και είναι χαρακτηριστική η διακριτική απ ό,τι στους θεούς αναφορά του ποιητή στους ανθρώπους με τα επίθετα θνητός και βροτός.

Τι περίμενε άραγε να βρει ο Οδυσσέας επιστρέφοντας στην Ιθάκη; Έχουν περάσει χρόνια πολλά, τουλάχιστον εφτά στο νησί της Καλυψώς, από τότε που ο κατεξοχήν ήρωας της Οδύσσειας πληροφορήθηκε για την κατάσταση που επικρατεί στην πατρίδα του από τον ψυχή του μάντη Τειρεσία. Η επιθυμία της επιστροφής αιτιολογείται ως ανία συμβίωσης πλέον με τη θεά και όχι ως βιασύνη και υπερβάλλων ζήλος επιστροφής. Στο πλαίσιο της Οδύσσειας, όπου η λέξη λειτουργεί με τη σημασία που της προσέδωσε ο ήρωας με τον περιπετειώδη τρόπο ζωής του, έχουμε μια πρόχειρη εξήγηση. Βέβαια το ποιητικό παιχνίδι της ύπνωσης και της εγρήγορσης, της απραξίας και της αφύπνισης, εξυπηρετούν τους μηχανισμούς της πλοκής του ποιητή. Αξίζει πάντως να ελέγξουμε πώς ο ήρωας, που έχει θέσει στην ανώτερη κλίμακα των αξιών του την πατρίδα με ό,τι αυτή περιλαμβάνει (οικογένεια, παλάτι-εξουσία, περιουσία, χωρίς βέβαια τίποτε απ’ αυτά να είναι διασφαλισμένο), στην ομιλητική του συνεύρεση με την Πηνελόπη δε διστάζει να αναφερθεί στην επτάχρονη διαμονή και παραμονή του στην Καλυψώ, ως κατάσταση παρά τη θέλησή του ή ως αναγκαιότητα που έπρεπε να αποδεχτεί προκειμένου να επιτύχει το σκοπό του. Ο ήρωας ενεργώντας καίρια και σκόπιμα με υποχωρήσεις και παραχωρήσεις, αλλά και καρπωνόμενος τα οφέλη, υλικά και πνευματικά, ενός ταξιδιού, κατόρθωσε τελικά, σε αντίθεση προς τους νήπιους συντρόφους του, να επιστρέψει στην Ιθάκη του.

Το μεγάλο ερώτημα προκύπτει από την τρίτη και δυσκολότερη, σύμφωνα με το νόμο των τριών, δοκιμασία που αναφέρεται σε εμπόδιο γένους θηλυκού και ακούσει στο όνομα Ναυσικά.

Έχοντας φτάσει στα όρια της σωματικής του αντοχής, εξαρτώντας κυριολεκτικά τη ζωή του από αυτήν, εκείνος ο μεγάλος σοφός, χάρη στην εξυπνάδα του οποίου μια απόρθητη για δέκα έτη πόλη υπέκυψε χάρη στην οξύνοιά του βρίσκεται τώρα τρωτός μπροστά σε μια θνητή γυναίκα, και μάλιστα παιδούλα. Είναι η ανάγκη που δίνει δύναμη στον άνθρωπο να κινητοποιήσει τις δυνάμεις του, πρέπει να το παραδεχτούμε, αλλά πέρα από την ανάγκη και την πονηριά ή έστω τη διπλωματικότητα που επιστρατεύει ο καταπτοημένος ήρωας που ποτέ δε χάνει τη νοητική και πνευματική του διαύγεια, μήπως ήρθε η ώρα να δοκιμάσει και ο ίδιος τα δικά του όρια αντοχής στο όνομα ενός πειρασμού που υπακούει στο όνομα έρωτας;

Τα λόγια
Ο Οδυσσέας
θάρρος της έβαλ’ η θεά, και πήρε της το φόβο.
Αγνάντια στάθη ασάλευτη· κι εκείνος διαλογιόταν,
ν’ αγγίξη της τα γόνατα της νέας και να προσπέση,
για από μακρόθε με γλυκά να τη ρωτήξη λόγια
που πέφτει η χώρα, και σκουτιά συνάμα να γυρέψη.

καλότυχα τ’ αδέρφια σου, που πάντα στην ψυχή τους
περίσσιας γίνεσαι αφορμή χαράς, και καμαρώνουν
τέτοιο βλαστάρι σα θωρούν μες στους χορούς να μπαίνη.
Μα ακόμα πιο καλότυχος απ’ όλους είν’ εκείνος,
που βγή στα δώρα νικητής, και ταίρι του σε πάρη.

Τί σαν κι εσένα άλλο θνητό τα μάτια μου δεν είδαν,
άντρα ή γυναίκα· θαμασμός με πιάνει σαν θωρώ σε.
Τέτοια στη Δήλο, στο βωμό του Απόλλωνα το πλάγι,
νιοβλάσταρη είδα φοινικιά κάποτε να φουντώνη·

Και καθώς τότες σάστισα τη φοινικιά σαν είδα,
τί τέτοιο από τη γής δεντρί ποτές δε βλάστησε άλλο,
τώρα μ’ εσένα, ώ κορασιά, θαμάζω και σαστίζω,
κι όσο άν πονώ, τα γόνατα φοβάμαι να σου αγγίξω.

Η Ναυσικά
Μακάρι τέτοιος να ‘βγαινε κι ο άντρας ο δικός μου
και να ‘στεργε στον τόπο αυτό μ’ εμάς να λημεριάζη

Ποιός είν’ αυτός που ακολουθάει τη Ναυσικά ο ξένος,
ο ώριος κι ο τρανός; και που τον βρήκε; δίχως άλλο
τον παίρνει· ή πρέπει να ‘πεσε με πλοίο, ή ξωμερίτης
και τόνε δέχτηκε, τί αυτός της γειτονιάς δεν είναι·

Ο ποιητής
Και ως έφτασε στα ξακουστά παλάτια του γονιού της,
στα ξώθυρα σταμάτησε, κι οι θεόμοιαστοι αδερφοί της,
5 ζυγώσανε και στάθηκαν και ξέζεψαν τα ζώα,
και τα καθάρια φέρανε φορέματα στον πύργο.
Πέρασε τότε η Ναυσικά στο θάλαμο της ίσια,
όπου η γριά Ευρυμέδουσα καλή φωτιά άναβέ της,

Ο Αλκίνοος
Μακάρι ο Δίας κι η Αθηνά κι ο Απόλλωνας να δώσουν
σαν τέτοιος που ‘σαι στη μορφή, κι ομόγνωμος μ’ εμένα,
να πάρής και την κόρη μου και να λεχτής γαμπρός μου
κι εδώ να ζής· θα σου ‘δινα και χρήματα και σπίτι,
315 άν έμνησκες αυτόθελα· μα άν όχι, δε σε βιάζει
κανένας απ’ τους Φαίακες· να μην το δώση ο Δίας.

Ναυσικά
Κι η Ναυσικά με κάλλη θεοσταλμένα,
κοντά στης καλοκάμωτης σκεπής το στύλο στάθη,
και θάμαζε κατάματα τον Οδυσσέα τηρώντας,
460 και με δυό λόγια φτερωτά του λάλησε και του είπε·
«Γειά σου, χαρά σου, ξένε μου, και σα βρεθής στη γής σου
να με θυμάσαι, που τη ζωή χρωστάς σ’ εμένα πρώτη.»

Ο Οδυσσέας
Και γύρισε ο τετράξυπνος Δυσσέας και της είπε·
«Ώ Ναυσικά, του αντρόψυχου του Αλκίνου θυγατέρα,

465 να δώση ο Δίας ο βροντηχτής, ο σύγκλινος της Ήρας,
στη γής μου νά ‘ρθω, να χαρώ του γυρισμού τη μέρα,
και τότε ολοχρονίς εγώ σα θεά θα σε δοξάζω,
που αλήθεια εσύ, παρθένα μου, τη ζωή μού ‘χεις σωσμένη.»

Έχει προηγηθεί το τραγούδι του Δημόδοκου για την απιστία της Αφροδίτης με τον Άρη, που τους συλλαμβάνει επ’ αυτοφώρω απατημένος σύζυγος Ήφαιστος. Ένας υπαινιγμός άραγε σε ένα αδίκημα που θα μπορούσε να κάνει ο Οδυσσέας;

και λέει του Ερμή ο Απόλλωνας, του Δία ο γιός, ο ρήγας.
335 «Ώ γιέ του Δία, μηνυτή και πλουτοδότη Ερμή μου,
σε τέτοια δίχτυα δυνατά δε θά ‘στεργες να πέσης,
αν είχες την ωριόχρυση Αφροδίτη στο πλευρό σου;»

Κι ο μηνυτής ο Αργοφονιάς, απολογήθη κι είπε·
«Δοξαριστή μου Απολλωνα, μακάρι να γινόταν.

340 Τρείς φορές τόσα ας μού ‘ριχταν δεσμά γύρω τριγύρω,
κι ας με κοιτάζατε οι θεοί κι οι θεές μαζί σας όλες,
σώνει με την πανώρια εγώ να πλάγιαζα Αφροδίτη.»

Είπε, κι οι αθάνατοι θεοί ξεσπάσανε στα γέλια.

Όσο κι αν ψάξει κανείς προσεκτικά τη διήγηση του Οδυσσέα στην Πηνελόπη, θα βρει αναφορές σε όλους τους σταθμούς και τους ανθρώπους που αποδείχτηκαν σημαντικοί για το νόστο του, το όνομα της Ναυσικάς όμως, παρά την υπόσχεσή του δεν αναφέρεται πουθενά. Τόσο γρήγορα ξεχάστηκε η βοήθεια που του προσέφερε από ένα ήρωα αγνώμονα, ή πρόκειται για μια εσκεμμένη απόκρυψη εκ μέρους του ήρωα που έχει αφήσει αδιευκρίνιστα τα συναισθήματά του ή τα αφήνει αιωρούμενα;

Σε ένα γραμματειακό είδος όπως το ηρωικό έπος ο στόχος επικεντρώνεται στο στόχο που επιτεύχθη. Θα ήταν πρόωρο ίσως να κάνουμε λόγο για συναισθηματική ανάλυση, όταν αυτή αποκαλύπτεται πρώτη φορά στη λυρική ποίηση, με την αφύπνιση της προσωπικότητας. Θα ήταν παρακινδυνευμένο άραγε να αναρωτιόμαστε αν στη «σχέση» Οδυσσέα -Ναυσικάς ο ποιητής έθεσε πρόδρομα τις βάσεις μιας λυρικής παρουσίασης, μέσω μιας συναισθηματικής ενδοσκόπησης που λειτουργεί ακόμα ως ύφαλος, δεν έχει ακόμα εκδηλωθεί, πάρει μορφή, οριστικοποιηθεί, εκφραστεί, μιας και αντίκειται στο λόγο. Όταν μάλιστα ο ίδιος ο λόγος ως λογική αρχίζει δειλά να ξεπροβάλλει μέσα από το μύθο, πως θα μπορούσε να μιλήσει για έρωτα, ο οποίος βρίσκεται σε μια περίεργη σχέση με το λόγο; Η αγάπη εκδηλώνεται χωρίς σωματικές διαχυτικότητες και στην περίπτωση της πλέον στέρεης συζυγίας, Έκτορα -Ανδρομάχης, αλλά και στο παιχνίδι που αναβιώνει ανάμεσα στην Πηνελόπη και τον Οδυσσέα με άξονα τη συζυγική κλίνη, που πρέπει ο ήρωας να αποδείξει ότι είναι γνώστης και επομένως δίκαιος κάτοχός της.

Η φιλία ανάμεσα σε αντίθετα φύλα είναι αγαπητική και σχεδόν ερωτική, αν δούμε τη σχέση Αθηνάς Οδυσσέα, τουλάχιστον στη συνάντησή τους, όταν ο ήρωας φτάνει επιτέλους στην πατρική του γη.

Η αγάπη όμως ως έρωτας και μάλιστα ανέκφραστος ή ανανταπόδοτος είναι η μοναδική φορά που παρουσιάζεται στον Όμηρο. Αυτή τη διάθεση διέκριναν ή φαντάστηκαν και ο Γ. Ρίτσος και ο Κ. Καρτελιάς στα ποιήματα που ακολουθούν.

Γ. Ρίτσου, Ναυσικά
Σβήσε το λύχνο, γριά Ευρυμέδουσα, τι κάνεις τόσην ώρα;
Μήτε πεινάω, σου λέω, μήτε νυστάζω. Το μόνο που θέλω
Είναι να κλείσω τα μάτια μου. Ρίξε μου μια κουβέρτα ακόμα.
Και τι που κάνει ζέστη; Εγώ κρυώνω. Ολόγυμνο τον είδα, νένα,
Δίπλα στα σκοίνα, κι είχε φύκια στα μαλλιά του. Άλλο δε θέλω
Μονάχα να του βγάλω ένα προς ένα τα μικρά χαλίκια
που ‘χαν κολλήσει στις γυμνές πατούσες του και να του βάλω
Ετούτο το λουλούδι, που κρατώ στον κόρφο μου, στα δυο του δάχτυλα
Κει που χωρίζουν από το λουρί του σάνταλου. Τώρα,
κοιμάται δίπλα, σκεπασμένος με τα κόκκινα σκουτιά μου.

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης,
Τραγούδι: Φαραντούρη,
Στίχοι: Κώστας Καρτελιάς
http://www.youtube.com/watch?v=Ba_v5Ixf1Tg

Για τη Ναυσικά
Αυτά που σου ‘κλεψα τα έκρυψα καλά
μες στου μυαλού μου τις σπηλιές
μες στην καρδιά μου
να χει η ψυχή μου ηδονικά μυρωδικά
και να μυρίζουν το όνομά σου τα όνειρα μου
Έχουν τα όνειρα αρώματα που λες
θα γίνω κλέφτης να τους κλέβω μυρωδιές
Έχουν τα όνειρα αρώματα που λες
θα γίνω κλέφτης να τους κλέβω μυρωδιές
Στον εραστή μην κλάψεις, μην ταπεινωθείς
από το ληστή δεν παίρνεις πίσω τα φιλιά σου
κράτα μονάχα να θυμάσαι τη στιγμή
που του χες πει «ό,τι κι αν έχω είναι δικά σου»
κράτα μονάχα να θυμάσαι τη στιγμή
που του χες πει «ό,τι κι αν έχω είναι δικά σου»

Αν από την πλευρά της Ναυσικάς μπορούμε να εντοπίσουμε αυτή την ερωτική ατμόσφαιρα στο Ομηρικό ποίημα, μπορούμε να πούμε το ίδιο για τον Οδυσσέα;

Τα μόνα στοιχεία που τον σχετίζουν με την κοπέλα και μπορούν να δώσουν απάντηση στις απορίες μας είναι ο ικετευτικός λόγος που της απευθύνει.

ΙΚΕΣΙΑ
Ορισμός: Είναι η επίκληση ανθρώπου προς άνθρωπο ή θεό να πραγματοποιήσει μια συγκεκριμένη επιθυμία. Ο ικέτης παρακαλεί άμεσα ή έμμεσα τον άνθρωπο από τον οποίο εξαρτάται η ζωή του να τον βοηθήσει να διατηρηθεί στη ζωή, να αποφύγει το θάνατο.

Τυπικό σχήμα τις ικεσίας :

α. σωματικές εκφράσεις
¨ γονάτισμα του ικέτη και άγγιγμα των γονάτων του ικετευόμενου και τις γενειάδας του, αν πρόκειται για άνδρα,
¨ προσφορά δώρων και υπόσχεση μελλοντικών.

Β. λεκτικό σχήμα
¨ επίκληση
¨ χαρακτηριστικά επίθετα – αρμοδιότητες του προσώπου
¨ υπενθύμιση παλαιότερων προσφορών του ικέτη
¨ αίτημα

Το τυπικό αυτό σχήμα δεν τηρείται πάντοτε και η παράβασή του εξυπηρετεί κάθε φορά το σκοπό του ποιητή που ξέρει να ποικίλει για να αποφεύγει τη μονοτονία τις επανάληψης.

· H ικεσία παρουσιάζεται θεοποιημένη στην Ιλιάδα: εκπροσωπείται από τις Παράκλησες(«Λιταί») και η προσβολή τις (= η άρνηση του ικέτη) επιφέρει τιμωρία στον άνθρωπο που δε σέβεται τη θεϊκή τις υπόσταση.

Την ιστορία τις τη μαθαίνουμε από το Φοίνικα στη Ραψ. Ι στ 502-512 :
« Γιατί ΄ναι κόρες κι οι Παράκλησες του Δία του τρισμεγάλου
κουτσές, με αλλήθωρα τα μάτια τις, με μούτρα ζαρωμένα,
και πολεμούν να φτάσουν τρέχοντας ξοπίσω από την Τύφλα.
Μα η Τύφλα, δυνατή, με ολόγερα ποδάρια, τρέχει απ’ τις
πολύ πιο μπρος στη γης αλάκερη, και τις θνητούς προφταίνει
κακό να κάνει, κι οι Παράκλησες ξοπίσω τις γιατρεύουν.
Κι όποιος του Δία τις κόρες σέβεται, μπροστά του ως καταφθάνουν,
έχει απ’ αυτές μεγάλο τις’ όφελος κι ακούνε τις ευχές του.
Μα ο που τις διώξει πεισματώνοντας και τις παραψηφήσει,
πάνε στο γιο του Κρόνου τρέχοντας στο Δία, παρακαλώντας
τη συφορά να στείλει πίσω του, να πάθει, να πλερώσει.»

Μετάφραση Ι.Θ. Κακριδή –Ν. Καζαντζάκη.

Θα πρέπει να υποθέσουμε ότι τα τόσο κολακευτικά λόγια που απευθύνει ο Οδυσσέας του οποίου η ζωή εξαρτάται από τη νεαρή κοπέλα εκφράζονται στο πλαίσιο της προσπάθειάς του να επιτύχει το σκοπό της ικεσίας και κρύβουν μεγάλο βαθμό υπερβολής αποσκοπώντας να τη συγκινήσει με μια ρητορική κίνηση captatio benevolentiae (σύλληψη της ευνοίας), δηλαδή για να τον πάρει από καλό μάτι η κοπέλα, να τη συγκινήσει και επομένως να προβεί στις ανάλογες ενέργειες για τη διάσωσή του: παροχή τροφής και ένδυσης αρχικά και στη συνέχεια γνωριμία με πρόσωπα που θα αναλάβουν τη μεταφορά του στην πατρίδα του.

Καταρχήν βέβαια επιχειρεί να προκαλέσει το ενδιαφέρον της, αν και η σκηνική του παρουσία είναι αρκετή, για τα σύγχρονα δεδομένα, όχι όμως της εποχής εκείνης, γι’ αυτό κρίθηκε απαραίτητη η μεσολάβηση τη Αθηνάς. Και πάλι όμως τα πρώτα λόγια που απευθύνει ο ταλαιπωρημένος ξένος στη βασιλοπούλα αγγίζουν τις ευαίσθητες χορδές της ανθρωπιάς και της καλής ανατροφής της, εφ’ όσον φαίνεται άνθρωπος που έχει και αναγνωρίζει έναν κώδικα ηθικής, στον οποίο η ίδια, αλλά και η κοινωνία της αποδίδει εξαιρετική σημασία.

«Προσπέφτω σου, ώ βασίλισσα, θνητή για αθάνατη είσαι·

άν είσαι απ’ τις αθάνατες που κατοικούν τα ουράνια,
παρόμοια με την Άρτεμη, του μέγα Δία την κόρη,
στην όψη και στ’ ανάστημα και στη μορφή σε κρίνω·
άν είσαι πάλε απλή θνητή, του κόσμου κατοικήτρα,
καλότυχοι, κι ο κύρης σου κι η βλογημένη η μάνα,

καλότυχα τ’ αδέρφια σου, που πάντα στην ψυχή τους
περίσσιας γίνεσαι αφορμή χαράς,και καμαρώνουν
τέτοιο βλαστάρι σα θωρούν μες στους χορούς να μπαίνη.
Μα ακόμα πιο καλότυχος απ’ όλους είν’ εκείνος,
που βγή στα δώρα νικητής, και ταίρι του σε πάρη.

Η επίκληση είναι εξαιρετικά μεγάλη σε έκταση, όπως και η συνολική έκταση της ικεσίας (36 στίχοι συνολικά), πράγμα ασυνήθιστο στις ικεσίες, με μια ολόκληρη σειρά κολακευτικών λόγων που λογικά δικαιολογούνται από την άγνοια της ταυτότητάς της και συμπληρώνονται από ευχές κατάλληλα προσαρμοσμένες στην περίσταση, στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται, στην ηλικία του, το φύλο και την κοινωνική θέση του τη συγκεκριμένη εποχή. Στη θέση των χαρακτηριστικών έχουμε μια σειρά κολακευτικών λόγων που εύστοχα λήγουν με την αναφορά στο ζητούμενο από την κοπέλα και που ανταποκρίνεται στο κλίμα και στη διάθεση από την αφύπνισή της μετά το όνειρο που της ενέπνευσε η θεά Αθηνά.

Ακολουθεί η παρομοίωση με το βλαστάρι της φοινικιάς που αποτελεί το αποκορύφωμα των επαίνων, και μέσω της οποίας ο πανέξυπνος βρίσκει την ευκαιρία να της υποβάλλει τη σκέψη ότι ο κυριολεκτικά ξεβράκωτος που βρίσκεται τώρα μπροστά της δεν είναι ένας τυχαίος ή παρακατιανός, αλλά ένας σπουδαίος άνθρωπος που η μοίρα, κοινή για όλους τους ανθρώπους, κάποια στιγμή τον έριξε στα πόδια της. Αυτό του δημιουργεί πρόσφορο έδαφος, αφού διεκτραγωδήσει τα βάσανα που πέρασε για να αφυπνίσει τη συμπόνια της και να διώξει μια πιθανή εντύπωση αλαζονείας, να προβάλλει πια το αίτημα το οποίο διατυπώνεται αναλυτικά και με σαφήνεια, δείχνει άνθρωπο που ξέρει τι θέλει που παρά τη γύμνια του σώματός του περιβάλλεται με πολλές ψυχικές, πνευματικές και ηθικές αρετές. Αυτός που δεν έχει ένα ρούχο να φορέσει και παρουσιάζεται ολόγυμνος μπροστά της χωρίς προσχήματα, εξιδανικεύσεις, προσποιήσεις και ωραιοποιήσεις που δεν έχει πού την κεφαλή κλίναι αυτή τη στιγμή που κρίνεται η ζωή του δεν ξεχνά ότι δεν υπάρχει μόνο αυτός: κρατά μια καλή κουβέντα, μια ευχή για την κοπέλα που βρίσκεται απέναντί του, μιας και δεν έχει ο ίδιος τίποτα να της ανταποδώσει τη χάρη που της ζητά, απευθύνεται στους θεούς να το κάνουν εκ μέρους του. Με αυτό είναι σα να τερματίζει ουσιαστικά και την υποχρέωση του ήρωα απέναντι στην κοπέλα, καθώς όποια ευεργεσία της αξίζει για την καλή της πράξη μπορεί να τη διεκδικήσει μόνο από τους θεούς. Η συγκεκριμένη ευχή μάλιστα ξεκαθαρίζει ότι ξεχωρίζει τη ζωή του από τη δική της, ιδιαίτερα με το στίχο άντρα και σπίτι και καλή καρδιά αναμεταξύ σας. Αυτό όμως ίσως τροφοδοτήσει ασύστατες προσδοκίες ή κοριτσίστικα όνειρα που αυτή τη μέρα οι θεοί παίζουν ένα άσχημο παιχνίδι εις βάρος της για να επιτύχουν τους σκοπούς τους, αφυπνίζοντας την ίδια ερωτικά. Το μόνο τελικά που θα διεκδικήσει η ίδια από τον ήρωα τη μία και μοναδική φορά που θα τον συναντήσει στο παλάτι είναι η υστεροφημία, που μπορεί να συνοδεύεται και από άλλες ανέκφραστες προσδοκίες.

«Γειά σου, χαρά σου, ξένε μου, και σα βρεθής στη γής σου
να με θυμάσαι, που τη ζωή χρωστάς σ’ εμένα πρώτη.»

Ο Οδυσσέας δεν της χάρισε την υστεροφημία, σίγουρα πάντως την κέρδισε από τον ποιητή, ενώ ο αναγνώστης την αναγνωρίζει ως μια από τις πιο συμπαθητικές και αγαπητές μορφές της Οδύσσειας και ολόκληρου το ομηρικού έργου. Αν κέρδισε κάτι από τις σιωπηλές διεκδικήσεις της από τον Οδυσσέα, μένει βέβαια ένα ερώτημα αναπάντητο, για το οποίο απάντηση μπορεί να δώσει μόνο η … σιωπή του ίδιου του Οδυσσέα, που αναφερόμενος στα πρόσωπα που καθόρισαν την επιστροφή του αποσιωπά σκόπιμα το όνομά της, και όχι φαντάζομαι ως ανάξιο να αναφερθεί.

Κι εσένα οι θεοί να δώσουνε ό,τι ζητάει η ψυχή σου,
άντρα και σπίτι και καλή καρδιά αναμεταξύ σας,
που άλλο στη γής καλύτερο και πιο λαμπρό δεν είναι,
παρά μιά γνώμη να ‘χουνε γυναίκα κι άντρας πάντα
στο σπίτι, να λυπούνται οχτροί, να καμαρώνουν φίλοι,

και το καλό τους τ’ όνομα να συχνακούνε εκείνοι.»

Γιατί η παρουσία της Ναυσικάς αποτελεί πειρασμό και μάλιστα το σημαντικότερο απ’ όσους έχει συναντήσει ο ήρωας; Πρώτα πρώτα γιατί δεν τον διεκδικεί ή δεν του επιβάλλει την παρουσία της δια της βίας ή δεν απαιτεί για τη βοήθειά της αντάλλαγμα κάποιες υπηρεσίες του. Είναι η γνήσια αγάπη ανάλογη προς την χριστιανική σε βάθος και ποιότητα που προσφέρεται χωρίς απαιτήσεις και ανταλλάγματα. Δεν κρύβει υστεροβουλία και συμφέρον και κατά αυτή την έννοια είναι η πλέον αγνή. Για την περίπτωση της Ναυσικάς πρόκειται για την πρώτη περίπτωση που αντίκρισε με διαφορετικά μάτια έναν εκπρόσωπο του άλλου φύλου προετοιμασμένη από το όνειρο της Αθηνάς που της έκανε λόγο για γάμο.

Η δροσιά της ηλικίας, η αγνότητα της παρθενίας, αν και ως όρος δε δηλώνεται στο ποίημα, εκτιμάται όμως από τον αναγνώστη μεταγενέστερων εποχών, η παιγνιώδης και χαρούμενη ατμόσφαιρα που έρχεται σε έντονη αντίθεση με την απεγνωσμένη κατάσταση του Οδυσσέα που επιζητά την επιβίωση μεγεθύνουν στα μάτια του την αξία και την ομορφιά που έχει απέναντί του.

Θα μπορούσε βέβαια να αντιτείνει κανείς ότι οι ήρωες δε διαθέτουν την ελευθερία της βούλησής τους, καθώς η Αθηνά έχει σκηνοθετήσει τη συνάντηση των προσώπων για να βοηθήσει τον προστατευόμενό της. Ως εδώ όμως. Η ελευθερία του ήρωα έγκειται στον τρόπο με τον οποίο αξιοποιεί ή όχι τις ευκαιρίες που φέρνει μπροστά του η θεά. Θα μπορούσε εκείνο το ίδιο βράδυ να δεχτεί την πρόταση γάμου που του απευθύνει γεμάτος εκτίμηση κιόλας από τη σύντομη γνωριμία του ο βασιλιάς Αλκίνοος, κερδίζοντας όχι μόνο μια δροσερή κοπέλα ως σύζυγο αντί μιας γερασμένης Πηνελόπης , αλλά και πολλά άλλα πλεονεκτήματα: ένα ακμάζον βασίλειο και οικονομικά με κοινωνική και πολιτική οργάνωση, όπου δε φαίνεται η εξουσία του Αλκίνοου να απειλείται από τους άρχοντες, αλλά βρίσκεται σε μια αγαστή συνεργασία μαζί τους, και μια κοινωνική ζωή στερεωμένη σε ηθικό δίκαιο. Η οργανωμένη κοινωνία προβάλλεται έντονα μέσα από την αντιπαραβολή της προς την κοινωνία των Κυκλώπων. Αυτό που έχει μπροστά του ο Οδυσσέας, το γνωστό, δεν παρουσιάζει κανένα πρόβλημα και κανένα κίνδυνο, γι’ αυτό το λόγο δεν έχει και κίνητρο να αγωνιστεί ένας άνθρωπος που έδωσε το όνομα του σε ένα κείμενο που έγινε πλέον συμβολικό: ο άνθρωπος των αγώνων, που υπερβαίνει τα εμπόδια, που τίποτα δεν του προσφέρεται, αλλά το κερδίζει με τις σωματικές ή νοητικές του δυνάμεις, θα έχανε την ταυτότητά του και την υπόστασή του, αν έμενε εκεί.

Αντίθετα επιλέγει να συνεχίσει το ταξίδι μέχρι τέλους, το ταξίδι στο άγνωστο, όπου έχει να δοκιμάσει τις δυνάμεις του για να κερδίσει τα πάντα, καθώς όλα είναι αμφισβητήσιμα και τίποτε δεδομένο, από την οικογένειά του, πρώτα πρώτα τη σύζυγο, μέχρι την περιουσία και το βασίλειο, από τα οποία μπορεί να κριθεί και η ίδια του η ζωή.

Αν αυτή την τελευταία στιγμή, στο παρά πέντε της επιστροφής του στην πατρίδα, εμφανίζεται ο πειρασμός, είναι για να επαναξιολογήσει την απόφαση που πήρε, την απόφαση του αγώνα, της εγρήγορσης και όχι της επανάπαυσης και του εφησυχασμού. Έτσι δικαιώνεται ο ρόλος του ανθρώπου, που απαντά πρόθυμα «παρών» στις δυσκολίες, που κλείνει την πόρτα στο εύκολο, στο γνωστό, στο δεδομένο, στη στασιμότητα. Κατ’ αυτή την έννοια ο Οδυσσέας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο πρώτος φιλόσοφος, που δέχεται να ξεκινήσει από το μηδέν και να αποκτήσει με τις όποιες ψυχοσωματικές δυνάμεις διαθέτει τα σκοπούμενα αγαθά. Διατηρεί την ελευθερία επιλογής του, λέγοντας «όχι» σ΄ αυτά που του επιβάλλονται, προσπερνώντας πολλά εμπόδια, αρνούμενος αγαθά για τα οποία άλλοι θα έτριβαν τα χέρια τους από ευχαρίστηση, και με καθυστέρηση δέκα ετών αποφασίζει να δοκιμάσει την τύχη του αποδεχόμενος το όποιο τίμημα. Η παρουσία της Αθηνάς δίπλα του και του Ποσειδώνα εναντίον του φανερώνουν την πίστη του ποιητή στον ανθρώπινο ήρωά του που μπορεί να υπερβαίνει δυνάμεις ανώτερες από εκείνον ή να συνεργάζεται με αυτές χωρίς να στερείται την ελευθερία του.

Το ομηρικό πρόβλημα ανακύπτει σε κάθε μας βήμα: αν πρόκειται για το πρώτο ελληνικό λογοτεχνικό κείμενο προϋποθέτει ένα πολύ υψηλό επίπεδο πνευματικής εξέλιξης σε όλους τους τομείς πέραν του καθαρά λογοτεχνικού: ανθρωπογνωσίας ψυχολογίας, κοινωνιολογίας, πολιτικής, φιλοσοφίας.

Και βέβαια πρέπει να σκεφτούμε ότι η επίτευξη ενός στόχου γίνεται πιο ενδιαφέρουσα και πιο γοητευτική όταν το τίμημα, η θυσία, το αντίτιμο έχει αξία. Ο Οδυσσέας προσπέρασε χωρίς δυσκολία την πρόταση της αθανασίας, που αποτελεί το σημαντικότερο αγαθό που απαρνήθηκε. Το επόμενο που θα μπορούσε να επιθυμήσει στα ανθρώπινα πια πλαίσια είναι μια ευνομούμενη κοινωνία. Αυτή του προσφέρθηκε και την αρνήθηκε. Έτσι ο σκοπός που προτίμησε αίρεται σε επίπεδο υψηλότερο απ’ αυτό, κι ας πρόκειται για ένα όχι ιδιαίτερα εύφορο νησί, αλλά κακοτράχαλο χωρίς αμαξιτούς δρόμους, έστω και αν πρόκειται να διακινδυνεύσει τη ζωή του για να διώξει τους μνηστήρες για να διεκδικήσει τη σύζυγό του , αν δεν είναι κιόλας πολύ αργά. Αρνείται τα πάντα για να αγωνιστεί για το τίποτα που για κείνον σημαίνει τα πάντα.

«Ο Οδυσσέας στο ποτάµι» του Τάκη Σινόπουλου

Ένα φεγγάρι ολονυχτίς ταξίδευε
πάνω στην ασηµένια σου χορδή
ποτάµι σιγανό
ποτάµι

Ήσυχος ήλιος τώρα απλώνεται στη γη
ζεσταίνει το αίµα σου µε φως.
Ύστερα θάρθει το κορίτσι το αλαφρό
θα κρούσει φωτεινές παλάµες
η πέτρα του ύπνου θα κυλήσει από τα µάτια σου
θα σηκωθείς µέσα στην πρασινόλευκη σιωπή
κι οι νύµφες θα τροµάξουνε
θα φύγουν στην κοιλάδα γοργοπόδαρες
και το κορίτσι τ’ άσπρο θάναι δροσερό
σα δέντρο κάτω από το φως
πιο πέρα τ’ άλλα δέντρα κι η σιωπή
θα στρίψουν θα κοιτάξουν
το δέντρο µε το φόρεµα της άνοιξης
να σκύβει ατάραχο ν’ αγγίζει το ποτάµι
την ασηµένια σου χορδή
ποτάµι σιγανό
ποτάµι

Μα εσύ µιλώντας τώρα εµπρός στο Βασιλιά
– και τ’ άσπρο δέντρο ακούγοντας στα δώµατα.
Μιλώντας µε τον τρόπο που µιλούν
οι ζωντανοί θυµήσου.
Στη θάλασσα οι πνιγµένοι ταξιδεύοντας
γυρεύουν την πατρίδα τους κι όλο κοιτάνε κάτω


ΑΛΚΗΣ ΑΛΚΑΙΟΣ
Απόψε μέτρησα για σένα χίλια μίλια
λευκό χαρτί μες στης αγάπης την μποτίλια,
το φως που ρίχνει η κάμαρά σου στην αυλή σου,
για μένα είναι σινεμά του παραδείσου.

Χίλια τα πλάνα σου, τα χρώματα κι οι τόποι,
Ελένη, Κίρκη, Ναυσικά και Πηνελόπη
μια χαραμάδα άνοιξέ μου να περάσω
μ’ένα σου τρικ να ψωνιστώ και να ξεχάσω

Είν’η καρδιά μου φτερωτή σε άδειο μύλο,
φύσα ουρανέ μου κι όταν σβήσει ο παλμός,
θα’ναι για σένα που θα ζω σε αιώνιο κύκλο
ατμός, βροχή, ποτάμι, θάλασσα κι ατμός.

Βάφει η σελήνη τα βουνά κι εσύ τα χείλη,
μ’άρωμα ψέμα μου ποτίζεις το μαντήλι,
κι ύστερα φεύγεις με αυτόματο πιλότο,
κάποιο κρυμένο θησαυρό να βρείς στο Νότο.

Τόσα ταξίδια σε κορμιά ψυχές και τρένα,
τόσα τραγούδια σε παράθυρα κλεισμένα,
σαν τους φαντάρους που ξεχνούν τη μοναξιά τους,
μ’ένα φτηνό τραντζιστοράκι στη σκοπιά τους.

Γιώργος Μανουσάκης, ΝΑΥΣΙΚΑ
Όταν τον είδα να προβαίνει απ’ τα χαμόκλαδα
γυμνός κι ηλιοκαμένος με την άρμη
πάνω στους ώμους ν’ ασπρίζει
με φύκια στα μαλλιά και μια μικρή
πεταλίδα μπλεγμένη στα γένια του
Είπα πως ίδιος  Θεός της θάλασσας
βγήκε σ’ εκείνο το απόμερο ακρογιάλι.
Αν και μιλούσε σιγανά, παρακαλώντας,
τα λόγια δε λιγόστευαν την αρχοντιά του.

Πώς σείστηκε έτσι ξαφνικά η καρδιά μου
κι όλα τα πρωτινά μας τα παιχνίδια
μου φάνηκαν καμώματα παιδιών ανέγνοιων.
Και σάστισα που από τη μια στιγμή στην άλλη
μεγάλωσα και σα γυναίκα πια έβλεπα
Κι όμοια σκεφτόμουν: «Αχ, νά ‘ταν ένα τέτοιον
άντρα να μου χαρίζαν οι θεοί!»

Κι όταν μεσ’ στο παλάτι νιόλουστος, ντυμένος
στο πλάι του πατέρα μου διηγούνταν
τα βάσανα και τα δεκάχρονα παθήματά του
μα και τις ηδονές που τον κεράσανε οι θεές
σε βαθιά σπήλαια και παλάτια καταστόλιστα
εγώ σαν πεταλούδα είχα καθίσει
στ’ αδρά του χείλια κι έπινα κάθε του λόγο
κι ένιωθα όλος ο κόσμος να σκαμπανεβάζει
σαν το καράβι του Οδυσσέα στη φουρτούνα.

Τη νύχτα ακροπατώντας με γυμνές πατούσες
πήγα στην κάμαρή του κα τον βρήκα.
«Μείνε», του είπα, «μαζί μας στη Σχερία
και κάμε με να νιώσω ό,τι ένιωσε μαζί σου
η Καλυψώ  που εφτά γεμάτα χρόνια
σε κρατούσε κοντά της. Άγγιξέ με
ετούτη τη στιγμή, καθώς που ξέρεις
αγαπημένε μου, πολύπειρε άντρα.»

Τον είδα που αχνογέλασε στο φως του λύχνου
(γλυκόπικρο ήταν το χαμόγελό του )
κι ακούμπησε το χέρι στα μαλλιά μου.
κάτι άρχισε να μου λέει, μα εγώ δεν άκουγα
παρά σα μέλισσας βουητό όπου χάνονται τα λόγια.
και θόλωσαν τα μάτια μου και βιαστικά
έτρεξα να κλειστώ στην κάμαρή μου.


Δεν υπάρχουν σχόλια: