Τρίτη, 6 Απριλίου 2010

μινωικά νεώρια - έπαυλη Νίρου


Ο ήλιος στέλνει τις τελευταίες πύρινες αχτίνες του. Τώρα που βράδιασε ο μέγας αρχιερέας της έπαυλης περνά το πολύθυρο που βγάζει στη δυτική πύλη , η οποία έχει πρόσοψη προς το βορρά. Καθισμένος εκεί απολαμβάνει με ηρεμία το τέλος μιας ακόμα όμορφης μέρας. Οι ήχοι των νεωρίων τέτοια ώρα λιγοστεύουν, καθώς οι εργάτες, μετρώντας την ώρα με το μπόι του ήλιου, είχαν σχολάσει.

Σε απόσταση 50 μέτρων από το βόρειο τοίχο της έπαυλης το κύμα στέλνει πρόθυμα τα πορφυρά φιλιά του στην ακτή. Αφροί που πλάθουν χιλιάδες σχήματα που κανένα δεν είναι όμοιο με άλλο. Μια χιλιοειδωμένη εικόνα που καθηλώνει το μάτι, που κανείς δε βαρέθηκε, που κανένας δε χόρτασε, φαινομενικά ίδια, πάντα διαφορετική. Καθώς όμως η μέρα μεταμορφώνεται σε τόνους του γκρίζου, ο ήχος δυναμώνει σκιάζοντας την όραση. Είναι η ώρα των τυφλών να εξομοιωθούν με τους υπόλοιπους προνομιούχους του γήινου κόσμου. Είναι η ώρα να ανοίξουν τις πύλες τους οι αισθήσεις που μένουν αδικημένες από το δυναμισμό της. Ήχος σιγανός σαν ερωτικός ψίθυρος, άλλοτε ήρεμος σα φιλική κουβεντούλα και άλλες φορές εκκωφαντικό μούγκρισμα των κυμάτων με τα βράχια σαν πάλη προαιώνιων εχθρών. Μια μουσική που δε χορταίνει καμιά ακοή, που δεν κουράζει κανένα αυτί. Το κύμα αιωρούμενο σε ιπτάμενες στάλες έρχεται να ποτίσει το δέρμα σου και η αρμύρα του να εισχωρήσει στην πιο κρυφή καμπύλη του κορμιού. Ξέπνοος από τη σφοδρότητα της επίθεσης με τις αισθήσεις σε εγρήγορση, σε μια ερωτική σχεδόν συνεύρεση, σε θέση λαβειν απολαμβάνεις τη δωρεά της φύσης, που κανένα δώρο δεν μπορεί να συναγωνιστεί την αξία του.

Καινούρια καράβια είχαν ριχτεί εκείνη τη μέρα στη θάλασσα. Ο μέγας αρχιερέας με ευχές και προσευχές τα είχε ευλογήσει βυθίζοντας τους ιερούς πελέκεις στα κύματα για να κόψουν με τη δίκοπη επιφάνειά τους την ορμή τους και να προοιωνίσουν εύπλοια. Το παρθενικό βάπτισμα συνοδεύτηκε από ενθουσιασμό και πολλές ελπίδες.

Ο παφλασμός του κύματος στην επαφή του με τα νέα σκαριά σκέπασε τους φόβους του ταξιδιού και μαζί με τους γλάρους συνόδευσε τη φαντασία στους δρόμους της άγνοιας που επιδιώκει να γίνουν βατοί και με το σώμα, αφού πρώτα η σκέψη τριγύρισε πάνω τους, εισχώρησε μέσα τους, περπάτησε γύρω τους: η τόλμη της αναμέτρησης με το κύμα, με τον καιρό και το άγνωστο. Η αίσθηση της ελευθερίας, της απώθησης του δεδομένου και του τετριμμένου, του εφησυχασμού και της επανάπαυσης, της στέρησης των οριζόντων, της καθήλωσης του νου, που αναζητεί τους γλάρους του στους ουρανούς της διαφυγής από τα όρια της συνήθειας. Η ομιλία του νερού με τα στοιχεία της φύσης: Ο έρωτας μεταξύ τους όλο παιχνίδι και πάθος που κυμαίνεται από την τρυφερότητα ως την αγριάδα.

Μια επιλογή γεμάτη εναλλαγές, αντιθέσεις και μεταμορφώσεις:

Η ηρεμία με η φουρτούνα: Η ένταση και η ηρεμία

Το ρηχό και το βαθύ: Το επίπεδο και το ανισόπεδο

Το μπλε και το γαλάζιο: Το νερό και ο αέρας

Ναι, είναι αλήθεια, ένα μεγάλο μέρος των εσόδων από το ναυτικό εμπόριο θα σωριαζόταν στις αποθήκες του βασιλιά, ενώ οι ίδιοι θα καρπώνονταν την εμπειρία του ταξιδιού, την ένταση και την αγωνία, την τόλμη και την αποφασιστικότητα που σκίαζε το φόβο και την αρμύρα και αντάμειβε με εικόνες άγνωστης ομορφιάς, γιατί όσες φορές κι αν πήγαινες, πάντα θα έβρισκες κάτι καινούριο σ΄ αυτό τον απέραντο κόσμο, του οποίου η άκρη δε φαινόταν πουθενά. Ταξιδεύοντας προς τις χώρες που ανατέλλει ο ήλιος είχαν την ελπίδα να τον πλησιάσουν, να βρουν την πηγή του, να συναντήσουν την αρχή του κόσμου, απ’ όπου προέρχονταν τόσα αγαθά.

Ένας κόσμος τόσο διαφορετικός από το δικό τους. Άνθρωποι μαυρισμένοι από τις κατακόρυφες αχτίνες του ήλιου, που δεν τολμούσαν να κοιτάξουν στα μάτια το βασιλιά τους, γιατί τον θεωρούσαν θεό και του έχτιζαν τεράστιους ναούς που προκαλούσαν δέος με τη μεγαλοπρέπεια και το μέγεθός τους. Όχι ότι τα δικά τους υστερούσαν σ’ αυτό, αλλά μπορούσαν να το πετύχουν με λιγότερο κόπο και χρήματα και χωρίς να χρειάζονται να δουλέψουν τόσοι άνθρωποι. Τεράστια κτίρια που έκρυβαν τον ουρανό για να θάψουν έναν άνθρωπο. Γυρίζοντας πίσω θα είχαν να λένε, να κρίνουν και να συγκρίνουν κι οι άλλοι θα κρέμονταν από τα χείλη τους . Όχι ότι είχαν να ζηλέψουν τίποτα από την ομορφιά της ανατολής, παρά μόνο τη γνώση του άγνωστου και του διαφορετικού.

Ένας μικρόκοσμος κλεισμένος σε λίγα τετραγωνικά, ενώ εκείνοι χρειάζονταν τεράστιες εκτάσεις, που βέβαια διέθεταν. Η απλότητα που συνυπήρχε αρμονικά με τον πλούτο, η κομψότητα που αναδείκνυε το εκλεπτυσμένο γούστο, η παιγνιώδης και φιλική διάθεση, η ομορφιά της φύσης ήταν στοιχεία της ιδιοσυγκρασίας τους. Οι θεοί τους δεν προκαλούσαν φόβο με τον όγκο τους. Προσιτοί, εφόσον μπορούσαν να χωρέσουν στη χούφτα τους, να κινηθούν και να μετακινηθούν. Μπορούσαν να αγγίξουν τα ομοιώματά τους, να τα κουβαλήσουν, και κατά τη σωματική επαφή να αντλήσουν δύναμη από ύπαρξή τους, να μειώσουν τη μοναξιά και την αίσθηση της ανημπόριας τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: