Τρίτη, 6 Απριλίου 2010

Σπήλαιο Σκοτεινού 27 2 2010


Φόρεσα «τα καλά μου» -όπως ταίριαζε- και μπήκα στο ιερό της φύσης, στο ανεξερεύνητο της γης, στο ναό του χρόνου, που ζει στο δικό του κόσμο, τον μυστήριο και σιωπηλό, τον άγνωστο και ανεξερεύνητο, τον διαθέσιμο μόνο στους τολμηρούς…. Συνειδητά αποφασίζω να βυθιστώ στο άγνωστο, εκεί που κανείς δε θα με αναζητήσει• ούτε η τεχνολογία.

Κι όμως κι εδώ ο άνθρωπος άφησε το στίγμα του δηλώνοντας εξουσιαστής του χώρου: μια συκιά αναγκάστηκε να γίνει αψίδα για να ικανοποιήσει τα ανθρώπινα γούστα, ένας βράχος ισοπεδωμένος από την πτώση στη μια του πλευρά μετατράπηκε σε κάθισμα.

Κι όμως• πάντα η ίδια μαγεία… κι όσο περισσότερο βυθίζεσαι το δέος μεγαλώνει, η ανησυχία για το άγνωστο εντείνεται, η απορία και ο θαυμασμός γιγαντώνονται. Όσο απομακρύνεσαι από το ορατό ανοίγει η σκέψη, πλαταίνει η φαντασία, ελευθερώνεται ο νους, αποδεσμεύεται από τις έγνοιες, ξεχνά τα βάρη, ενώνεται μ΄ αυτό στο οποίο ανήκει. Η βροχή των αιώνων, αέναη, ηχεί, σχηματίζει, μορφοποιεί, ρέει «σα να σταμάτησε όλη η κακία του κόσμου». Η ηρεμία της σιωπής, η προστασία της μήτρας, το τραγούδι του νερού, η παρέα των βράχων, η συνομιλία με το χρόνο, το φως της εισόδου, το σκοτάδι του άγνωστου, ο φόβος, η ελπίδα …

Όλα τα άλλα ακούγονται πολύ μακρινά σαν τον άνεμο που εξακολουθεί να ταλαιπωρεί τους κλώνους των δέντρων έξω από την είσοδο της σπηλιάς. Οι ταπεινές γαζίες σειούνται σύγκορμες, ανυπεράσπιστες αγνές κοπέλες αφήνονται στον άνεμο της εφηβείας, στην ορμή του ώριμου αρσενικού, ριγούν στο χάδι του, τραντάζονται από το πάθος του, ταλαντεύονται, κλίνουν από την ορμή του και μένουν παθητικά ακίνητες στην απουσία του περιμένοντας ξανά τον ερχομό του.

p1390971.JPG

Οι πέτρινοι γίγαντες της εισόδου κλείνουν το δρόμο προς το φως διαγράφοντας τη δική τους μορφή. Το κεφάλι, η νεκροκεφαλή, φύλακας της εισόδου… η επιθανάτια αγωνία ….κοιτάζοντας το σκότος του άγνωστου αποτυπωμένο στα χαρακτηριστικά με τα κλειστά μάτια, το στόμα ορθάνοιχτο, γδαρμένο το πρόσωπο, το σώμα κατασπαραγμένο, σπρωγμένο πίσω, ατενίζοντας ψηλά σα να δέχτηκε απρόσμενο χτύπημα … Μια πρώτη προειδοποίηση του τάφου που έμαθαν ν΄ ανοίγουν κι οι άνθρωποι, όπως η φύση, για να τυλίξουν το σώμα σε μια αιώνια ζωή.

Μυρουδιά θυμιάματος που καίγεται … ψευδαίσθηση; Ο ρόλος των αισθήσεων δοκιμάζεται και κρίνεται εδώ μέσα. Δοκιμάζω τη φωνή μου στη φυσική τεχνολογία της μεγαφώνισης. Η φωνή είναι κεραυνός• αφύσικη εδώ μέσα• τα αγριοπερίστερα για λίγο τρομάζουν• έπειτα η «τάξη» αποκαθίσταται. Ένα μου λείπει: ο φωτισμός, μα ίσως τελικά να είναι βεβήλωση το τεχνητό φως• θα πρέπει να έρθεις εδώ να δεις «ιδίοις όμμασιν». Τα μάτια ανοίγουν διάπλατα να χωρέσουν την αιωνιότητα του χρόνου, μα ξέρω πως είναι μάταιο: καμία ματιά, κανένας φακός δεν μπορεί να ανιχνεύσει το μυστήριο. Συνήθως το κεφάλι στρέφεται στο φως … αναζητώντας την αλήθεια. Ποτέ δε σκέφτηκε να κάνει το αντίθετο: να κοιτάξει το …σκοτάδι …

Ο κόσμος του εκκωφαντικού θορύβου της σιωπής, αφήνει μακριά όλα τα άλλα. Η μοναδική καταιγίδα ήχου στη σιωπή είναι αυτή που κάνει ο ήχος του νερού στο σύντομο τελευταίο ταξίδι της σταγόνας από την οροφή του σπηλαίου στο δάπεδο.. Το νερό ακατάπαυστα κουβεντιάζει: σαν ποταμός, σα ρυάκι, σαν τραγούδι, σα μοιρολόγι, σα λυγμός, σαν τα τελευταία δάκρυα … Οι ομιλίες του νερού με τη πέτρα είναι η αρχή μιας αιώνιας στέρεας ζωής, που το αποτέλεσμά τους θα φανεί στο χρόνο. Περιμένω τις σταγόνες να κάνουν το ταξίδι τους, μα εκείνες αργούν• έχουν το δικό τους ρυθμό… Τ΄ αυτιά τεντώνονται ν΄ αρπάξουν και τον παραμικρό ήχο. Εδώ ο μόνος ήχος που φτάνει από το εξωτερικό περιβάλλον είναι ο θόρυβος του ανέμου στα δέντρα, κι αυτός μακρινός: συγχέεται με τον ήχο της σταγόνας• ορμητικός εκείνος, αποφασιστική εκείνη … καθένας στον κόσμο του.

Στην έξοδο η κάθαρση. Νιώθω κιόλας τη λύτρωση. «Κούφα» η ψυχή … «κούφα» τα βήματα ανηφορίζουν τα σκαλοπάτια που οδηγούν στην έξοδο. Η αναπνοή ασθμαίνουσα αγωνίζεται ν΄ ανασύρει από μέσα μου τα τελευταία ίχνη του ασήκωτου βάρους της ζωής. Το βάρος σιγά σιγά αρχίζει να ελευθερώνεται.

Να ήταν εδώ η μόνιμη κατοικία μου! «Άνθρωπος των σπηλαίων»: δεν ξέρω γιατί η φράση χρησιμοποιείται υποτιμητικά, για να δηλώσει την πρωτόγονη φάση του ανθρώπου, κι ως εκ τούτου την κατώτερη. Αφήνω το χώρο σ΄ εκείνα τα πλάσματα που το επέλεξαν ως μόνιμη κατοικία τους, που δεν έχουν ανάγκη τα φορτία εκείνα που ο άνθρωπος τα χαρακτηρίζει πολιτισμό.

Γυρνώ το κεφάλι μου σ΄ ένα χαιρετισμό• όχι αποχαιρετισμό. Τώρα το ξέρω καλά• είμαι σίγουρη: αυτός είναι ο ναός της ψυχής μου. Εδώ η ψυχή αίρεται στη λύτρωση μέσα από τη βύθιση στο χάος, στην ανάσταση μέσα από την πτώση στο βάθος, στην κάθαρση μέσα από το βάπτισμα στο χρόνο.

Ευχαριστώ για την ξενία και τη φιλότητα, τις διαχρονικές αξίες. Σαν τον κλέφτη παίρνω μερικές μόνο εικόνες να ΄χω να θυμάμαι στο ταξίδι της σκέψης στο χρόνο. Μέσα από τις αντιθέσεις η περατότητα του χώρου ανακινεί την ιδέα του χρονικά άπειρου. Στον περιορισμένο χώρο μεγεθύνεται η επιθυμία για την αλήθεια. Προσπαθώ να κρατήσω φεύγοντας λίγη από την ομορφιά της αλήθειας του..

Καθώς το σκοτάδι επέρχεται, το σπήλαιο συνεχίζει ομαλά, χωρίς οχλήσεις, τη φυσική του ζωή μέσα στην εύγλωττη σιωπή, τη λάλο σιωπή …

Δεν υπάρχουν σχόλια: