Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2010

πατρίδα

Αιώνια πατρίδα ο έρωτας,
άλλοτε σε πολιορκία
άλλοτε σε κατοχή.
Πάντα σε επανάσταση.

αποστειρωμένη ζωή

Πάνω στις τραχιές πέτρες γράφει ο χρόνος ημερολόγιο
Αποστειρωμένη ζωή στο φιαλίδιο μιας παρωχημένης ηθικής
Στον εφιάλτη του ΠΡΕΠΕΙ που δεν έγδαρα ποτέ.

Όνειρα

Κουδουνίζουν τα όνειρα που δεν πίστεψα
Αντηχούν τον κούφιο τους χτύπο
Φωνάζοντας τη σιωπή της απουσίας τους.
Ζήτησα την αλήθεια και μου απάντησε η σιωπή.
Θέλησα την αγάπη και ήρθε η απουσία.
Πόθησα τη ζωή μου και αντήχησε ο χρόνος.
Έπιασα το χώμα στις χούφτες μου και βρήκα την αλήθεια.
Μύρισα τον αέρα και βρήκα την ψυχή μου.
Πόθησα την αγάπη και έφτιαξα ένα όνειρο.

διαδίκτυο

Η σκέψη ζητιανεύει τ' όνειρο
κι αυτή τη νύχτα των σιωπηλών κραυγών
απ' τον κρατήρα των πλήκτρων.

Δευτέρα, 23 Αυγούστου 2010

Σούγια



Το τελευταίο φως της ημέρας γυαλίζει τις γκρίζες πέτρες με εκείνη την  κοκκινωπή απόχρωση που ξεψυχά πριν έλθει το σκοτάδι. Ο άνεμος με δέρμα της αρμύρας χτυπά ανελέητα τα βράχια που καταλήγουν στη θάλασσα κι άλλα που κρέμονται στο χείλος της αναπνοής. Κάθε άκρη ένα μπαλκόνι στη θάλασσα, συνώνυμο του απέραντου.
Η κόπωση του ανεβάσματος, η δυσκολία της αναπνοής στο κάθετο ανέβασμα σύντομα σε ανταμείβει με τη θέα που σ’ αφήνει χωρίς ανάσα. Το βλέμμα λαίμαργο ταξιδεύει στους απανωτούς ορμίσκους, στα ασπριδερά βράχια που κρέμονται στην άβυσσο του φόβου. Τα καχεκτικά πεύκα επιμένουν πεισματικά να κρατιούνται στη ζωή με μικρές ή μεγαλύτερες απώλειες ανάλογα με το θράσος τους. Το ζωηρό πράσινο των πεύκων τινάζει το άρωμα με τις ορμητικές ριπές του βοριά ανακατεύοντάς το με τη θαλασσινή αρμύρα. Εξίσου σφοδρή και παράφορη η σοροκάδα το ανακατεύει με το ήμερο τοπίο της ελιάς.
Τα σημάδια των αλλαγών του χρόνου στα σκούρα βράχια, όπου η θάλασσα λαχανιάζει να σκαρφαλώσει, σου φωνάζουν ότι η ζωή σου δε θα είναι πάντα έτσι όπως την αντικρίζεις αυτή τη στιγμή. Κάθε χρόνο σκάβει δίνοντας άλλη μορφή στην παραλία. Φτιάχνει άλλες θαλάσσιες κοιλιές να απλώνεται το κύμα ανάλογα με τα κέφια του ανέμου.
Το κοντινό φέρνει τη σφραγίδα του ανθρώπου. Ο άνθρωπος καλός μαθητής της φύσης ακολουθεί τον παράτολμο αγώνα της χτίζοντας εκκλησάκια στις κορφές, ιερά από τα πανάρχαια χρόνια να εξευμενίσει το άγνωστο, να κατακτήσει αυτό που πιστεύει ότι δεν έχει δικαίωμα να του αντιστέκεται. Οδικές χαρακιές περικυκλώνουν τους κοντινούς χαμηλούς λόφους, αλλά αραιώνουν όσο τα βουνά ψηλώνουν το μπόι τους αντιστεκόμενα στην ανθρώπινη χειραγώγηση. Η φύση έχει το δικό της τρόπο να αντιστέκεται υψώνοντας το μέτρο της πιο πάνω από τον άνθρωπο.
Κάθε χρόνο παλιοί και νέοι επισκέπτες επισκέπτονται τη μικρή περιοχή που ξεδιπλώνει φιλόξενα την παραλία να καλωσορίσει τους επισκέπτες της. Μικρά μοναχικά καταφύγια για τους λάτρεις της ησυχίας. Τα χρώματα, οι μυρουδιές, τα σχήματα συνωστίζονται στην τράπεζα υποδοχής. Οι περαστικοί δεν προλαβαίνουν να αποθηκεύσουν τις εικόνες και τις μπουκώνουν βιαστικά στα ηλεκτρονικά μέσα, να τις μηρυκάσουν, όταν θα βρουν καιρό. Η τόλμη και η αντοχή τους μαζί το χρόνο παραμονής τους θα κρίνουν το αποτέλεσμα της αφομοίωσης του παρθένου και ανεξάντλητου πλούτου ομορφιάς της περιοχής, που κάθε στιγμή αλλάζει μορφές και προσφέρεται για όλα τα γούστα, αφήνοντας την αίσθηση του απείρου.

λύτρωση

Σηματωρός της ζωής το ασπρόμαυρο φόντο στους τοίχους
Μορφές που σε κοιτάζουν από το άλλοτε και τώρα από το αλλού
ύστερα καρφώνονται ολοφώτεινες στον ύπνο σου
κι σκιάζουν τις μέρες σου με την ομίχλη τους.
Η σκιά του θανάτου σέρνεται πάνω στη μνήμη των ζωντανών.
Οι αναμνήσεις είναι βαρύ φορτίο.

Το παρελθόν δεν είναι λύτρωση τελικά…

ημερολόγιο

Πλατειά σκαλοπάτια για τα πατήματα στην τραχιά γη
μικρά βήματα στις μεγάλες πέτρες
μοιράζουν τα δάνεια της επίγειας ζωής.
Στα ίδια βήματα θα πατούν ξένα πόδια.
Πάνω στην πέτρα γράφει ο χρόνος ημερολόγιο.
Πικρή ειρωνεία στο θάνατο
που καμαρώνει προκαταβολικά για το θύμα του.

Ο μόνος που απαντά είναι το άπειρο...

χθες

Τότε που τα όνειρα χαμήλωναν στο μπόι των βουνών
Ιδρώτας κι άρωμα άχυρου στη φύση
Κρυφτό στα ερείπια παλιών σπιτιών
Κουβέντες κάτω από την κληματαριά
πεταλούδες γύρω από το νυχτερινό φως
στον ήχο της γριάς κουκουβάγιας

Οι αναμνήσεις πεθαίνουν στο πρώτο φως της ημέρας.

το άγνωστο

Στο ιπτάμενο όχημα της σκέψης
ταξιδεύω παντού
με εισιτήριο το όνειρο
ταξιδιώτις της επιθυμίας
με προορισμό το άγνωστο.

Με ποια χέρια ψηλαφείς το ανέγγιχτο;

προσδοκίες

Μίκρυνα πολύ τις προσδοκίες μου,
για να ψηλώσουν τα πράγματα.
Νόμισα ότι ο χρόνος είχε κάνει μεταβολή,
όταν ξανάκουσα τον αέρα να σφυρίζει στα σύρματα
και τη βροχή να κροταλίζει στα κεραμίδια.
Όμως η χαρά δε μένει φυλαγμένη στο ράφι της
ούτε σου επιστρέφεται με τόκο.

άστρα

Κοιτάζουν την Αφροδίτη που σεργιανά στον ουρανό
αλλάζοντας φύλο κι ονόματα.
Περιμένουν το φεγγάρι που αλλάζει σχήμα κάθε βράδυ.
Πετούν αγκίστρια να ψαρέψουν την ελπίδα
απ’ τ’ άστρα που τρεμοσβήνουν στον ουρανό.
Μέχρι που κάποιος είπε
ότι εκείνα έχουν από χρόνια πεθάνει ….

παρελθόν

Οι αναμνήσεις είναι ψεύτικο σωσίβιο
που σε κρατούν στο βυθό του παρελθόντος.
Τρέφονται με το σκοτάδι του χρόνου
και συσκοτίζουν το θολό φως της ζωής.
Το παρελθόν δεν υπήρξε ποτέ λύτρωση…

σκιές

Η σκιά στις πλαγιές μετράει το χρόνο,
καθώς ανεβαίνει η σκοτεινή γραμμή στο λαιμό του βουνού
κι ύστερα ματωμένο νέφος απλώνεται πάνω απ’ το κεφάλι του.
Αποθηκεύω τις τελευταίες αναλαμπές στο βλέμμα μου,
πριν ανατείλουν τα φωτεινά νυχτερινά θραύσματα
Έτη Φωτός μακριά μου.

βιασύνη

Κάποτε βιαζόμουν να σπρώξω το χρόνο,
μα τώρα θέλω να τον γυρίσω πίσω
να απαιτήσω τα χρέη του σε μένα
και τόκο να του ορίσω για περιουσία μονάκριβη
διεκδικώντας το μερίδιο που μου ανήκει.

Πόσο αντέχει να περιμένει αυτό κανείς που δε θα έρθει;

παραμύθια

Στο παλιό τζάκι
μέσα στα δακτυλίδια του καπνού
αναδεύονταν τα παραμύθια
που ρούφαγαν τα παιδικά μας αυτιά
διψασμένα για περιπέτειες και για νίκες,
κι ας μαντεύαμε το τέλος
μέσα από το πονηρό χαμόγελο της γιαγιάς.
Τώρα το τζάκι έγινε καλοριφέρ
Κι οι γέροι χύθηκαν στην αιώνια σιωπή.
Τα παιδικά αυτιά ακούν ιστορίες που δεν είναι πια παραμύθια.

ελιά


Στριφογυριστές πτυχές ο χρόνος ζωγραφίζει τον καιρό στο στήθος της ελιάς
Άδειες κούφιες κοιλιές οι αιώνες στο κορμί της
Ροζιασμένα δάχτυλα οι χρόνοι στους κλώνους
Ασήμι του ήλιου δεμένο με πράσινο αίμα τα φύλλα της
Μεταξένιος χυμός στα δάχτυλα ο χυμός της
Ίσκιος πλατύς της ανάσας μας.

παιχνίδι κρυφτού

Που είχε κρυφτεί η χαρά, όταν την έψαχνα;
Δεν ήταν παιχνίδι κρυφτού, όπως νόμιζα•
Αργά …
Τώρα που εγώ «βγήκα»
Εκείνη έχει φύγει

Ιθάκη

Λάθεψες, Οδυσσέα!
Η Ιθάκη δεν είναι αυτή που νόμισες!
Ο Τηλέμαχος ποτέ δε σε συγχώρεσε που τον άφησες μωρό.
Τις νύχτες παρακαλεί τις Ερινύες να χαθείς στις θάλασσες.
Η Πηνελόπη έπαψε από νωρίς να κλαίει στο κρεββάτι σου.
Η αγκαλιά της δε γεμίζει με τη δόξα του πολέμου.
Ο Εύμαιος ετοιμάζει το φόνο σου με τους μνηστήρες.
Κι η Ευρύκλεια δε βλέπει πια...

αναμνήσεις

Η μνήμη δίψασε τα χρόνια του παιδιού,
τον ιδρώτα που δε μύρζε αρμύρα.
Ξύνω τη φλούδα της μνήμης
να δροσιστεί η λάβα των αναμνήσεων.
Οι αναμνήσεις δεν είναι μόνο για τους γέρους.
Είναι γι' αυτούς που βρίσκονται στο χείλος της ελπίδας.

μνήμη

Η μνήμη σέρνεται ακάλεστη πάνω στο δέρμα,
διαπερνά σα βαριά ανάσα τη γραμμή του χρόνου
ανασκαλεύοντας τις αποθήκες του μυαλού.
Ψαχουλεύει ανελέητα τις αλήθειες
κι αποκαλύπτει τα όνειρα
που έχεις καταχωνιάσει στα απόκρυφα μπαούλα.
Αδίσταχτα περνά σα ρίγος πάνω στις πληγές:
ξεγυμνώνει τα πάθη
κι αφήνει ασυγχώρητα τα λάθη.

και μίλησε η σιωπή

Σίγησα και βρόντηξαν οι σιωπές
Πλησίασα και ζωντάνεψαν οι απουσίες
Ζωντανοί και νεκροί φόρεσαν τα σάβανα
κι ακάλεστοι ήρθαν ζητώντας δικαιοσύνη
από κάποιον που δεν υπήρξε ποτέ διακστής.

αναπάντητα

Ποια τιμή έχει ο πόνος;
Πού πάει η ελπίδα όταν χάνεται;
Πού πήγε η ζωή που δεν έζησα;
Τι άνεμος φυσάει στο πουθενά;

Πολλές ερωτήσεις, μα απαντήσεις λιγοστές...

όνειρο

Δαγκώνω τ' όνειρο στη χούφτα μου
εκεί που έμεινε ανεκπλήρωτο
να το κοιτώ
σαν αστέρι που ξέπεσε στη γη.

Κυριακή, 22 Αυγούστου 2010

απόδειπνο

Κουβέντες του απόδειπνου
σχήματα του φεγγαριού στον ορίζοντα
παιδιά στα γόνατα των γυναικών.
Εικόνες ανεβαίνουν τα σκαλοπάτια της θύμησης
αρώματα του σκίνου και της θημωνιάς
απόηχος των βημάτων στις τραχιές πέτρες.
Οι αγαπημένοι χάθηκαν στο χθες.

Πού κρύφτηκε η γριά κουκουβάγια;

Ημερομηνία λήξης

Ημερομηνία λήξης:
βαρίδι του χρόνου
που ξεπεζεύει από την ελπίδα.

Κάπου μακριά βουίζει το άπειρο.

συνομιλία

Μου μιλάει ο χρόνος.
Σιγανά κουβεντιάζει με τα όνειρά μου.
Τους χαμογελάει αδέξια
κι ύστερα τους γυρίζει την πλάτη.