Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010

Αναγιγνώσκοντας το μινωικό πολιτισμό με οδηγό την ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη

Κάτασπρο γιασεμί
Και μυ- και μυ-
Και μυστικέ μου Αποσπερίτη
Πάρτε με πάρτε με στην Κρήτη
και μη και μη
Και μη ρωτάτε το γιατί
Οδ.Ελύτη, Τα ρω του έρωτα, Ελένη
 
 


Από το πολύ να μη σκέπτομαι τίποτα και να μη συγκινούμαι από τίποτα, ξεθάρρεψε ο χρόνος και μ’ απόλυσε καταμεσής του Κρητικού πελάγους.

Έγινα χιλιάδων ετών και ήδη χρησιμοποιώ τη μινωική γραφή με τόση άνεση που ο κόσμος απορεί και πιστεύει στο θαύμα.

Το ευτύχημα είναι ότι δεν καταφέρνει να με διαβάσει.
Οδ. Ελύτη, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου, Πέμπτη, 7Μ
  • Η γραμμή του ορίζοντα έλαμψε
    ορατή και πυκνή και αδιαπέραστη
    Οδ. ΕΛΥΤΗ, “ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ”, Η ΓΕΝΕΣΙΣ
    http://www.facebook.com/photo.php?pid=191786&id=1808138411
  • Πάντα η στολή σου είναι στολή νησιού είναι μύλος που γυρίζει
    ανάποδα τα χρόνια
    Τα χρόνια που έζησες και που τα ξαναβρίσκω να πονούν
    στο στήθος μου τη ζωγραφιά τους
    ……

    Άφηνες μια μεγάλη νύφη αφρού ανεβαίνοντας
    Τίναζες το κεφάλι σου σαπουνισμένο από την πρωινή ομορφιά
    Η αιθρία πλάταινε τα μάτια σου
    Οδ. Ελύτης, Προσανατολισμοί, Η γέννηση της μέρας
  • Ναοί στο σχήμα τ' ουρανού
    Φύγανε φύγανε και βαθιά κάτω απ'το χώμα συννέφιασε ανεβάζοντας χαλίκι μαύρο και βροντές, η οργή των νεκρών και αργά στον άνεμο τρίζοντας εγυρίσανε πάλι με το στήθος μπροστά φοβερά των βράχων τ'αγάλματα
    Οδυσσέας Ελύτης
    http://www.facebook.com/photo.php?pid=191786&id=1808138411#/photo.php?pid=192807&id=1808138411
  • ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ αλήθεια που ήμουνα 
    Ο πολλούς αιώνες πριν
    Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά
    Ο Αχειροποίητος

    με το δάχτυλο έσυρε τις μακρινές
    γραμμές
    ανεβαίνοντας κάποτε ψηλά με οξύτητα
    και φορές πιο χαμηλά οι καμπύλες απαλές
    μία μέσα στην άλλη
    στεριές μεγάλες που ένιωσα
    να μυρίζουνε χώμα όπως η νόηση

    Τόσο ήταν αλήθεια
    που πιστά μ' ακολούθησε το χώμα
    έγινε σε μεριές κρυφές πιο κόκκινο
    και αλλού με πολλές μικρές πευκοβελόνες

    Ύστερα πιο νωχελικά
    οι λόφοι οι κατωφέρειες
    άλλοτε και το χέρι αργό σε ανάπαυση
    τα λαγκάδια οι κάμποι

    κι άξαφνα πάλι βράχοι άγριοι και γυμνοί
    δυνατές πολύ παρορμήσεις
    Οδυσσέας Ελύτης, Άγιον Εστι, Γένεσις
    http://www.facebook.com/photo.php?pid=204750&id=1808138411
  • Σαν γυναίκα που νιώθει πια τα νιάτα της

    Και χαρίζει ανοίγοντας τους κόσμους των ματιών της ηδονή ανεξάντλητη

    Οδ. Ελύτης, Προσανατολισμοί, Στ
    http://www.facebook.com/photo.php?pid=204750&id=1808138411#/photo.php?pid=175611&id=1808138411
  • Σε χώρα μακρινή και αρυτίδωτη τώρα πορεύομαι.

    Τώρα μ΄ ακλουθούν κορίτσια κυανά

    Κι αλογάκια πέτρινα.
    Με τον τροχίσκο του ήλιου στο πλατύ μέτωπο.

    Γενεές μυρτιάς μ’ αναγνωρίζουν

    Από τότε που έτρεμα στο τέμπλο του νερού

    Άγιος, άγιος φωνάζοντας.

    Ο νικήσαντας τον Άδη και τον Έρωτα σώσαντας
    Αυτός ο Πρίγκιπας των Κρίνων είναι.

    Κι από κείνες πάλι τις πνοές της Κρήτης

    Μια στιγμή ζωγραφιζόμουν.

    Για να λάβει ο κρόκος από τους αιθέρες δίκαιο.

    Στον ασβέστη τώρα τους αληθινούς μου Νόμους

    κλείνω κι εμπιστεύομαι.

    Οδυσσέας Ελύτης, ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, ΤΑ ΠΑΘΗ, ΙΗ΄
    http://www.facebook.com/album.php?aid=12937&id=1808138411#/photo.php?pid=175602&id=1808138411
  • Νοητή λάμψη

    Κυανό διάστημα

    Κάθαρση της ψυχής!
    Σαν να ‘λειψε ο επίγειος θόρυβος

    Σαν να σταμάτησε η κακία της μνήμης

    Καθαρό πάλλεται

    Το καινούριο μας όνειρο

    Μας τραβάει απ’ το χέρι αόρατο χέρι

    Όπου Γαλήνη γίνεται ο αθώος ουρανός

    Όπου η Ψυχή ελέγχεται αναλλοίωτη.
    Οδυσσέας Ελύτης, ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, ΩΡΙΩΝ, ζ’
    http://www.facebook.com/album.php?aid=12937&id=1808138411#/photo.php?pid=176806&id=1808138411&fbid=1082587644084
  • Κι αφήνουν τα μαλλιά τους διθυραμβικά να πλέκονται μες στις λατάνιες φεγγερών στοών

    σαν φρούτα σπάνια που γιορτάζουνε το χνούδι του πιο χλοερού των θριάμβου

    Σπινθηροβολώντας στις παλάμες γυναικών που ωράισαν τη διαύγεια
    Σαν μύθοι που έσπασαν τις πύλες των βουβών ανακτόρων τους βοώντας μια καινούρια αλήθεια

    Οι ώρες έρχονται που αγάπησαν τις ώρες μας

    Μ’ ανοιξιάτικα χείλια και χορδές πτηνών που βγαίνουν απ’ το σφρίγος τους
    Οδ. Ελύτης, Προσανατολισμοί
    http://www.facebook.com/album.php?aid=12937&id=1808138411#/photo.php?pid=175610&id=1808138411&fbid=1081981748937
  • Κοίταξα μες στο μέλλον τους μήνες και τα χρόνια

    που ξανά θα γυρίσουνε χωρίς εμένα
    και δαγκώθηκα τόσο βαθιά

    που αργά το αίμα μου ένιωσα ν' αναβλύζει ψηλά
    και να στάζει απ' το μέλλον μου.
    Οδυσσέας Ελύτης, Άξιον Εστί, Τα Πάθη, Ιστ΄
    http://www.facebook.com/album.php?aid=12937&id=1808138411#/photo.php?pid=175605&id=1808138411&fbid=1081973548732
  • Άκουσε, ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση

    Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος

    Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
    Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα

    Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.
    Οδυσσέα Ελύτη, H Μαρίνα των βράχων
    http://www.facebook.com/album.php?aid=12937&id=1808138411#/photo.php?pid=175608&id=1808138411&fbid=1081981668935
  • και στροφή γύρω του κάνοντας μ' ανοιχτές παλάμες έσπειρε
    φλόμους κρόκους καμπανούλες
    όλων των ειδών της γης τ' αστέρια
    τρυπημένα στο ένα φύλλο τους για σημείο καταγωγής
    και υπεροχή και δύναμη

    ΑΥΤΟΣ
    ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!
    Οδυσσέας Ελύτης, Άγιον Εστί, Γένεσις
    http://www.facebook.com/album.php?aid=12937&id=1808138411#/photo.php?pid=204760&id=1808138411&fbid=1097959268365
  • Των βοδιών η προσπάθεια που σέρνουν
    τους βαριούς ελαιώνες προς τη δύση
    Οδ. Ελύτη, Άξιον Εστί
    http://www.facebook.com/#/photo.php?pid=205678&id=1808138411
     
     
     
    Στων ωραίων γυναικών τα χέρια 
    Τα δυνατά λουλούδια με τον ήλιο μέσα τους
  •  
    Σαν γυναίκα που νιώθει πια τα νιάτα της
    Και χαρίζει ανοίγοντας τους κόσμους των ματιών της ηδονή ανεξάντλητη
    Οδ. Ελύτης, Προσανατολισμοί, Στ
    http://www.facebook.com/#/photo.php?pid=175610&id=1808138411&fbid=1081981748937
  • Άνεμοι γέροντες γενειοφόροι των παλαιών μου θαλασσών φρουροί και κλειδοκράτορες εσείς που κατέχετε το μυστικό σύρετέ μου στα μάτια ένα δελφίνι Στα μάτια ένα δελφίνι συρετέ μου να 'ναι ταχύ, κι ελληνικό, και να 'ναι η ώρα έντεκα!
    …………

    Άνεμοι γέροντες γενειοφόροι των παλαιών μου θαλασσών φρουροί και κλειδοκράτορες εσείς που κατέχετε το μυστικό στην καρδιά την Τρίαινα χτυπήσετέ μου και σταυρώσετέ μου την με το δελφίνι Το σημείο που είμαι: αλήθεια ο ίδιος με την πρώτη νεότητα ν' ανεβώ στο γλαυκό τ' ουρανού - κι εκεί να εξουσιάσω!
    Οδ. Ελύτης,Άξιον εστί, Τα πάθη, ΙΒ΄
    http://www.facebook.com/#/photo.php?pid=205544&id=1808138411
  • και στα μάτια μέσα των βυθών ανερμήνευτος έμεινε ο αστερίας
    Οδ. Ελύτης,Άξιον εστί, Τα πάθη, ΙΔ΄
    http://www.facebook.com/photo.php?pid=205182&id=1808138411
  • Πουλιά το βάρος της καρδιάς μας ψηλά μηδενίζοντας
    Και πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε!
    Οδυσσέας Ελύτης, ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ΤΑ ΠΑΘΗ ΙΔ΄
    http://www.facebook.com/photo.php?pid=205182&id=1808138411#/photo.php?pid=204750&id=1808138411
  • Και να παίζει με τ’ άσπρο και το κυανό η ψυχή μου
    Οδυσσέας Ελύτης, ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ
    http://www.facebook.com/topic.php?topic=12861&post=65865&uid=257689799408#post65865
  • Τα θεμέλιά μου στα βουνά και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους και πάνω τους η μνήμη καίει άκαυτη βάτος.
    Οδ. Ελύτης, Το Άξιον εστί, «Τα πάθη», Ε΄, 1-4. 1959. Ποιήματα. Ίκαρος, 2002. 145.
    http://www.facebook.com/photo.php?pid=205182&id=1808138411#/photo.php?pid=176933&id=1808138411
  • ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ
    ΓΕΝΕΣΙΣ
    ΙΔ΄
    …………….
    Τείχισε τις πλευρές του κόσμου
    Και από το μέρος τ’ ουρανού σήκωσε τις εννέα επάλξεις
    Και στην πλάκα επάνω του βωμού θυσίασε το σώμα
    Τους φρουρούς πολλούς έστησε στις εξόδους
    ………………….
    Οδυσσέας Ελύτης
    http://www.facebook.com/profile.php?ref=profile&id=1808138411#/photo.php?pid=189710&id=1808138411
  • Να γιατί γράφω. Γιατί η Ποίηση αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο θάνατος.
    Οδυσσέας Ελύτης
    «Πρώτα-πρώτα», Ζ. Ανοιχτά Χαρτιά. Αστερίας, 1974. 142
    http://www.facebook.com/profile.php?ref=profile&id=1808138411#/album.php?aid=11754&id=1808138411&page=2
  • Το ενδόμυχο φως που ασπρογαλιάζει
    κατ' εικόνα και ομοίωση του απείρου
    τα χωρίς εκμαγείο βουνά που βγάζουν
    απαράλλαχτες όψεις του αιωνίου

    ΤΑ ΒΟΥΝΑ με την οίηση των ερειπίων
    το βουνά τα βαρύθυμα, τα μαστοφόρα
    τα βουνά τα σαν ύφαλα μιας οπτασίας
    τα κλεισμένα ολούθε και τα σαραντάπορα
    Οδ. Ελύτης,Άξιον εστί, Δοξαστικόν
    http://www.facebook.com/profile.php?ref=profile&id=1808138411#/photo.php?pid=177529&id=1808138411&fbid=1083152098195
  • Θέ μου Πρωτομάστορα στα βουνά με θεμέλιωσες!
    Οδ. Ελύτης, Άξιον εστ, ίΤα πάθη, δ’
    http://www.facebook.com/profile.php?ref=profile&id=1808138411#/photo.php?pid=179180&id=1808138411&fbid=1084127322575
  • Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει
    Για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι
    Στα μέρη τ' αψηλά της Κρήτης τίποτα
    Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι
    Οδ. Ελύτης, Μονόγραμμα
    http://www.facebook.com/profile.php?ref=profile&id=1808138411#/photo.php?pid=176934&id=1808138411
  • Την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο
    Οδ. Ελύτης, Μονόγραμμα
    http://www.facebook.com/profile.php?ref=profile&id=1808138411#/photo.php?pid=179180&id=1808138411
  • Μες στο βαθύ ουρανό
    Κάθε βουνό και η υπογραφή του.
    Οδ. Ελύτη, Εκ του πλησίον
    http://www.facebook.com/photo.php?pid=176933&id=1808138411
  • Μόνος εκόλπωσα τις ευωδιές
    Επάνω στον αγρό με τις αλκυονίδες
    Τάισα τα λουλούδια κίτρινο βουκόλισα τους λόφους
    Επυροβόλησα την ερημιά με κόκκινο
    Οδ. Ελύτης, Το Άξιον εστί, Τα πάθη, Δ

    http://www.facebook.com/album.php?page=2&aid=11754&id=1808138411#/photo.php?pid=204757&id=1808138411
    • Ένα σημείο Ένα σημείο
      και σ’ αυτό πάνω ισορροπείς και υπάρχεις
      κι απ’ αυτό πιο πέρα ταραχή και σκότος
      κι απ’ αυτό πιο πίσω βρυγμός των αγγέλων
      -Ένα σημείο Ένα σημείο
      και σ’ αυτό μπορείς απέραντα να προχωρήσεις
      ή αλλιώς τίποτε άλλο δεν υπάρχει πια
      Κι ο Ζυγός που, ανοίγοντας τα χέρια μου, έμοιαζε
      Να ζυγιάζει το φως και το ένστικτο ήτανε

      ΑΥΤΟΣ
      Ο κόσμος ο μικρός , ο μέγας!
      Οδ. Ελύτη, Άξιον Εστί
      http://www.facebook.com/photo.php?pid=176898&id=1808138411
    • Και στις πέτρες μέσα τράβηξε κλωστές
      κι απ’ τα σπλάχνα της γης ανέβασε σχιστόλιθο
      ένα γύρο σ’ όλη την πλαγιά τα πλατιά στερέωσε σκαλοπάτια
      Οδ. Ελύτη, Άξιον Εστί, Γένεσις
      http://www.facebook.com/album.php?page=3&aid=12437&op=12&id=1808138411#/photo.php?pid=192155&id=1808138411
    • Για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή Που βρίσκει μες στο σώμα και πού τρυπάει τη θύμηση Και να το χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας γη.
      Οδυσσέας Ελύτης. Το μονόγραμμα (1971)
      http://www.facebook.com/topic.php?topic=12861&post=65880&uid=257689799408#post65880
    • "Mια μέρα που ένιωθα να μ’ έχουν εγκαταλείψει όλα και μια μεγάλη θλίψη να πέφτει αργά στην ψυχή μου, τράβηξα εκεί που περπατούσα μες στα χωράφια χωρίς σωτηρία, ένα κλωνάρι άγνωστου θάμνου. Το ‘κοψα Κι το ‘φερα στο πάνω χείλι μoυ. Ευθύς αμέσως κατάλαβα ότι ο άνθρωπος είναι αθώος. Το διάβασα σ’ αυτή η στυφή από αλήθεια ευωδιά τόσο έντονα που πήρα να προχωρώ τα δρόμο της με ελαφρό βήμα και καρδιά ιεραποστόλου. Ώσπου, σε μεγάλο βάθος, μου έγινε συνείδηση πια, ότι όλες οι θρησκείες λέγανε ψέματα.

      Ναι, ο Παράδεισος δεν ήτανε μια νοσταλγία. Ούτε, πολύ περισσότερο μια ανταμοιβή. Ήταν ένα δικαίωμα."
      http://www.facebook.com/album.php?page=3&aid=12437&op=12&id=1808138411#/photo.php?pid=191788&id=1808138411
    • Και πολλά τα λιόδεντρα
      που να κρησάρουν στα χέρια τους το φως
      κι ελαφρό ν’ απλώνεται στον ύπνο σου
      και πολλά τα τζιτζίκια
      που να μην τα νιώθεις
      όπως δε νιώθεις το σφυγμό στο χέρι σου
      αλλά λίγο το νερό
      για να το ’χεις Θεό και να κατέχεις τι σημαίνει ο λόγος του
      και το δέντρο μονάχο του
      χωρίς κοπάδι
      για να το κάνεις φίλο σου
      και να γνωρίζεις τ’ ακριβό του τ’ όνομα
      φτενό στα πόδια σου το χώμα
      για να μην έχεις πού ν’ απλώσεις ρίζα
      και να τραβάς του βάθους ολοένα
      και πλατύς επάνου ο ουρανός
      για να διαβάζεις μόνος σου την απεραντοσύνη
      ΑΥΤΟΣ
      ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας !
      Οδ. Ελύτη, Άξιον Εστί, Γένεσις

Λογοτεχνικές και άλλες αναφορές στο μινωικό πολιτισμό

ΔΕΚΑ ΣΧΕΔΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
2
Μια σταγόνα υδραργύρου εξατμίστηκεν η σελήνη στον ουρανό,
στα χωράφια της γης έβρεξε αστέρια
κ’ η Κνωσός εξαφανίζεται, βυθίζεται μέσα μου, -αχ, η ζωή
χάθηκεν από τα μάτια αυτά που κατεβαίνουν κατά τη θάλασσα
πάνω από στέγες μ’  ανεμοδείχτες και κάμπους μες χρυσά σει-
ρήτια από σπάρτα.
Σε μια διάπυρη λάβα λειώσανε τα πάθη μας:
σε κοιτάζω κρατώντας σε στα σκέλια μου:
ο κόσμος μπορεί να πεθάνη.
Ένας τραγικός πρίγκηπας υψώνει τα χέρια στους ουρανούς∙
ανάμεσα από τα χέρια του βούισε μια χρυσόμυγα ύστερα, ο
κόσμος πέθανε. Είχαμε ξανακατεβεί στην αγορά.
Άρης Δικταίος, Ανθολόγιο στην ποίησή του,
Από τη συλλογή ΠΟΛΙΤΕΙΑ
Επιμέλεια Ντίνος Κωνσταντόπουλος
Εκδόσεις  Δοκιμάκης


ΕΝΑΣ ΜΙΝΩΙΤΗΣ
(Διαβάζοντας τον πήλινο δίσκο της Φαιστού)

Οι κρόκοι στη Φαιστό θ’ ανθίζουν τώρα
και πράσινα κλωνάρια θα πετούνε
τα νέα πλατάνια που ακλουθούν το ρυάκι.

Η μέρα μου όλη φως μελίχροο, κ’ ήταν
το φως ένα, από χρώματα τραγούδι.

Κ’  ήταν τραγούδι ο ζέφυρος στα φύλλα
κ’ ήταν άλλο τραγούδι όλα τα φύλλα
κι όλος ο κάμπος τραγουδούσε, κ’  ένας
ήλιος ερωτικός, του ιμέρου χρώμα,
ήλιος ερωτικός, του ιμέρου χρώμα,
ως βαθιά τραγουδούσε στο κορμί μου
και, χορδή, το κορμί μου αντιβοούσε.

Οι κρόκοι στη Φαιστό θ' ανθίζουν τώρα
και πράσινα κλωνάρια θα πετούνε
τα νέα πλατάνια  που ακλουθούν το ρυάκι.

Όφις που είχε στον κύκλο του τον κάμπο,
ο ορίζοντας δάγκωνε την ουρά του,
κ’  ένα μικρό νησί η Φαιστός στον κάμπο.
Η μέρα μου όλη φως μελίχροο, κ’  ήταν
το φως ένα, από χρώματα, τραγούδι,
που ως βαθιά τραγουδούσε στο κορμί μου
και, χορδή, το κορμί μου αντιβοούσε.

Ως βαθιά τραγουδούσε στο κορμί μου
κι ο αθώος, τρυφερός ζέφυρος, και το αίμα
μες στην βαθιά του κοίτην ηρεμούσε.

Ο ορίζοντας δάγκωνε την ουρά του
κι όλα τα ένωνε σ' ένα, κ’ ήταν ένα
όλα: όμορφα, αγαθά, γήινη ευφροσύνη,
κ’ ήταν  τα γερατιά εύθυμα, ένα αγόρι,
και με νίκησε, ο θάνατος, κ’  η νίκη
του ήλιος ερωτικός, του ιμέρου χρώμα,
που ως βαθιά τραγουδούσε στ κορμί μου
και, χορδή, το κορμί μου αντιβοούσε.

Το αίμα, θαλασσινός, για τριήρεις, δρόμος,
μες στην βαθιά του κοίτην ηρεμούσε,
κι ως βαθιά τραγουδούσε στο κορμί μου
και, χορδή, το κορμί μου αντιβοούσε.
Η μέρα μου, όλη φως μελίχροο, τώρα
με φως τον βαθύ μου ύπνο έχει νοτίσει.

Όλα όμορφα, αγαθά, γήινη ευφροσύνη
κ’  ένα μικρό νησί η Φαιστός στον κάμπο.
τα νέα πλατάνια που ακλουθούν το ρυάκι…
μα το ακλουθούν ακόμα; υπάρχει ακόμη
ο ήλιος ο ερωτικός, του ιμέρου χρώμα,
που ως βαθιά τραγουδούσε στο κορμί μου;


Κι ο αθώος, τρυφερός ζέφυρος, που το αίμα
μες στην βαθιά του κοίτην ηρεμούσε,
κι ως βαθιά τραγουδούσε στο κορμί μου
και, χορδή, το κορμί μου αντιβοούσε;

Ξεπρόβαλε ως νησί η Φαιστός στον κάμπο,-
ρουμπίνι σ’ έναν σάπφειρο δεμένο.

Κ’  ήταν τραγούδι ο ζέφυρος στα φύλλα
κ’ ήταν άλλο τραγούδι όλα τα φύλλα
κι όλος ο κάμπος τραγουδούσε, κ’  ένας
ήλιος ερωτικός, του ιμέρου χρώμα,
ήλιος ερωτικός, του ιμέρου χρώμα,
ως βαθιά τραγουδούσε στο κορμί μου
και, χορδή, το κορμί μου αντιβοούσε.


Το αίμα, θαλασσινός, για τριήρεις, δρόμος,
μες στην βαθιά του κοίτην ηρεμούσε
κι ως βαθιά τραγουδούσε στο κορμί μου
και, χορδή, το κορμί μου αντιβοούσε.
Η μέρα μου, όλη φως μελίχροο, τώρα
με φως τον βαθύ μου ύπνο έχει νοτίσει.

Όλα όμορφα, αγαθά, γήινη ευφροσύνη
κ’  ένα μικρό νησί η Φαιστός στον κάμπο∙
τα νέα πλατάνια που ακλουθούν το ρυάκι…
μα το ακλουθούν ακόμα; υπάρχει ακόμη
ο ήλιος ο ερωτικός, του ιμέρου χρώμα,
που ως βαθιά τραγουδούσε στο κορμί μου;

Τη μέρα μου χάρηκα πια, κι ήρθε η ώρα
σε μια γλυκιά ν’ αναπαυτώ γαλήνη.

Οι κρόκοι στη Φαιστό θ' ανθίζουν τώρα
κ’  ένα μικρό νησί η Φαιστός στου κάμπου
το σαπφείρινο πέλαγος θα λάμπη,
ως βαθιά τραγουδούσε στο κορμί μου
και, χορδή, το κορμί μου αντιβοούσε.

Ύπνε, βαθιέ, ύπνε, απ’ όνειρα γιομάτε,
της ζωής καρπούς, της γης γλυκιές εικόνες,
έλα, όμορφε ύπνε, κ’ έδυσε πια ο ήλιος
κ’ η μέρα μου, που φως μελίχροον ήταν.

Βράδιασε πια, ω βαθύ τραγούδι μου, ύπνε,
κ’ ο ορίζοντας δάγκωσε την ουρά του∙
έλα, όμορφε ύπνε, κ’  έδυσε πια ο ήλιος
που ως βαθιά τραγουδούσε στο κορμί μου
και, χορδή, το κορμί μου αντιβοούσε.
Βράδιασε πια, ω βαθύ τραγούδι μου, ύπνε,
κι ο αθώος, τρυφερός ζέφυρος, και το αίμα
μες στη βαθιά τους κοίτη ηρεμούν τώρα.

Ζωή, θάνατος, βαθύς, γαλήνιος ύπνος,
όλα όμορφα, αγαθά, γήινη ευφροσύνη,
κι απ’ την ίδιαν πηγήν αναπηδώντας
ως βαθιά τραγουδήσαν στο κορμί μου
και, χορδή, το κορμί μου αντιβοούσε.

Ζωή τ’  όνειρο,  απ’ την άλλη όψη του ύπνου,
μου φωτίζει τον θάνατο, μ’ ένα άλλον
ήλιον, ερμητικό, της νύχτας χρώμα.

Τραγούδησε ως βαθιά μες στο κορμί μου,
ύπνε, βαθιέ ύπνε, απ’  όνειρα γιομάτε,
κι όνειρα της γης φέρνε μου κ’  ένα ήλιον,
ήλιον ερωτικό, του ιμέρου χρώμα.

Θα ‘χουν σειρά άλλοι, τώρα, να γευτούνε
της ζωής καρπούς, γλυκιές της γης εικόνες
τα μάτια τους να δουν κάτω απ’  τον ήλιο,
που ως βαθιά τραγουδούσε στο κορμί  μου
και, χορδή, το κορμί μου αντιβοούσε.

Μα στο κορμί τους κάτι απ’  το κορμί μου
θα τραγουδά, τη ζωή γιατί είχα αγγίξει,
χνούδια από ήχους και φως αφήνοντάς της.

Ύπνε, βαθιέ ύπνε, απ’  όνειρα γιομάτε,
της γης όνειρα φέρνε μου, κ’  έναν ήλιον
που ο θάνατος θανάτου να μη μοιάζη,

και να ‘ναι  ένα τραγούδι το κορμί μου,
της ζωής καρπός, γλυκιά της γης εικόνα,
τη ζωή να ομολογή και μες στον Άδη.

Όλα όμορφα, αγαθά, γήινη ευφροσύνη,
κ’  η μέρα μου όλη φως μελίχροο, κ’ ήταν
το φως ένα, από χρώματα, τραγούδι,
που ως βαθιά τραγουδούσε στο κορμί μου
και, χορδή, το κορμί μου αντιβοούσε.
 Άρης Δικταίος, Ανθολόγιο στην ποίησή του,
Από τη συλλογή ΠΟΛΙΤΕΙΑ
Επιμέλεια Ντίνος Κωνσταντόπουλος
Εκδόσεις  Δοκιμάκης
Λαβύρινθος το Σύμπαν!
Βραχύς ο μίτος της επιστήμης.
Μύθος κι η Αριάδνη.
 Ελένη Μωυσιάδου - Δοξαστάκη, Eπιστημονικός μύθος


Σε κόσμους από χιλιετηρίδες σκοτωμένους
θυμήθηκα την τυραννική τελειότητα της ομορφιάς της.
Φαιστό Κνωσό ονομάζονται τα μέρη που με μαγέψανε
Τα ερείπια αυτά με οδηγούνε καλοφτιαγμένη φαντασία
σε τελειότητες όχι λιγότερο τυραννικές.

Θεομηνίες, επιδρομές, καινούριες ομορφιές
φανήκανε ανίκανα να σβήσουν εντελώς
όσο αρχικά τόσο καλά είχαν χαραχθεί.

ΙΙΙ
Πώς να ’τανε σε μέρες δόξας η Φαιστό;
Προπάντων η Φαιστό – γι΄ αυτήν ο θαυμασμός μου.
Το ανάκτορο ακόμα πιο επιβλητικό;
Κι εσύ σε λίγα χρόνια δίχως την έξοχη εικόνα του προσώπου σου
πώς θα ‘σαι;

Επιφανειακή η υπεροχή της τέχνης
δεν απέχουν αρκετά από το έργο τα ερείπιά του.

VI
Θαυμάζεται από τους σοφούς
ο βαθύς πολιτισμός της Αρχαίας Κρήτης.
-Όχι μόνο πολυτέλεια- τέχνη άφθαστη
αλλά και υγιεινή.
Καθαριότητα άγνωστη στην εποχή του Περικλέα
-σπουδαία υδραγωγεία πολύ πριν από τον Ευπαλίνο-
στη Φαιστό στην Κνωσό.

Απ τα Γουρνιά διακρίνεται
Ένα νησί όπου πετούν νεκρούς.

ΙX
Τουλάχιστον
Αφού καταστρέψανε την Κρήτη, τις Μυκήνες
Ας σιωπούσαν οι επιδρομείς
-ήτανε βάρβαροι
Κι η τέχνη του Αιγαίου πολλή γι΄ αυτούς.
Αλλά ελάλησαν.

Υπάρχει και χειρότερο
Και σήμερα ακόμα σώζονται έργα του Φειδία.
Νικόλαος Κάλας, ΜΙΝΩΙΚΟΙ

Σε χώρα μακρινή και αρυτίδωτη τώρα πορεύομαι.

Τώρα μ΄ ακλουθούν κορίτσια κυανά

Κι αλογάκια πέτρινα.
Με τον τροχίσκο του ήλιου στο πλατύ μέτωπο.

Γενεές μυρτιάς μ’ αναγνωρίζουν

Από τότε που έτρεμα στο τέμπλο του νερού

Άγιος, άγιος φωνάζοντας.

Ο νικήσαντας τον Άδη και τον Έρωτα σώσαντας

Αυτός ο Πρίγκιπας των Κρίνων είναι.

Κι από κείνες πάλι τις πνοές της Κρήτης

Μια στιγμή ζωγραφιζόμουν.

Για να λάβει ο κρόκος από τους αιθέρες δίκαιο.

Στον ασβέστη τώρα τους αληθινούς μου Νόμους

κλείνω κι εμπιστεύομαι.
Οδυσσέας Ελύτης, ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, ΤΑ ΠΑΘΗ, ΙΗ΄
Από το πολύ να μη σκέπτομαι τίποτα και να μη συγκινούμαι από τίποτα, ξεθάρρεψε ο χρόνος και μ’ απόλυσε καταμεσής του Κρητικού πελάγους.

Έγινα χιλιάδων ετών και ήδη χρησιμοποιώ τη μινωική γραφή με τόση άνεση που ο κόσμος απορεί και πιστεύει στο θαύμα.

Το ευτύχημα είναι ότι δεν καταφέρνει να με διαβάσει.
Οδ. Ελύτη, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου, Πέμπτη, 7Μ
Η ΑΛΛΗ ΓΗ«ιδού ποιώ τα έσχατα ως τα πρώτα»

Θα δεις τις νύχτες ξαναγυρίζουν

τις ημέρες να ξαναγυρίζουν

θα ψαύσεις τις ξένες αναμνήσεις χαραγμένες στην πέτρα

ανεβαίνοντας τα σκαλιά κατεβαίνοντας τα σκαλιά

μέσα στα σκοτάδια που αναπολούν τις χαμένες ζωές

που σήμερα ζουν με χρώματα ξεφτισμένα με όγκους σπασμένους

ερείπια παιχνίδια της φαντασίας

Παριζιάνες και Πρίγκιπες και θεές των όφεων

αρμονίες θαμμένες.

….


Και θα δεις τις φωτιές τους σεισμούς την καταστροφή

Και θα μείνεις χιλιάδες χρόνια κάτω απ’ το χώμα

Και θα ζήσεις την αναμονή

Περιμένοντας τα χέρια που θα σε ξεθάψουν.

Με την ανάμνηση των Ίκαρων και των Δαιδάλων

και με τη γνώση της καταστροφής

…..

Μηνά Δημάκη, Ανθολόγιο στην ποίησή του

(επιμέλεια Αντώνης Σανουδάκης –Σανούδος)

  • Τρως τρως Μινώταυρε

    Είναι σάρκες αυτές δεν είναι αέρας

    Έτσι που πας δε θ’ απομείνει τίποτε
    Οδ. Ελύτη, Μαρία Νεφέλη, Καλημέρα θλίψη


  • καίω τα νιάτα μου
    που είναι κιθάρα
    που είναι κινάρα
    που είναι κινύρα

    λέω το άθροισμα
    που είναι Μερόπη
    που είναι μετόπη
    που είναι με τόπι

    κλαίω τις θύμησες
    σαν το κοράκι
    σαν το Κοράνι
    σαν το κοράλλι

    κι είμ’ ο Μινώταυρος
    μες στο σεντούκι
    μες στο σεντόνι
    μες στο σεντέφι

    Εγγονόπουλος Νίκος, «Ζει ο Μέγας Αλέξανδρος;». Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής, 1939. Ποιήματα, Α΄. Ίκαρος, 1977. 77-78.


  • Γράφω σημαίνει συναρμολογώ τα όνειρα. Σημαίνει ζω

    την ουτοπία να πλευρίσω το απρόσιτο.

    Με παράλογο πάθος να χαρτογραφήσω την άβυσσο.

    Σημαίνει εκτίω την ειρκτή μου.

    Σημαίνει κατεβαίνω χωρίς απελπισία

    στο δικό μου Μινώταυρο

    που με ονειρεύεται.

    Και πριν με καταπιεί

    με εικονίζει

    που τον εικονίζω.
    Μανόλης Πρατικάκης, Ο μεγάλος ξενώνας
  • Ο Μινώταυρος μετακομίζει

    Χάνδαξ
    ……
    Μ΄ εναγκαλίζεται ο μινώταυρος

    Μας είδανε μαζί πολλές φορές

    Με κυνηγά

    Τον κυνηγώ

    Ποικίλλουν οι φήμες

    …….

    Μετακομίζει ο μινώταυρος

    μαζί μου στην Αθήνα

    Το χάσμα κλείνει,

    στο άλλο χάσμα.
    Χριστόφορος Λιοντάκης

    Ελεονόρα, Η Μινωική Παριζιάνα……….

    Και περισσότερο εκείνη η κοπελίτσα
  • Με τα γαλάζια μάτια

    Το διάφανο πρόσωπο

    Κολνούσε στον τοίχο ένα προφίλ

    Ασχημάτιστο ακόμη

    Και ήθελε έτσι να μείνει

    Παντοτινά

    Αργότερα σα μεγάλωσε

    Την ανακάλυψαν από τα πέρατα της Οικουμένης

    Και τη θρόνιασαν στο μεγαλύτερο εικονογραφημένο

    περιοδικό του κόσμου

    Να παριστάνει την Παριζιάνα της Κνωσού

    ……..

    Λοιπόν

    Η Παριζιάνα βρίσκεται πάντα στο Μουσείο Ηρακλείου
    Μηνά Δημάκη, Ανθολόγιο στην ποίησή του
    (επιμέλεια Αντώνης Σανουδάκης –Σανούδος)

  • Άδικα των αδίκων
    Το αμύγδαλο του κόσμου
    Πάλλει μες στα φυλλώματα
    Του παραδείσου ερήμην
    Πάλλω κι εγώ μέσα στα λόγια που εν αγνοία μου αφαιρώ
    Από κάποιο τέλειο επίτευγμα
    Ώσπου τέλος μου απομένουν
    Δυο τρεις ορθές κολόνες και στους τοίχους μια νωπογραφία
    θα ‘λεγες Κρητομινωική (εάν στο μεταξύ
    Δεν μου είχαν απαλείψει
    Τις θάλασσες και τις ωραίες εκείνες γυμνόστηθες γυναίκες)
    Σώζονται ακόμη κάτι κρίνοι
    Ασύλληπτοι από τους συγχρόνους μου
    Οδ. Ελύτη, Τρία Ποιήματα, το αμύγδαλο του κόσμου
  • Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΥ
    Απ’ όταν ο Θησέας σκότωσε τον Μινώταυρο
    ο λαβύρινθος εγκαταλείφτηκε, απολύθηκαν οι φύλακες
    με τον καιρό γκρεμίστηκε η οροφή του
    βγήκαν στο φως οι τρομεροί διάδρομοι
    οι αίθουσες για τα βασανιστήρια, την ανθρωποφαγία
    οι στοές με τις κρυμμένες εφευρέσεις
    τους καταχωνιασμένους θησαυρούς
    πέσανε οι τοίχοι, μείναν μόνο τα χνάρια
    από περίπλοκα χαράγματα πάνω στη γη.
    Όμως προσομοιώσεις λαβυρίνθων, σκοτεινές κατασκευές
    δεν έπαψαν να χτίζονται με νέα υλικά
    με καινούργια τέρατα, θύματα, ήρωες, ηγεμόνες,
    φτιάχνονται προπαντός λαβύρινθοι με λέξεις
    κάθε χρονιά μπαίνουν μέσα τους νέες φουρνιές
    αγόρια και κορίτσια, με φόβο μαζί κι αψηφισιά
    για τις παγίδες, τις καταπακτές, τ’ αδιέξοδα
    φιλοδοξώντας να ξαναπλάσουν και να παίξουν
    το παλιό δράμα προσαρμοσμένο στα νέα δεδομένα
    δίνοντας στους κύριους ρόλους τα ίδια ονόματα
    Μίνωας, Πασιφάη, Μινώταυρος, Αριάδνη,
    Δαίδαλος, Ίκαρος, Θησέας.
    Tίτος Πατρίκιος
  •  
    O KATAΠONTIΣMOΣ TOY IKAΡOY

    Όταν βγήκανε την επομένη

    οι πτέρυγες στην άμμο,

    βρέθηκαν προ απροόπτου οι ερευνητές.

    Τέτοιο θεόρατο πουλί-

    μυστήριο είπαν,

    Φάρσα! Κι οι οιωνοί δεν είναι

    της επιστήμης αντικείμενο.

    Μορφάζουν οι δύσπιστοι,

    σπάζοντας το στενό κλοιό.

    Μες στων ψιθύρων τους τις δεισιδαιμονίες

    ήτανε σίγουροι αυτοί

    Και τράβηξαν για τα ρηχά.

    Ήσανε σίγουροι και ξέραν

    πώς να διαβάσουν τον καιρό

    και τις απρόοπτες θεομηνίες.

    Ήσανε σίγουροι αυτοί

    πως οι σοδειές θα παν καλά.

    Αρκούν για φέτος οι θυσίες.

    Τα πόδια ως τον αστράγαλο,

    Και τα μαντήλια σκύβοντας

    μούσκευαν στο κύμα

    κι αγνάντευαν:

    πότε τους γλάρους

    να κλωσούν στα βραχονήσια,

    πότε μακριά, κατά την Πάτμο,

    τη σκοτεινή όψη του πελάγους.
    Δημήτρης Παϊβανάς
  • Θα ήθελα να έβλεπα αυτούς τους μικρούς που θα ‘ρθουν στον κόσμο μετά από μένα. Όμως ο μόνος τόπος που κανείς ταξιδιώτης δεν μπόρεσε να επισκεφτεί είναι ο χρόνος. Κι αφού το παρελθόν αφήνει μόνο ίχνη, κάποιοι ίσως στο μέλλον αναγνωρίσουν τα πατήματα που κι εγώ θα αφήσω πάνω στη γη.
    Στέλλα Χρυσουλάκη, Εγώ, ο Ίκαρος

  • Οι σκιές έτρεχαν να τυλίξουν τον πέτρινο όγκο, αφήνοντας φωτεινή μόνο τη γραμμή της κορυφής που έμοιαζε με το κεφάλι ενός άνδρα ξαπλωμένου με το πρόσωπο στραμμένο προς τα πάνω. Μέσα στο βαθύ μενεξελί του ουρανού, διαγραφόταν σκοτεινή η μορφή του θεού που κοίταζε τα αστέρια.
    Στέλλα Χρυσουλάκη, Εγώ ο Ίκαρος
    (για το Γιούχτα)
  • Θα φτιάξω τις αίθουσες των αρχόντων έτσι ώστε να μπορούν να μεγαλώνουν και να μικραίνουν ανάλογα με τη μέρα και την τελετή που θα γίνεται εκεί, να κλείνουν και να ανοίγουν στο φως και τον αέρα, αίθουσες σν ζωντανές, σαν μεγάλα ωραία ζώα που πότε τεντώνονται στον ήλιο και πότε κουλουριάζονται δίπλα στη φωτιά της εστίας.
    Στέλλα Χρυσουλάκη, Εγώ ο Ίκαρος
  • Έζησα με το παιδικό μου σώμα παγιδευμένο αλλά το πνεύμα ελεύθερο, γενναίο και δυνατό, να ταξιδεύει στον απέραντο ωκεανό του ουρανού για να εξερευνήσει τις μυστηριώδεις περιοχές του χρόνου και του χώρου.
    Δεν ονειρεύτηκα άλλο παρά ν’ ανοίξω τα φτερά μου για τη χώρα των ανέμων όπου οι μεταμορφώσεις του Γαλαξία περιφρονούν τους νόμους της βαρύτητας.
    Στέλλα Δ. Χρυσουλάκη, Εγώ ο Ίκαρος
  • Πώς θα με ζωγραφίσουν άραγε εμένα που
    Ένιωσα μέσα μου βαθιά, τα φτερά ενός μυστικού αετού
    Να ανυψώνονται από την παιδικότητα στην εφηβεία;

    Όμως εγώ, που έζησα το τέλος του παλαιού κόσμου,
    Είδα το Λαβύρινθο να ανατέλλει σαν άστρο της αυγής
    Για να φωτίσει τη νέα εποχή.
    Είδα τη δύναμη της νόησης,
    Το θησαυροφυλάκιο της γνώσης,
    Την άκρα προσπάθεια να καθοδηγούν
    Τον ανθρώπινο μόχθο για να γεννήσουν θαύματα.
    Στη χώρα αυτή, που οι θεοί έπλασαν σαν το καράβι
    Ου πάμφωτο αρμενίζει στο κέντρο της θάλασσας,
    Εγώ, ο Ίκαρος από την Κνωσό, είδα και έζησα
    Το θαύμα της δημιουργίας.
    Στέλλα Δ. Χρυσουλάκη, Εγώ ο Ίκαρος
  • Η Αριάδνη άπλωσε το γυμνό της πόδι απάνω στις μεγάλες πλάκες της αυλής. Σαν να ‘ψαχνε τη γης, που να πατήσει, σαν να ‘ταν γκρεμός και ψαχούλευε με προσοχή μην πέσει. Έσκυψε το κεφάλι, σα ταύρος που ετοιμάζεται να κερατίσει, και μ’ ένα γοργό κούνημα του κορμιού της άρχισε να χορεύει.
    …..
    Οι πλεξούδες της Αριάδνης τινάζουνταν βίαια, το σώμα της στροβιλιζόταν συνεπαρμένο από το χορό∙ πότε πάλι στεκόταν, μια στιγμή ακίνητο, τεντωμένο στ’ ακροδάχτυλα του ποδιού, έτοιμο λες να τιναχτεί σαν κοντάρι.
    N. Kαζαντζάκης, Στα παλάτια της Κνωσού
  • Ψαλμωδίες ακούστηκαν και ήχος από μεταλλικά σείστρα που ζύγωναν.

    Είναι η δοξολογία για το θέρος που τέλειωσε.

    Κάθε χρόνο έβλεπαν την τελετή αυτή, μα ποτέ δεν μπορούσαν να την ποχορτάσουν. Η μουσική, οι ψαλμωδίες, οι εργάτες και χωριάτες, που τραγουδούσαν κι αυτοί και κρατούσαν το ίσο, τους μεθούσαν πάντα από χαρά.

    Η πομπή με γρήγορα βήματα ζυγώνει, θαρρείς και τρέχουν. Ο ιερέας ντυμένος με μαλλιαρή προβιά προβάτου, τρέχει μπροστά και κρατά στα χέρια το σείστρο, ένα τριγωνικό σίδερο, και το χτυπά ρυθμικά μ’ ένα σιδερένιο ραβδί∙ έχει το στόμα ολάνοιχτο και ψέλνει με δυνατή φωνή τον ευχαριστήριο ύμνο στη Μεγάλη Θεά, που έδωκε το σιτάρι στους ανθρώπους:
    Μάνα Μεγάλη του σταριού
    Με τα’ άσπρο περιστέρι,
    Έμπα στα σπίτια μας Κυρά
    Με το ψωμί στο χέρι!
    Και πίσω οι θεριστάδες ακλουθούν τρεχάτοι, και καθένας κρατούσε στους ώμους του το ξύλινο τρικράνι που λίχνιζε. Ένας από την πολλή βιάση του έχει μπερδευτεί στα πόδια των άλλων κι έχει κυλιστεί χάμω. Μερικοί στρέφουνται, τον κοιτάζουν και γελούν. Μα τόσο είναι συνεπαρμένοι από τον ύμνο στη Θεά, που κανένας δε σκύβει να τον ανασηκώσει.
    Ο ιερέας έχει σηκώσει τώρα το χέρι και φωνάζει:
    _Εμπρός! Εμπρός! Μη σταματάτε!

    Η πομπή χάθηκε στην άκρα του δρόμου, προς το Παλάτι
    Ν. Καζαντζάκης, Στα παλάτια της Κνωσού
  • Ο θρόνος ήταν από καθαρό αλάβαστρο , σκαλισμένος με τέχνη κι ίσια ίσια που χωρούσε το σώμα ενούς ανθρώπου. Δεξιά κι αριστερά στον τοίχο απλώνουνταν δυο μεγάλες τοιχογραφίες: Υψηλά κρίνα και σύννεφα ήταν ζωγραφισμένα κι ανάμεσα στα κρίνα ήταν ξαπλωμένο ένα θεριό παράξενο, μεγάλο σα λιοντάρι, με χαίτη από φτερά παγωνιού. Είχε σηκωμένη τη στρουφηχτή ουρά του και με όρθιο το μυτερό κεφάλι κοίταζε το βασιλικό θρόνο.
    Νίκος Καζαντζάκης, Στα παλάτια της Κνωσού
  • Το Παλάτι της Κνωσού δεν πρέπει να το φανταστούμε σαν ένα μεγάλο κανονικό χτίριο, παρά σαν μια μικρή πολιτεία. Είχε κι αυτό τους δρόμους του, τις πλατείες, τους ναούς, το θέατρο και τα πάρκα, με πλήθος παράξενα λουλούδια και δέντρα –φοινικιές, κυδωνιές, δαμασκηνιές- και με παγώνια, μαϊμούδες, καναρίνια και πέρδικες.
    Είχε ακόμα το Παλάτι τα αργαστήρια του, όπου δούλευαν κάθε λογής καλλιτέχνες, άλλοι ζωγράφοι, άλλοι γλύπτες, χαράκτες, ξυλουργοί, τυπογράφοι. Περίφημα σε όλο τον τότε κόσμο ήταν τα αργαστήρια της αγγειοπλαστικής. Από το Παλάτι της Κνωσού έβγαιναν και διαδίδουνταν στα πέρατα της Μεσογείου τα λαμπρότατα αγγεία με τις εξαίσιες ζωγραφιές: λουλούδια, κοχύλια, σουπιές, χταπόδια ή με αναγλυφικές παραστάσεις ταύρων και γυμναστικών αγώνων.
    Το Παλάτι είχε ακόμα τα πατητήρια του, τα λιοτριβειά, τα υφαντουργεία, τα βαφεία, τα χρυσοχοεία, τα χαλκουργειά. Κάθε εργοστάσιο είχε και τη δική του σφραγίδα και σφράγιζε ό,τι έφκιαχνε τα υφαντουργεία είχαν στη σφραγίδα τους μιαν αράχνη, τα λιοτριβειά ένα φύλλο ελιάς, τα τυπογραφεία ένα κρίνο.
    Το Παλάτι είχε και το σκολειό του μια κάμαρα βορειανατολικά του παλατιού, με πέτρινους πάγκους τριγύρω. Στο βάθος υψωνόταν η έδρα του δασκάλου και μπροστά της χαμηλότερα, μια άλλη έδρα. Στη χαμηλότερη τούτη έδρα ανέβαινε ο μαθητής, κρατούσε μαλακό πηλό κι απάνω του μάθαινε να χαράζει τα παράξενα σημάδια της κρητικής γραφής. Αν έκανε λάθος, τα ‘σβηνε μαλάζοντας τον πηλό και χάραζε άλλα.
    N. Kαζαντζάκης, Στα παλάτια της Κνωσού

  • Ο ταύρος μόλις την είδε μούγκρισε κι έσκυψε το κεφάλι σα να ‘θελε να την τρυπήσει με τα κέρατά του. Μα η Κρινό χίμηξε, του φούχτωσε με δύναμη τα κέρατα και ζυγιάστηκε μια στιγμή, πατώντας στ’ ακροδάχτυλά της∙ ο ταύρος τότε τίναξε με δύναμη το κεφάλι προς τ’ απάνω, για να ξεφύγει από τα χέρια που τον έσφιγγαν.

    Ο Ίκαρος κρατούσε την ανάσα του. Τούτη ήταν η δυσκολότερη στιγμή∙ πρώτη φορά κατέβαινε η Κρινό στην παλαίστρα∙ θα ‘χανε άραγε την ψυχραιμία της; Ή θα την έριχνε ο ταύρος χάμω;

    Σαν αστραπή πέρασε από το νου του η σκέψη αυτή∙ μα μονομιάς ανάσανε. Η Κρινό, με το τίναγμα αυτό που έκαμε ο ταύρος, πήρε φόρα και πήδηξε αλαφριά, σαν πούπουλο στη ράχη του ταύρου∙ στηρίχτηκε στερεά στα χέρια της και χτύπησε δυο φορές τα πόδια στον αγέρα κι άξαφνα έβαλε όλη της τη δύναμη, έκαμε ανάερα μια τούμπα κι έπεσε πίσω από τον ταύρο∙ εκεί ένας άντρας στεκόταν με ανοιχτά τα χέρια και την άρπαξε στην αγκαλιά του.
    Ν. Καζαντζάκης, Στα παλάτια της Κνωσού
  • Θαρρώ πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά παρά να παίζεις και να παλεύεις με ταύρους.

    …Γιατί έτσι νιώθεις πως το ανθρώπινο μυαλό μπορεί να υποτάξει τις φοβερές δυνάμεις. Βλέπεις έναν άνθρωπο, άοπλο, αδύνατο, και μπροστά του ένα θεριό με φοβερά κέρατα και παντοδύναμο κι ο αδύνατος αυτός άνθρωπος νικά το θεριό. Γιατί; Γιατί ο άνθρωπος έχει μυαλό!
    Ν. Καζαντζάκης, Στα παλάτια της Κνωσού
  • Άνδρες και γυναίκες της Αθήνας, γιορτάσετε σήμερα τη νίκη του ανθρώπου απάνω στο ζώο. Καθένας από σας ας νιώσει μέσα στην καρδιά του πως είναι ένας Θησέας και σκοτώνει μέσα του το ζώο, που τον τυραννούσε. Έτσι μονάχα η νίκη μου θα μπορέσει ν’ αποκτήσει αξία και θα μπορείτε να πείτε πως γίνατε ελεύθεροι άνθρωποι.
    Ν. Καζαντζάκης , Στα παλάτια της Κνωσού

  • «Γυναίκες με πολύχρωμες, κολλητές φούστες κάθονταν και λίκνιζαν το σώμα τους. Οι μαστοί τους πετάγονταν από τους στενούς στηθόδεσμους, τα μαλλιά τους κατσάρωναν καθώς πρόβαλλαν από τις κορδέλες στα μέτωπα και σχημάτιζαν μακριές πλεξίδες που έπεφταν στους ώμους τους. Λίγο πιο πέρα ακροβάτες έκαναν τούμπες στον αέρα πάνω από τις ράχες αγριεμένων ταύρων διασκεδάζοντας τις κυρίες και τους κυρίους που τους παρακολουθούσαν από τα παράθυρα και τις βεράντες».
    Τόμας Μαν Ο Ιωσήφ στην Αίγυπτο (1936)

  • Κρήτη τις γαῖ᾽ ἔστι, μέσῳ ἐνὶ οἴνοπι πόντῳ,
    καλὴ καὶ πίειρα, περίρρυτος: ἐν δ᾽ ἄνθρωποι
    πολλοί, ἀπειρέσιοι, καὶ ἐννήκοντα πόληες.
    175ἄλλη δ᾽ ἄλλων γλῶσσα μεμιγμένη: ἐν μὲν Ἀχαιοί,
    ἐν δ᾽ Ἐτεόκρητες μεγαλήτορες, ἐν δὲ Κύδωνες,
    Δωριέες τε τριχάϊκες δῖοί τε Πελασγοί.
    τῇσι δ᾽ ἐνὶ Κνωσός, μεγάλη πόλις, ἔνθα τε Μίνως
    ἐννέωρος βασίλευε Διὸς μεγάλου ὀαριστής,
    180πατρὸς ἐμοῖο πατήρ, μεγαθύμου Δευκαλίωνος
    Δευκαλίων δ᾽ ἐμὲ τίκτε καὶ Ἰδομενῆα ἄνακτα:
    Ομήρου, Οδύσσεια, τ

  • Β

    Κρητῶν δ᾽ Ἰδομενεὺς δουρὶ κλυτὸς ἡγεμόνευεν,
    οἳ Κνωσόν τ᾽ εἶχον Γόρτυνά τε τειχιόεσσαν,
    Λύκτον Μίλητόν τε καὶ ἀργινόεντα Λύκαστον
    Φαιστόν τε Ῥύτιόν τε, πόλεις εὖ ναιετοώσας,
    ἄλλοι θ᾽ οἳ Κρήτην ἑκατόμπολιν ἀμφενέμοντο.
    650τῶν μὲν ἄρ᾽ Ἰδομενεὺς δουρὶ κλυτὸς ἡγεμόνευε
    Μηριόνης τ᾽ ἀτάλαντος Ἐνυαλίῳ ἀνδρειφόντῃ:
    τοῖσι δ᾽ ἅμ᾽ ὀγδώκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο.
    ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΔΑ Β


  • 185ἔνθ᾽ Ὀδυσῆα ἐγὼν ἰδόμην καὶ ξείνια δῶκα.
    καὶ γὰρ τὸν Κρήτηνδε κατήγαγεν ἲς ἀνέμοιο,
    ἱέμενον Τροίηνδε παραπλάγξασα Μαλειῶν:
    στῆσε δ᾽ ἐν Ἀμνισῷ, ὅθι τε σπέος Εἰλειθυίης,
    ἐν λιμέσιν χαλεποῖσι, μόγις δ᾽ ὑπάλυξεν ἀέλλας.
    Ομήρου, Οδύσσεια τ
  • Μίνω δέ φασιν ἐπινείῳ χρήσασθαι τῷ Ἀμνισῷ, ὅπου τὸ τῆς Εἰλειθυίας ἱερόν. ἐκαλεῖτο δ᾽ ἡ Κνωσσὸς Καίρατος πρότερον ὁμώνυμος τῷ παραρρέοντι ποταμῷ. ἱστόρηται δ᾽ ὁ Μίνως νομοθέτης γενέσθαι σπουδαῖος θαλαττοκρατῆσαί τε πρῶτος, τριχῆ δὲ διελὼν τὴν νῆσον ἐν ἑκάστῳ τῷ μέρει κτίσαι πόλιν, τὴν μὲν Κνωσσὸν ἐν τῷ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . καταντικρὺ τῆς Πελοποννήσου:
    Strabo, Geography [8]
  • [5] πλησίον δὲ ᾠκοδόμητο ναὸς Εἰλειθυίας, ἣν ἐλθοῦσαν ἐξ Ὑπερβορέων ἐς Δῆλον γενέσθαι βοηθὸν ταῖς Λητοῦς ὠδῖσι, τοὺς δὲ ἄλλους παρ᾽ αὐτῶν φασι τῆς Εἰλειθυίας μαθεῖν τὸ ὄνομα: καὶ θύουσί τε Εἰλειθυίᾳ Δήλιοι καὶ ὕμνον ᾁδουσιν Ὠλῆνος. Κρῆτες δὲ χώρας τῆς Κνωσσίας ἐν Ἀμνισῷ γενέσθαι νομίζουσιν Εἰλείθυιαν καὶ παῖδα Ἥρας εἶναι: μόνοις δὲ Ἀθηναίοις τῆς Εἰλειθυίας κεκάλυπται τὰ ξόανα ἐς ἄκρους τοὺς πόδας. τὰ μὲν δὴ δύο εἶναι Κρητικὰ καὶ Φαίδρας ἀναθήματα ἔλεγον αἱ γυναῖκες, τὸ δὲ ἀρχαιότατον Ἐρυσίχθονα ἐκ Δήλου κομίσαι.
    ΠΑΥΣΑΝΙΑ, ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΕΡΙΗΓΗΣΙΣ
  • Μίνως γὰρ παλαίτατος ὧν ἀκοῇ ἴσμεν ναυτικὸν ἐκτήσατο καὶ τῆς νῦν Ἑλληνικῆς θαλάσσης ἐπὶ πλεῖστον ἐκράτησε καὶ τῶν Κυκλάδων νήσων ἦρξέ τε καὶ οἰκιστὴς πρῶτος τῶν πλείστων ἐγένετο, Κᾶρας ἐξελάσας καὶ τοὺς ἑαυτοῦ παῖδας ἡγεμόνας ἐγκαταστήσας· τό τε λῃστικόν, ὡς εἰκός, καθῄρει ἐκ τῆς θαλάσσης ἐφ' ὅσον ἐδύνατο, τοῦ τὰς προσόδους μᾶλλον ἰέναι αὐτῷ.
    Θουκυδίδης,Ιστοριών Α,4
  • [12] ὅτι Μίνως, αἰσθόμενος τοῦ φεύγειν τοὺς μετὰ Θησέως, Δαίδαλον αἴτιον ἐν τῷ λαβυρίνθῳ μετὰ τοῦ παιδὸς Ἰκάρου καθεῖρξεν, ὃς ἐγεγέννητο αὐτῷ ἐκ δούλης Μίνωος Ναυκράτης. ὁ δὲ πτερὰ κατασκευάσας ἑαυτῷ καὶ τῷ παιδὶ ἀναπτάντι ἐνετείλατο μήτε εἰς ὕψος πέτεσθαι, μὴ τακείσης τῆς κόλλης ὑπὸ τοῦ ἡλίου αἱ πτέρυγες λυθῶσι, μήτε ἐγγὺς θαλάσσης, ἵνα μὴ τὰ πτερὰ ὑπὸ τῆς νοτίδος λυθῇ.
    [13] Ἴκαρος δὲ ἀμελήσας τῶν τοῦ πατρὸς ἐντολῶν ψυχαγωγούμενος ἀεὶ μετέωρος ἐφέρετο: τακείσης δὲ τῆς κόλλης πεσὼν εἰς τὴν ἀπ᾽ ἐκείνου κληθεῖσαν Ἰκαρίαν θάλασσαν ἀπέθανε. <Δαίδαλος δὲ διασώζεται εἰς Κάμικον τῆς Σικελίας>.
    Απολλόδωρος . E. E.1.12
  • Apollod. 3.1.1
    ἐπεὶ δὲ τὸ Ἰνάχειον διερχόμενοι γένος τοὺς ἀπὸ Βήλου μέχρι τῶν Ἡρακλειδῶν δεδηλώκαμεν, ἐχομένως λέγωμεν καὶ τὰ περὶ Ἀγήνορος. ὡς γὰρ ἡμῖν λέλεκται, δύο Λιβύη ἐγέννησε παῖδας ἐκ Ποσειδῶνος, Βῆλον καὶ Ἀγήνορα. Βῆλος μὲν οὖν βασιλεύων Αἰγυπτίων τοὺς προειρημένους ἐγέννησεν, Ἀγήνωρ δὲ παραγενόμενος εἰς τὴν Φοινίκην γαμεῖ Τηλέφασσαν καὶ τεκνοῖ θυγατέρα μὲν Εὐρώπην, παῖδας δὲ Κάδμον καὶ Φοίνικα καὶ Κίλικα. τινὲς δὲ Εὐρώπην οὐκ Ἀγήνορος ἀλλὰ Φοίνικος λέγουσι. ταύτης Ζεὺς ἐρασθείς, †ῥόδου ἀποπλέων, ταῦρος χειροήθης γενόμενος, ἐπιβιβασθεῖσαν διὰ τῆς θαλάσσης ἐκόμισεν εἰς Κρήτην. ἡ δέ, ἐκεῖ συνευνασθέντος αὐτῇ Διός, ἐγέννησε Μίνωα Σαρπηδόνα Ῥαδάμανθυν: καθ᾽ Ὅμηρον δὲ Σαρπηδὼν ἐκ Διὸς καὶ Λαοδαμείας τῆς Βελλεροφόντου. ἀφανοῦς δὲ Εὐρώπης γενομένης ὁ πατὴρ αὐτῆς Ἀγήνωρ ἐπὶ ζήτησιν ἐξέπεμψε τοὺς παῖδας, εἰπὼν μὴ πρότερον ἀναστρέφειν πρὶν ἂν ἐξεύρωσιν Εὐρώπην. συνεξῆλθε δὲ ἐπὶ τὴν ζήτησιν αὐτῆς Τηλέφασσα ἡ μήτηρ καὶ Θάσος ὁ Ποσειδῶνος, ὡς δὲ Φερεκύδης φησὶ Κίλικος. ὡς δὲ πᾶσαν ποιούμενοι ζήτησιν εὑρεῖν ἦσαν Εὐρώπην ἀδύνατοι, τὴν εἰς οἶκον ἀνακομιδὴν ἀπογνόντες ἄλλος ἀλλαχοῦ κατῴκησαν, Φοῖνιξ μὲν ἐν Φοινίκῃ, Κίλιξ δὲ Φοινίκης πλησίον, καὶ πᾶσαν τὴν ὑφ᾽ ἑαυτοῦ κειμένην χώραν ποταμῷ σύνεγγυς Πυράμῳ Κιλικίαν ἐκάλεσε: Κάδμος δὲ καὶ Τηλέφασσα ἐν Θρᾴκῃ κατῴκησαν. ὁμοίως δὲ καὶ Θάσος ἐν Θρᾴκῃ κτίσας πόλιν Θάσον κατῴκησεν. Εὐρώπην δὲ γήμας Ἀστέριος ὁ Κρητῶν δυνάστης τοὺς ἐκ ταύτης παῖδας ἔτρεφεν
  • Στο τελευταίο σύνορο
    Χ

    Κι ακόμα βουλιάζω ταξιδεύοντας
    Κάτω από πέτρες βαριές κι αιώνες απόλυτης σιωπής
    Σε ανάκτορα προκατακλυσμιαία
    Τρομαγμένος
    Κι ο βρυκολακιασμένος βασιλιάς στο θρόνο του καθισμένος
    Χιλιάδες χρόνια περιμένοντας με τα χρυσά του βραχιόλια και τα σκουλαρίκια
    Και τα δαχτυλίδια
    Γέρος λεπρός μισοφαγωμένος απ’ τα σκουλήκια
    Ξαφνικά σηκώνεται και μ’ αγκαλιάζει

    Μηνάς Δημάκης, Ανθολόγιο στην ποίησή του
    (επιμέλεια Αντώνης Σανουδάκης –Σανούδος)
  • Oταν ξεφτάει απόμακρα η μινωική τοιχογραφία της δύσης και σβήνει η πυρκαϊά στον αχερώνα της ακρογιαλιάς ανηφορίζουν ώς εδώ οι γριές απ' τα σκαμμένα στο βράχο σκαλο- πάτια κάθουνται στη Mεγάλη Πέτρα γνέθοντας με τα μάτια τη θάλασσα κάθουνται και μετράν τ' αστέρια ως να μετράνε τα προγονικά ασημένια τους κουταλοπήρουνα κι αργά κατηφοράνε να ταΐσουνε τα εγγόνια τους με το μεσολογ- γίτικο μπαρούτι.
    Γ. Ρίτσος από τα Ποιήματα 1930-1960, B΄, Kέδρος 1961) Ρωμιοσύνη
  • ΟΤΤΩ ΤΙΣ ΕΡΑΤΑΙ
    [Ο Ταξιδιωτικός Σάκος]

    Άδειασα και ξαναγέμισα τον ταξιδιωτικό μου σάκο. «Μόνον τ' απα-
    ραίτητα» είπα. Κι ήταν αρκετά γι' αυτή τη ζωή - και για πολλές
    άλλες ακόμη. Βάλθηκα να τα καταγράφω ένα ένα:

    ΚΡΗΤΗ
    Σφραγιδόλιθος με παράσταση αιγάγρου (Μουσείον Ηρακλείου)

    Ο Πρίγκιπας των Κρίνων (Κνωσός)
    Οδυσσέας Ελύτης
  • Άκουσε τη μάνα του να του φωνάζει από την είσοδο της σπηλιάς. Το φως έτεμνε το σώμα της, τραβώντας μια λοξή γραμμή από το γαλάζιο του αέρα μέχρι το πράσινο των βρύων, που σκέπαζαν τα βράχια κοντά στην είσοδο. Ένιωσε τη φωνή της σα μια λοξή επίσης γραμμή χλοερή και ουράνια, που αποσπάστηκε από το σώμα της και κατέβηκε να σταθεί πλάι του, εκεί που άρχιζε το σκοτάδι. Ήταν πιο μαύρο από τα κούτσουρα που είχαν μείνει στην παραστιά του σπιτιού. Μέσα στο μαύρο δεν υπήρχε καμία κίνηση το χέρι στ΄ αδράχτι αρνιόταν να στρίψει τα δάχτυλα, το χέρι στο χαλινάρι αρνιόταν να λυγίσει τον καρπό, το χέρι του μεγάλου αδερφού καρφώθηκε πάνω στα μήλα. Εδώ η μυρωδιά των μήλων χάθηκε. Δεν ακουγόταν θρόισμα δέντρου ή φωνή ζώου. Ούτε αλαλαγμός εχθρού. Το ίδιο μαύρο κατάπιε και το παιδί του σπιτιού.
    Άκουσε πάλι τη φωνή της. Το μέχρι τότε αβασάνιστο νερό των ημερών του άρχισε να αντανακλά σκόρπιες και γρήγορες εικόνες. Και η φωνή της σκορπιόταν, σαν να κυλούσε μαζί με το νερό.
    Δε θα γύριζε κοντά της. Ήθελε να γνωρίσει το σκοτάδι της σπηλιάς.
    Μπήκε στις αίθουσες που είναι χτισμένες χωρίς μαστόρους. Εκεί κολόνες ατελείωτες στάζουν από την αγωνία του τελειωμένου σχήματος γι΄ αυτό λαμβάνουν όποια μνήμη τους αποδοθεί. Το αγόρι φώτισε με το κερί τα ακίνητα χέρια πάνω στο αδράχτι, στο χαλινάρι και στα μήλα. Σκέφτηκε πως αν είχε πιο πολλά κεριά, θα μπορούσε να φωτίσει τους ήχους και τις μυρουδιές του σπιτιού. Προχώρησε αργά ανάμεσα στους σταλαγμίτες, που γρηγορούσαν περιμένοντας το άγγιγμα του σταλακτίτη. Η κίνησή του ιχνογραφήθηκε αμυδρά πάνω στο σαν από κερήθρα μέλισσας χρώμα των πετρωμάτων. Άγγιξε ένα βράχο κι ένιωσε τη δροσιά του λάχανου πολύ πρωί στα περιβόλια. Σκέφτηκε πως αφού μπορούσε ακόμη να στηρίζεται στα περιβόλια, δεν ήταν μόνο μάγια γύρω του. Πάλι δεν ήταν ό,τι γνώριζε. Φοβήθηκε μήπως οι μεγάλοι είχαν δίκιο όταν δεν άφηναν μικρά παιδιά να μπαίνουν στη σπηλιά. Κι αυτός υπάκουε με την αμίλητη υπακοή της προσμονής.
    Έκανε κρύο. Άκουγε βαριές σταγόνες να πέφτουν γύρω του. Ο ήχος τους πολλαπλασιαζόταν σε βόμβο μελισσών. Θυμήθηκε κουβέντες, πως η σπηλιά ήταν κάποτε γεμάτη μέλισσες, αλλά ποτέ κανένας δεν τις είχε δει. Είπε μήπως ο βόμβος προερχόταν από τις φυσικά μεγεθυμένες ομιλίες ¨όσων στριμώχνονταν στην είσοδο της σπηλιάς, για το φόβο του Οθωμανού. Οι άντρες είχαν βγει στα βουνά που ένωναν το οροπέδιο και στην είσοδο βρίσκονταν μόνο τα γυναικόπαιδα, ανήμποροι και λόγια ζωντανά. Δεν προχωρούσαν όμως στη σπηλιά, γιατί το σκοτάδι τους φόβιζε όσο και ο εχθρός. Απ΄ τους παλιότερους είχαν κληρονομήσει κάποια αγωνία μήπως όλα που άκουσαν και φαντάστηκαν μετά σαν μυστική ζωή της γης, παραβιάζονταν από την είσοδο του αμαρτωλού σώματος στη σπηλιά, κι έπαιρναν ξάφνου την ειδή της κόλασης. Με τέτοιο μαύρο είχαν ζωγραφίσει στα εικονίσματα το σκοτάδι της κόλασης εκείνοι που δεν είπαν όνομα, μήπως ακόμη και αυτό κριθεί σαν παραβίαση. Κι ό,τι συνέβαινε πάνω στο σκοτάδι μπορούσε τώρα ν΄ ασκηθεί στον εχθρό.
    Το αγόρι χάθηκε μέσα στα ανεικονικά και απαγορευμένα σχήματα, πιο μεγάλος πια θα τα θυμόταν σα μια βάσανο του νου, κυριαρχημένη όμως από την ηδονή της περιέργειας. Πολλές φορές τη μέτρησε σαν την πιο δυνατή ανάμνηση της πριν απ΄ την αιχμαλωσία ζωής του, ύστερα όμως την απέρριπτες, αφού δεν μπορούσε να συμπληρώσει τα μισοξεχασμένα πρόσωπα των δικών του για να απαλύνει την αναπόφευκτη λήθη. Θυμόταν πάντως ότι μπαίνοντας στη σπηλιά, σκέφτηκε πως δεν έπρεπε να φοβηθεί. Αργότερα θα δικαιολογούσε, αφού αυτός ο φόβος φούσκωνε κάθε άνοιξη τα μήλα στο οροπέδιο. Και θα ανίχνευε τον φόβο σε όσα άγνωστα δεν είχε δει ποτέ ζωγραφισμένα, μοιράζοντας έτσι την αμαρτία δίχως σώματα. Τι άλλο ήταν η σκουριασμένη πράσινη λεπίδα που βρήκε τότε στα σκοτάδια της σπηλιάς; το σχήμα της δεν του θύμιζε κανένα γνωστό είδος χριστιανικού ή αραβικού μαχαιριού. Ο ίδιος δεν έβγαλε ποτέ τη λεπίδα από τα κεντημένα ρούχα του Οθωμανού πασά, πιστεύοντας πως ήταν μάλλον η ρομφαία ενός ανεξίθρησκου αγγέλου, που όρισε τα η ζωή του στην τροχιά των μαχαιριών. Γιατί τα μετέπειτα γεγονότα συνέβησαν τόσο ξαφνικά και βίαια, που δε θα μπορούσαν ν΄ αποτυπωθούν σε διαφορετικό τεκμήριο.
    Άκουσε από τη μεριά της εισόδου τις ιαχές των εχθρών και τις κραυγές των γυναικών. Του φάνηκε πως όλες οι κραυγές έβγαιναν από το στήθος της μάνας του, κι όρμησε να χωθεί σε εκείνο και μόνο το στήθος. Σκόνταψε κι έχασε το κερί. Προσπάθησε να βρει το δρόμο του στο σκοτάδι. Κάπου είδε μια κόκκινη ανταύγεια και φοβήθηκε ότι έμπαινε στη σπηλιά αντί να βγαίνει. Θυμήθηκε άλλες ιστορίες για μιαν άλικη μαρμαρυγή στα βάθη της σπηλιάς και τις εξηγήσεις για κοκκινάδια παμπάλαιου τοκετού, αίμα λεχώνας και φωτιά για το ζεστό νερό στους λέβητες. Έκανε το σταυρό του για να διώξει το δαιμονικό βρέφος κα συνέχισε να βαδίζει προς την ανταύγεια. Είδε πως ήταν από τη φωτιά που είχαν βάλει οι εχθροί στην είσοδο. Μέσα από τις φλόγες αναδύθηκε η μάνα του με σκισμένα ρούχα και λυτά μαλλιά, τραβώντας τον πιο μεγάλο του αδερφό από το μπράτσο. Το τρελό της μάτι προχώρησε πίσω από το πρόσωπο του μικρότερου και σκόνταψε στο στέρεο σκοτάδι. Εκεί πάνω τον είδε να ζωγραφίζεται κάτασπρος και τον αναγνώρισε. Φώναξε τ΄ όνομά του δυο φορές κι έτρεξε να τον αγκαλιάσει.

    Ο Ισμαήλ Φερίκ πασάς θυμόταν αργότερα πως το διπλό κάλεσμα της μάνας το ακούστηκε χάλκινο, επειδή σήμαινε το σιωπητήριο της πρώτης του ζωή; και την έναρξη της δεύτερης, κάτι που ήταν πολύ πιο πρόωρο και πιο σκληρό από μιαν ενηλικίωση. Κι έλεγε ακόμη ότι το παιδί που λιποθύμισε στην αγκαλιά της αλλόφρονης μάνας, κοιμήθηκε αυτόν τον έξοχο θάνατο, που μόνο τα παιδιά μπορούν ν΄ απολαύσουν. Και πως η ίδια η μάνα του υψώθηκε πάνω απ΄ τον κύκλο των ανθρώπων και διαμιάς ξανασυνέλαβε, κύησε, γέννησε και ανέθρεψε τον δεύτερό της γιο. Πως βγήκε από τη σπηλιά δεμένος πισθάγκωνα και άρχισε μια καινούργια ζωή σαν αιχμάλωτος. Ίσως δεν θα μπορούσε διαφορετικά ν΄ αντέξει τη δοκιμασία , παρά συναισθανόμενος πως είναι ήδη νεκρός. Τη λογική του συλλογισμού του ενίσχυε το γεγονός πως ήταν αγόρι, άρα μικρός άντρας, και η φυσική του θέση ήταν στην πλατεία, ανάμεσα στα κουφάρια των σφαγμένων ανδρών και ακριβώς δίπλα στου πατέρα του. Και πως , τέλος, δεν ήταν ολότελα τυχαίο που προκάλεσε τη μοίρα του μπαίνοντας την πιο κρίσιμη ώρα στην απαγορευμένη σπηλιά.

    Η πρώτη εικόνα που αντίκρισε νεογέννητος ήταν το οροπέδιο και, παρ΄ όλο που η εικόνα ήταν παλιά όσο και η μνήμη του, του είχε φανεί ταυτόχρονα και γνώριμη και καινούργια. Ψηλοί πρίνοι και μια μεγάλη συκιά πλαισίωναν τα δεμένα χέρια και τα ελεύθερα μάτια του. Είδε μπροστά του τη μικρή χαράδρα και το αναδίπλωμα της απέναντι ράχης, που έκρυβε την είσοδο της σπηλιάς. Είδε πόσο μάταια οχύρωσε η φύση το πατημένο σπήλαιο και πόσο σοφά οι παλιοί με τις φαντασίες τους. Δυο γύπες πέταξαν κοντά στον αιχμάλωτο και χύθηκαν περιμένοντας στον κάμπο. Το βλέμμα του τους ακολούθησε κατεβαίνοντας στον στρογγυλό δίσκο του οροπέδιου. Οι βενετσιάνικες αρδευτικές λίνιες, που χώριζαν με αυλάκια νερού τη γη σε μεγάλα καφέ τετράγωνα, έδειξαν την τάξη των φθινοπωρινών αναίμακτων εργασιών αρμονική, σαν άγγελο θανάτου. Οι σπόροι δεν φαίνονταν στ΄ αυλάκια, μα τα μήλα κρέμονταν από τις ευθυγραμμισμένες μηλιές λιτανεύοντας σταγόνες αίμα. Το πέτρινο στεφάνι των βουνών μαλακώνοντας τις πλαγιές του έσφιγγε τον οριζόντιο κάμπο. Είδε τα χωριά, σκορπισμένα εκεί που έσμιγε η περιφέρεια του οροπέδιου με τις ρίζες των βουνών, και για μια στιγμή τα αντίκρισε ακριβώς όπως τα γνώριζε. Αμέσως μετά αντίκρισε τις φλόγες, που τύλιξαν τα σπίτια και τα δέντρα μετατρέποντας την εικόνα σ ήττα. Είδε τους σφαγμένους στην πλατεία και μέτρησε τους αιχμαλώτους πάνω από τετρακόσιους, γυναίκες, παιδιά και απόλεμους άντρες. Χώρια τα αιχμαλωτισμένα ζώα και τα λάφυρα.
    Τράβηξε το βλέμμα του από τις φλόγες και κοίταξε τη γη μπροστά στα πόδια του. Βράχια και λίγο ξερό χώμα. Ο Χασάν πασάς, κατακτητής του οροπέδιου και γαμπρός του αντιβασιλέα της Αιγύπτου Μωχάμετ Άλη, διέσχιζε το ξερό χώμα επιστρέφοντας στον Χάνδακα νικητής. Το μέγεθος αλόγου και αναβάτη δεν ξεπερνούσε το περίγραμμα της πεταλούδας που πετά. Είδε το άλογο αφηνιάζει και να ρίχνει καταγής τον ιππέα. Το αγόρι σήκωσε τον σκοτωμένο ιππέα πιάνοντάς τον προσεκτικά από τα φτερά των κόκκινων ρούχων, κι αμέσως τον πέταξε πέρα φοβισμένο το πρόσωπο του κατακτητή έμοιαζε στο δικό του.
    Λίγες μέρες αργότερα οι Οθωμανοί σήκωσαν από τη γη το πτώμα του Χασάν πασά, που σκοτώθηκε πέφτοντας από το αφηνιασμένο του άλογο ενώ ξεκινούσε για την πόλη, και το κουβάλησαν κρυφά στο Χάνδακα από τον φόβο μήπως ο θάνατος του ενθαρρύνει τους νικημένους.
    Ρέα Γαλανάκη, Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ Πασά, spina nel cuore, σελ. 13-9, Eκδόσεις Άγρα, 1998, ISBN 960-325-079-1
    Ο Στρατής Μυριβήλης για το Μινωϊκό Πολιτισμό
  • "Περπατά κανείς μέσα στις αίθουσες της Κνωσσού, και ακούει την παράξενη σιωπή των αμέτρητων αιώνων να τον παρακολουθεί με ανάκουστα βήματα πίσω από τα βήματά του, να ψιθυρίζει με μεταξωτό θρόισμα πίσω από τη φωνή του, να τον βλέπει με αόρατα μάτια από παντού. Από τους τοίχους με τις αναπαραστάσεις των τοιχογραφιών, από τους λουτρώνες, από τους εξώστες, από τα σκαλιά, από τις αίθουσες των ιερών και τις εξέδρες των θεάτρων. Από παντού ζωντανεύουν, σκύβουν και σε παρακολουθούν και σε σχολιάζουν περίκομψες λυγερές σκιές. Ο θρόνος του Μίνωος σε αναγκάζει να κρατάς όρθια τη ράχη. Αυτό το ακουμπιστήρι το υψηλό, το αυστηρό, που ανεβαίνει πάνω από τους ώμους σου, έπρεπε να στηρίζει έτσι όρθιο τον κορμό ενός αυτοκράτορα, ενός ιεροδικαστή, ενός Θεού. Τέτοιοι είταν οι Μίνωες που βασίλεψαν μέσα σε τούτα τα παλάτια πολύ πριν κατεβούν οι Αριοι Ελληνες από τα βορινά Ηπειρωτικά βουνά, με το πολεμικό σφρίγος της νεανικής φυλής, που εξορμά γεμάτη σκληρότητα και μένος, για να πλάσει τον πρωτάκουστον μύθο της. Οταν ήρθαν εδώ στην Κρήτη, θα βρήκαν ένα πολιτισμόν ώριμο, παραώριμο, κουρασμένον από την ευτυχία του και την αδιατάραχτη μακαριότητα της ζωής του. Εδώ είναι ένα βασίλειο θαλασσοκρατικό, που άπλωνε τη δύναμή του σ' όλη τη Μεσόγειο, και είχε μεγάλες εμπορικές και διπλωματικές σχέσεις με τους Φαραώ. Εδώ, στις Μινωϊκές πολιτείες, δε βρέθηκαν ίχνη από καστρότειχα, που σημαίνει πως ο τόπος δε διέτρεχε κινδύνους και οι άνθρωποι χαιρόντανε τη ζωή τους και τα αγαθά της εργασίας τους προστατευμένοι από ένα στόλο παντοδύναμο, και μία κρατική ηγεσία σοφή, κραταιή και δίκαιη. Σαν παραμύθια οι Ελληνες της Αθήνας διηγόντανε στα παιδιά τους για τους σοφούς δικαστές της Κρήτης, που στάθηκαν φίλοι του Κρητογέννητου Διός, τόσο σοφούς και τόσο δίκαιους, που σαν πέθαιναν, δόθηκε σ' αυτούς να δικάζουνε στον Αδη τις ψυχές των ανθρώπων. Και μέσα στα παραμύθια τους διηγόντανε ακόμα πως ετούτο το βασίλειο είχε υποταγμένη στη δύναμή του και την Αθήνα και της είχε επιβάλει και κείνη την παράξενη φορολογία του αίματος, να στέλνουν κάθε χρόνο μια ομάδα εφήβους και κορίτσια από τα πιο διαλεχτά της Αθήνας, για το χαρέμι εκείνου του μυθικού τέρατος του Μινώταυρου που είχε τη μονιά του μέσα στις απέραντες κατακόμβες του Λαβύρινθου. Και έπρεπε να προβάλει μέσ' από τη ρόδινη αχλύ του αττικού μύθου ο Θησεύς, το θαυμαστό πριγκιπόπουλο ο πιο τέλειος ιππότης για τους αδικημένους που έπλασε η Αθήνα, ένα είδος Αι - Γιώργη, για να λυτρώσει την πόλη της Αθήνας από τον ταπεινωτικό φόρο του αίματος.

    Ο μύθος του Λαβύρινθου δείχνει ως πιο σημείο είταν ξακουστές οι ικανότητες των αρχιτεκτόνων και των μηχανικών της Μινωϊκής Κρήτης. Ο μύθος του Δαιδάλου και του Ικάρου δείχνει σε τί ύψη επιτεύξεων είχε τολμήσει να διακινδυνεύσει τις δοκιμές της η μεγαλοφυΐα των δημιουργών του τεχνικού πολιτισμού της. Και ο μύθος του Μινώταυρου, και οι έρωτες της Πασιφάης με τον ταύρο, εξηγούνται τώρα από μας, τους τόσο μακρινούς απογόνους που έχουμε μπροστά μας εκτεθειμένα στα μουσεία μας τα αποκαλυπτικά μνημεία της Μινωϊκής ζωής, που μας τα ξεσκέπασε ο αρχαιολόγος και για τα οποία τίποτε δεν ήξεραν οι Ελληνες της κλασικής εποχής, όπως δεν ήξεραν και όσο ξέρουμε σήμερα εμείς για τις Μυκήνες και τα παλάτια των Ατρειδών.

    Εδώ στη Μινωϊκή πολιτεία, πραγματικά ο ταύρος έπαιξε μεγάλο ρόλο σα θέαμα. Στις τοιχογραφίες που ανακάλυψε ο Εβανς βλέπουμε τον ταύρο σαν ένα σύμβολο δύναμης και μαζί σαν πολύ αγαπητό θέαμα για τον κόσμο του απέραντου παλατιού και για το λαό.Εχουμε την ταυροδρομία της Κνωσσού, που είναι μια ακέραια παράσταση τοιχογραφική. Οι ταυροκαθαψίες είναι ένα είδος ταυρομαχίας δίχως φόνους, δίχως αίματα στην αρένα, δίχως αγριότητες. Εδώ ο βαρβάτος ταύρος είναι ένα επικίνδυνο παιχνίδι στις ακροβατικές ικανότητες εφήβων ταυρομάχων, που αγκαλιάζουν τα κέρατα του ταύρου και με την ανατίναξη που τους κάνει το εξαγριωμένο ζώο, αυτοί αγγίζοντας με τα χέρια τα πλευρά του, και πέφτουν όρθιοι στην άκρη των δαχτύλων πίσω από τον ταύρο που ορμά ξαφνιασμένος. Αυτό θα χρειαζότανε πολύχρονη εξάσκηση, θάρρος και λυγεράδα και χάρη. Θα είχε βέβαια και τα κίντυνά του αυτό το άθλημα. Και ποιος ξέρει αν οι νέοι και τα κορίτσια που έστελνε η Αθήνα στο Λαβύρινθο δεν προορίζονταν γι' αυτές τις γιορτές. Βλέπουμε ακόμα τον ταύρο στις περίφημες χρυσές κούπες των Μινωϊκών και σ' ένα υπόλοιπο θαυμασίου αναγλύφου της Κνωσσού. Είναι ένα κεφάλι που φρουμάζει. Είναι απερίγραπτη η ένταση της έκφρασης που έβαλε ο γλύπτης στα μάτια και τα ρουθούνια αυτού του τσακισμένου έργου. Υπάρχει ακόμα ένα αριστοτεχνικό κεφάλι ταύρου από στεατίτη. Αυτό είναι ήμερο, σε κοιτάζει αγαθά με τα βελουδωτά μάτια, και τα κέρατά του υψώνονται ρυθμικά, θριαμβευτικά πάνω από το κατσαρό, το περήφανο μέτωπο. Το σχήμα τους το βλέπουμε πια παντού στα Μινωϊκά χτίρια, σαν συμβολικό αρχιτεκτονικό στολίδι, με μυστικό θρησκευτικό νόημα.

    Στους τοίχους του παλατιού βλέπει κανείς τις τοιχογραφίες που στόλιζαν τα δωμάτια. Ολες είναι χαριτωμένες σκηνές ξέγνοιαστης χαράς, ξεσηκωμένες από τη ζωή ενός λαού ευτυχισμένου, καλομαθημένου και εύθυμου. Είναι έφηβοι που δρέπουν κρίνα με υψηλούς μίσχους. Το κορμί τους είναι λυγερό, η μέση λεπτή, το δέρμα γανωμένο από τον ήλιο και τον αέρα της θάλασσας. Δε φορούν παρά ένα σλιπ, όπως θα λέγαμε σήμερα. Το κεφάλι τους όμως είναι στολισμένο με διάδημα από πετράδια και πολύχρωμο λοφίο από σπάνια φτερά. Στα χέρια τους φορούν βραχιόλια. Είναι τα χαϊδεμένα πριγκιπόπουλα μιας αυλής εξαιρετικά πολιτισμένης, που διαβαίνουν ανέμελα μέσα από ανθισμένα παρτέρια. Οι Μινώες γυναίκες, απεναντίας, ασχολούνται πολύ με τη μόδα. Θάπρεπε να υπάρχουν εδώ σπουδαία εργαστήρια υψηλής ραπτικής, για να βγαίνουν αυτές οι θαυμάσιες τουαλέτες που βλέπουμε στις ζωγραφιές και στα ειδώλια. Οι φραμπαλάδες είναι πολύ της μόδας στη Μινωϊκή αυλή, καθώς και οι κορσέδες που σφίγγουν τις λυγερές μέσες. Οι φούστες μακριές, φορτωμένες κεντήματα και στολίδια, κατεβαίνουν ως κάτω. Επίσης η κόμμωση είναι μια υπόθεση σπουδαία και περίπλοκη. Θα χρειαζόντανε πολλές ώρες τούτες οι αριστοκράτισσες για να κατσαρώσουν και να τακτοποιήσουν με τόση σοφία αυτές τις μπούκλες γύρω στο γοητευτικό πρόσωπο με τα πελώρια μάτια και τα βαμμένα χείλη. Από τη μέση κι επάνω η τουαλέτα συμπληρωνότανε με ένα κομψότατο μπολερό, που άφηνε γυμνά τα μπράτσα και μπροστά τα στήθη ελεύθερα, μα ολότελα ελεύθερα σε ένα ντεκολτέ πολύ πιο γενναιόδωρο ακόμα και από αυτό που μας προσφέρουν στις διαφημιστικές τους φωτογραφίες, οι ωραίες του Χόλυγουντ.

    Γενικά αισθάνεται κανένας εδώ μέσα το σπουδαίο ρόλο που έπαιξε η γυναίκα στο Μινωϊκό πολιτισμό. Από τις τοιχογραφίες αναδίδεται η αμέριμνη και επιπόλαιη ατμόσφαιρα μιας κοσμικότητας περίκομψης, μιας αυλικής κοσμικότητας. Ενα πλήθος ωραίες νεαρές κυρίες συνωστίζονται σ' αυτές τις ζωγραφιές. Είναι φανερό πως πρόκειται για κάποιο θέαμα πολύ ενδιαφέρον. Καμιά γιορτή με ακροβάτες, με θεατρίνους, με "ταυροκαθαψίες", όπως έλεγαν τις αναίμακτες εκείνες ταυρομαχίες τους. Αυτές οι νέες κοπέλες, οι περίτεχνα τουαλετιασμένες, είναι κοκέτες και κομψές, είναι γοητευτικές και φλύαρες. Τις βλέπεις, τις ακούς σχεδόν να ψιθυρίζουν χαμογελώντας πονηρά για κουτσομπολιά της αυλής. Είναι όλες πρόσχαρες, θορυβούν στις διακεκριμένες θέσεις, όπως γίνεται σε μια κοσμική πρεμιέρα και στο βάθος είναι ένα πλήθος μορφές που κινούνται χαραγμένες αυτές συμβολικά με λίγες γραμμές. Ολα αυτά δείχνουν ύπαιθρο, ανοιχτωσιά, ευμάρεια και πάστρα. Ο Μινωϊκός πολιτισμός είναι ένας πολιτισμός πλυμένων, καθαρών ανθρώπων. Υπάρχουν εδώ μπανιέρες, υπάρχουν αποχωρητήρια και αποχετεύσεις νερών και σοφή διάταξη αερισμού και φωτισμού, που και σήμερα ακόμα μπορεί να δώσει μαθήματα στους τεχνικούς του οικοδομικού κομφόρ.

    Είναι οι Βερσάγιες του Μινωϊκού Κράτους τούτο το παλάτι της Κνωσσού. Αλλά Βερσάγιες πλυμένων ανθρώπων. Ο πολιτισμός των κυριών αυτών έφθανε ως μέσα στο κορμί, ως τη μυστική τουαλέτα της γυναίκας. Και αυτό γινότανε χιλιάδες χρόνια πριν από τις Βερσάγιες της Γαλλικής Αυτοκρατορίας, που δεν είχαν χώρους ατομικής καθαριότητας, που οι κυρίες της τιμής έτρεχαν μέσα στις ισκιάδες και πίσω από τους θάμνους σε ώρα ανάγκης, και μέσα στις πουδραρισμένες κομμώσεις τους έβραζε η ψείρα και η κόνιδα, και για να μην καταστρέψουν την οντουλασιόν τους, είχαν ένα είδος ειδικές ξύστρες για να ξύνονται όταν τα ζωύφια τις παραενοχλούσαν. Ο πολιτισμός των Μινώων έχει έντονη την ατμόσφαιρα της χαράς και του θηλυκού πνεύματος.

    Η τέχνη αυτή είναι λεπτουργική. Φθάνει σε αξεπέραστα κατορθώματα μινιατούρας, και σε συνθέσεις φυσιολατρικές μιας χάρης που δε χορταίνεις να την απολαμβάνεις. Τα αγγεία τα Μινωϊκά με τις θαλασσινές παραστάσεις, τα φτερωτά ψάρια που πετούν στις τοιχογραφίες ανάμεσα σε κυματίζοντα νερολούλουδα , εκείνες οι ιστορισμένες χρυσές κούπες, εκείνη η αίγαγρος με τα δύο μικρά της αγριοκάτσικα, που το ένα βυζαίνει το μαστάρι, στην έξοχη φαγεντιανή πλάκα της Κνωσσού,εκείνες οι άπειρες, οι αμίμητες δαχτυλιδόπετρες, όλα αυτά διατηρούν το διακοσμητικό πνεύμα ενός θηλυκού, ενός μητριαρχικού πολιτισμού. Απομένουμε ξαφνιασμένοι μπροστά στο θαύμα αυτό, που μας αποκαλύπτει πως ο Μυκηναϊκός πολιτισμός δεν είναι παρά ένα παρακλάδι του Μινωϊκού πολιτισμού, που όταν οι Ελληνες τον κατέλυσαν και υπόταξαν το λαό που τον γέννησε, υποτάχτηκαν κατόπι και αυτοί στην ακαταμάχητη δύναμή του, όπως κατόπιν οι Ρωμαίοι καταχτητές υποτάχτηκαν στον νικημένον ελληνικό πολιτισμό".
    (Στρατής Μυριβήλης: "Απ' την Ελλάδα").
    http://culture.ana.gr/view5.php?id=1125


  • Το σπίτι του Αστερίου
    Ξέρω πως με λένε φαντασμένο, ίσως και μισάνθρωπο, ίσως και τρελό. Οι κατηγορίες αυτές (που θα τις τιμωρήσω όταν έρθει η ώρα) είναι γελοίες. Μπορεί να είναι αλήθεια ότι δεν βγαίνω από το σπίτι μου, αλλά αλήθεια είναι και ότι οι πόρτες του (άπειρες στον αριθμό) είναι ανοιχτές μέρα και νύχτα τόσο για τους ανθρώπους όσο και για τα ζώα. Όποιος θέλει, μπαίνει. Δε θα βρει εδώ γυναικείες πομπές, ούτε τις αλλόκοτες τελετουργίες των ανακτόρων, αλλά θα βρει γαλήνη κι απομόνωση. Θα βρει ακόμα κι ένα σπίτι που είναι μοναδικό σε όλη τη γή. (Ψεύδονται όσοι λένε πως στην Αίγυπτο υπάρχει ένα παρόμοιο.) Ακόμα και οι συκοφάντες μου παραδέχονται πως σε ολόκληρο το σπίτι δεν υπάρχει ούτε ένα έπιπλο. Άλλη γελοιότητα είναι το ότι εγώ, ο Αστέριος, τάχα είμαι φυλακισμένος. Να το ξαναπώ ότι δεν υπάρχει ούτε μια κλειδωμένη πόρτα; Να προσθέσω ότι δεν υπάρχει ούτε μία κλειδωνιά; Ένα σούρουπο, μάλιστα, βγήκα στο δρόμο• κι αν γύρισα εδώ πριν πέσει η νύχτα, ήταν γιατί με φόβισαν τα πρόσωπα του πλήθους- πρόσωπα ξεθωριασμένα και πλατσουκωτά, σαν ανοικτή παλάμη. Ο ήλιος είχε βασιλέψει πια, αλλά από το απελπισμένο κλάμα ενός παιδιού και τις ηλίθιες ικεσίες του όχλου κατάλαβα ότι με είχαν αναγνωρίσει. Ο κόσμος προσευχόταν, έφευγε μακριά, έπεφτε στα γόνατα• μερικοί σκαρφάλωναν στο στυλοβάτη του Ναού των Λάβρεων• άλλοι μάζευαν πέτρες. Κάποιος, αν δεν κάνω λάθος, έπεσε στη θάλασσα για να κρυφτεί. Δεν είναι τυχαίο που η μητέρα μου ήταν βασίλισσα: δεν μπορώ να συχνωτίζομαι με τον όχλο, αν και το ζητάει η ταπεινοφροσύνη μου.

    Πάντως είμαι μοναδικός. Δε με ενδιαφέρει τι μπορεί να μεταδώσει ένας άνθρωπος στους άλλους• κι εγώ, σαν το φιλόσοφο, είμαι της γνώμης ότι τίποτα δεν μπορεί να μεταδοθεί με την τέχνη της γραφής. Οι κοινότοπες και ενοχλητικές λεπτομέρειες δεν έχουν θέση στο πνεύμα μου, που είναι πλασμένο για τα σπουδαία• ποτέ μου δεν κατάφερα να συγκρατήσω σε τι διάφερε το ένα γράμμα από το άλλο. Κάποια γενναιόδωρη αδημονία δε μου επέτρεψε να μάθω να διαβάζω. Καμιά φορά, μετανιώνω για αυτό, γιατί οι νύχτες και οι μέρες είναι μεγάλες.

    Να διευκρινίσω ότι δεν μου λείπουν οι διασκεδάσεις. Σαν το κριάρι που χιμάει να κερατίσει, διασχίζω τρέχοντας τις πέτρινες στοές, ώσπου να σωριαστώ στο χώμα, ζαλισμένος. Κρύβομαι πίσω από μια στέρνα ή στη στροφή ενός διαδρόμου και καμώνομαι ότι με κυνηγούν. Έχει κάτι εξώστες, απ’ όπου αφήνομαι να πέφτω ώσπου να γεμίσω αίματα. Οποιαδήποτε στιγμή μπορώ να παίξω τον κοιμισμένο, κρατώντας τα μάτια μου κλειστά και βαριανασαίνοντας. (Κάπου-κάπου κοιμάμαι στ’ αλήθεια• κάπου-κάπου ανοίγω τα μάτια μου και το χρώμα της μέρας έχει αλλάξει.) Απ’ όλα τα παιχνίδια μου, όμως, αυτό που μ’ αρέσει πιο πολύ είναι να παίζω είναι να παίζω τον άλλο Αστερίο. Κάνω πως με επισκέπτεται και πως του δείχνω το σπίτι. Όλο ευγένεια και φιλοφρονήσεις του λέω: "Τώρα επιστρέφουμε στην προηγούμενη διασταύρωση ή τώρα θα βγούμε σε μιαν άλλη αυλή ή καλά το φαντάστηκα πως θα σου άρεσε το φρεάτιο ή κοίτα εδώ μια στέρνα που γέμισε άμμο ή τώρα θα δεις πώς διακλαδώνεται το υπόγειο". Καμιά φορά, κάνω λάθος και τότε γελάμε και οι δύο με την καρδιά μας.

    Τα παιχνίδια αυτά δεν είναι το μόνο πράμα που έχω κατεβάσει από το κεφάλι μου• με έχει απασχολήσει πολύ και το σπίτι. Όλοι οι χώροι του σπιτιού επαναλαμβάνονται πολλές φορές, και κάθε μέρος είναι άλλο μέρος. Δεν υπάρχει μια αυλή, ένα πηγάδι, μια ποτίστρα, ένα παχνί• υπάρχουν δεκατέσσερα (= άπειρα) παχνιά, ποτίστρες, πηγάδια, αυλές. Το σπίτι είναι μεγάλο όσο και ο κόσμος• μάλλον είναι ο κόσμος. Να, όμως, που, για να’χω εξαντλήσει τις αυλές με τα πηγάδια και τις κονισαλέες στοές από γκρίζα πέτρα, βγήκα μια μέρα στο δρόμο και είδα το Ναό των Λάβρεων και τη θάλασσα. Αυτό δεν το είχα καταλάβει, μέχρι που ήρθε ένα όραμα της νύχτας και μου αποκάλυψε ότι οι ναοί και οι θάλασσες είναι πάλι δεκατέσσερις (= άπειρες ). Τα πάντα είναι πολλές φορές, δεκατέσσερις φορές, αλλά υπάρχουν και δύο πράγματα στον κόσμο που δείχνουν να είναι μόνο μια φορά: πάνω, ο δυσνόητος ήλιος• κάτω, ο Αστερίος. Μπορεί και να είμαι εγώ που έπλασα τα αστέρια και τον ήλιο και το θεόρατο σπίτι, μα τώρα δε θυμάμαι τίποτα.

    Κάθε εννέα χρόνια έρχονται στο σπίτι εννέα άνθρωποι για να τους λυτρώσω από το Κακό. Ακούω τα βήματα τους ή τις φωνές τους στα βάθη των πέτρινων στοών και τρέχω όλος χαρά να τους προϋπαντήσω. Η τελετή διαρκεί λίγα λεπτά. Ο ένας μετά τον άλλο σωριάζονται, χωρίς να λερώσω τα χέρια μου με αίμα. Εκεί όπου πέφτουν, εκεί μένουν, κι αυτό με βοηθάει να ξεχωρίζω την μία στοά από την άλλη. Δεν ξέρω ποιοι είναι, αλλά ξέρω πως ένας από δαύτους, την ώρα που ξεψυχούσε, προφήτεψε πως κάποτε θα ερχόταν και ο δικός μου λυτρωτής. Από τότε, δε με βαραίνει η μοναξιά, γιατί ξέρω ότι ο λυτρωτής μου μια μέρα θα προβάλλει μέσα από τη σκόνη. Αν η ακοή μου μπορούσε να συλλάβει όλους τους ψιθύρους στον κόσμο, θα ξεχώριζα τα βήματα του. Είθε να με πάει σε κάποιο χώρο με λιγότερες στοές και λιγότερες πόρτες. Πώς θα είναι ο λυτρωτής μου; αναρωτιέμαι. Θα είναι ταύρος ή άνθρωπος; Θα είναι μήπως ταύρος με ανθρώπινο κεφάλι; Η θα είναι σαν και εμένα;

    Ο πρωινός ήλιος άστραφτε πάνω στο μπρούτζινο σπαθί. Δεν είχε μείνει ούτε σταγόνα αίμα.

    Θα το πιστέψεις Αριάδνη; είπε ο Θησέας. Ο Μινώταυρος δεν αντιστάθηκε καθόλου.

    Στη Μάρτα Μοσκέρα Ίστμαν.

    *Από το βιβλίο: Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Άπαντα Πεζά, Μετάφραση, Επιμέλεια, Σχόλια: Αχιλλέας Κυριακίδης, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.
    http://www.topapi.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=947&Itemid=254
  • ΤΟ ΣΤΟΙΧΗΜΑ
    Ακουγα τους βρυχηθμους
    η καυτη ανασα του λυσσασμενου κτηνους
    μου εκαιγε την πλατη,
    ημουν μεσα στον λαβυρινθο
    αναμεσα στην σαρκα και στο πνευμα
    στους δαιδαλους της σκεψης που μπερδευει
    και δεν με τρομαζε το τερας
    ηξερα πώς να παιζω με τους ταυρους
    να χορευω στα γυαλιστερα τους κερατα
    και να τους απλωνω βρεγμενους και γυαλιστερους
    πανω στο χαρτι,
    ουτε για τον μιτο ανησυχουσα
    πολλες φορες ειχα μπλεχτει με τα νηματα του παντα
    και δεν με τρομαζε αλλο το ποτε.
    Όχι, γνωριζα καλα πως άλλο ηταν εδώ το στοιχημα.
    Κι ενώ ο Μινωταυρος επαιρνε φορα να ορμησει
    κι η απουσια ετρωγε τα κουφαρια των συντροφων
    και πανω στο καραβι οι ναυτες επαιζαν το τελος στα χαρτια
    εγω ο Θησεας
    αφεθηκα επιτελους στην ροη.
    Και τοτε ξαφνικα κλεισαν οι κυκλοι.
    Κι εγω ξεκινησα για να σε βρω.
    Χλόη Κουτσουμπέλη

  • Το βάρος του να ισορροπεί μόνο γι’ αυτήν. Την κοίταζε με βλέμμα γεμάτο παθιασμένο φως. Να την καταπιεί ολόκληρη ο πόθος του κι αυτή να μη διστάζει να κλείσει τις καμπύλες της εντός του. Να συγχωνευθεί. Λάτρευε την ανακτορική μυρωδιά της, άγγιξε με τα μάτια το δέρμα στον αυχένα της, λαχτάρησε την ζωντανή επαφή των ώμων της. Πρόσεχε τις κινήσεις του, τα κέρατα κάπου να τα βολέψει. Την ανασήκωσε προσεκτικά με τα μπροστινά του πόδια και την ακούμπησε εντός του. Το μέσα της και το μέσα του αφομοιώθηκαν απ’ το πάντα. Αυτή κούρνιασε σαν έμβρυο και χάθηκε στον έρωτά του. Εσώκλειστη στην αιωνιότητα, εσώκλειστη στη γεύση του ζωώδους. Μόνο τα χέρια δίπλωσε πίσω απ’ το σβέρκο. Να γλύφει το μέσα του και να μην πονάει τα σωθικά του.
     
    ΝΙΚΗ ΠΑΥΛΙΔΟΥ, Εσώκλειστος έρωτας

  • Ανεπαίσθητα νήματα κρατούν την κούνια σου
    αιώνια ταλάντωση ανάμεσα σε χαρά και θλίψη
    αιωρείσαι ατέλειωτα μέσα στους αιώνες
    με μόνη συντροφιά την παλινδρομική κίνηση των άστρων
    πίσω μπρος στο ροδάκινο του έρωτα
    μπρος πίσω στο δαμάσκηνο της απελπισίας
    ακέφαλη ισορροπίστρια, χορεύτρια, ακροβάτισσα
    μικρή γυναίκα του Μουσείου
    ποιήτρια του απείρου
    ερωτευμένη,
    χωρίς την αγάπη σου κοντά.
  • ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ
    Η αιώρα (Μουσείο Ηρακλείου 9.10.2010)
    Λαβύρινθος
    Στις σκοτεινές αίθουσες χωρίς επιστροφή,
    στους αδιέξοδους διαδρόμους
    και στις κρυφές γωνιές
    το τέρας είναι μέσα μας.
    Χωρίς το χρίσμα του αγαπημένου,
    που κερδίζει το μίτο της διαφυγής
    όλοι είμαστε άξιοι για το κεφάλι του μινώταυρου.
    Εμείς ο Δαίδαλος, εμείς και ο Θησέας.
  • ΜΙΝΩΤΑΥΡΟΣ
    Είχε το σώμα το δικό μου
    -και την ελιά μου ακόμη
    Στο δεξί του μπράτσο.

    Μόλις αντικριστήκαμε όρμησε
    πάνω μου μ’ άγριο μουγκρητό.
    Μα καθώς αγκαλιάστηκαν τα σώματά μας
    κι αρχίσαμε το πάλεμα έβλεπα
    όλο και πιο πολύ πως πάλευα
    μ’ εμέ τον ίδιο.

    Σκληρός ο αγώνας. Μια εκείνος
    νικούσε, μια εγώ. Κι όταν τον έριξα επιτέλους χάμω
    είδα να τρέχουν από τα μάτια του
    δυο δάκρυα, καθώς τα στήλωνε
    μεσ’ στα δικά μου. Για μια στιγμή
    ένιωσα να δειλιάζω, σα να ‘μουν εγώ
    ο νικημένος. Μα δεν αφέθηκα στη θλίψη.
    Τράβηξα το σπαθί μου και το βύθισα
    ως τη λαβή στο λαιμό του.

    Από τότε είναι φορές που κοιτάζοντας
    το λαμπερό χαλκό βλέπω στη θέση
    του κεφαλιού μου κεφαλή μινώταυρου.

    Γιώργος Μανουσάκης