Δευτέρα, 15 Νοεμβρίου 2010

Καρφι

              Ανηφόρισα στο  Καρφί ροσπαθώντας να καταλάβω τι οδηγούσε για αιώνες του ανθρώπους εδώ πάνω, στις εσχατιές του ορίζοντα, για να λατρέψουν τους θεούς τους. Η κόπωση του σώματος κατά την ανοδική πορεία, και μάλιστα  για έναν απροπόνητο όπως εγώ, αποζημιώνεται σε κάθε σου βήμα από μια νέα εικόνα,  λες κι ένα αόρατο χέρι σπρώχνει μαλακά την πλάτη σου υποβοηθώντας σε να περπατήσεις το δύσκολο μονοπάτι που οδηγεί στην κορυφή, όπου το μόνο που  μπορείς πια ν’ αρθρώσεις είναι  «Θεέ μου» ή απλά «Θεέ».



              Έχοντας εκπληρώσει το δύσκολο στόχο της κοπιαστικής ανάβασης και της κατάκτησης της κορυφής, αφού ηρεμήσω τους χτύπους της καρδιάς μου, για τους οποίους δεν ευθύνεται μόνο η κατακόρυφη σχεδόν πεζοπορία, μπορώ να ανταμείψω τον εαυτό μου με την πολυτέλεια της ανάπαυσης.
  Αλλά αυτό δεν κρατά για πολύ. Πώς να καθίσεις για πολύ σε ένα σημείο, όταν τόση ομορφιά κωδικοποιημένη σε εικόνες σε προκαλεί; Μετατοπίζομαι λοιπόν συνεχώς αναζητώντας καλύτερη ή απλώς διαφορετική θέα. Επιλέγω  ένα σημείο όπου από κάτω μου χάσκει το χάος. Η κομμένη ανάσα, η ζάλη από την υψοφοβία δεν είναι ικανές να με εμποδίσουν να πάψω να κοιτάζω. Τα άκρα προκαλούν τη σκέψη μου. Νιώθω την ανάγκη να ξεφύγω από τα όριά μου.
     Αφήνω το μάτι μου ελεύθερο να περικυκλώσει το χώρο, να τον κλείσει και να τον φυλακίσει, να  τον κρατήσει για πάντα,  αλλά εκείνο λαίμαργο και αχόρταγο δεν μπορεί να σταθεί πουθενά, αλλά βουλιμικά καταπίνει εικόνες , που όμως ξέρω ότι δε θα σταθούν για πολλή ώρα στη μνήμη μου. Βοηθός μου η τεχνολογία για να παγώσω το χρόνο και να  κρατήσω την εικόνα ενός δευτερόλεπτου, γιατί,  κι αν ακόμα το θέλω, η επόμενη στιγμή δε θα είναι η ίδια. Σταθερός συνοδός μου ο άνεμος που χαϊδεύει ή δέρνει, μουρμουρίζει ή ουρλιάζει στα μυτερά χαράκια που ορθώνονται φύλακες στις κορυφογραμμές.
              Σε κάθε πέτρα σε κάθε βήμα σταματώ για να φυλακίσω μια εικόνα στο φακό, να καταγράψω μια σκέψη, απελπισμένα να κρατήσω το χρόνο που φεύγει, να μην πω πώς έφυγα από εδώ χωρίς να αγγίξω έστω και ελάχιστα την ομορφιά του.
           Καθώς ο ήλιος ανεβαίνει,  το φως από διαφορετική γωνία, κάθετα πια, πέφτει πάνω στα πράγματα  διώχνοντας τις σκιές. Προηγουμένως το φως δεν τα είχε αποκαλύψει όλα.  Τα πράγματα αποκαλύπτονται πλέον ολόγυμνα χωρίς να μπορούν να κρατήσουν  προστατευμένο στη σκιά το μισό εαυτό τους. Είναι πλέον απροστάτευτα μπροστά μου, στο έλεός μου,  στην περιέργειά μου, σε κάθε διάθεσή μου να τα αγκαλιάσει μαλακά ή να τα αρπάξει βίαια και αποφασιστικά, να τα εξουσιάσει, να νιώσει ότι έχει τον έλεγχο πάνω τους, ότι μπορεί να επηρεάσει την πορεία τους, ότι δεν είναι ένας ξένος κι αδιάφορος, αλλά υπάρχει ένας στενός σύνδεσμος μεταξύ τους, του οποίου η ταυτότητα παραμένει ακόμα απροσδιόριστη. 

Πριν  το φως αρχίσει να λιγοστεύει και να δημιουργεί και πάλι σκιές, πριν αρχίσει να παραμορφώνει την πλευρά που είδα, πρέπει να το αξιοποιήσω. Πάντα μ’ άρεσε να κοιτάζω κατάματα το φως . Ήθελα να κλέψω κάτι από τη λάμψη του, μα κυρίως ήθελα να μάθω την πηγή και τα μυστικά του, να το κοιτάξω κατάματα, κόντρα, ακόμα κι αν διαπίστωνα ότι αυτό μου στερούσε τη διαύγεια της όρασης κι ίσως έβλαπτε, αν γινόταν κατ’ εξακολούθησιν, την ίδια την όραση. Μήπως πρέπει ν’ αλλάξω μέθοδο; Να βλέπω καθαρά τα πράγματα, όπως φωτίζονται από το φως, βρισκόμενη πίσω από τα πράγματα, για να μην αλλοιώνει η σκιά μου την καθαρότητα της μορφής τους; Αυτό βέβαια σημαίνει ότι πρέπει διαρκώς να μετακινούμαι και ν’ αλλάζω οπτική γωνία προσαρμοζόμενη στη γραμμή του φωτός.
             Οι ματιές μου αρχίζουν να μου προκαλούν ζάλη. Δεν είναι εύκολο να  αποθηκεύσεις  στη μνήμη σου τόσο δυνατές εικόνες, που καθεμιά τους σε αφήνει ξέπνοο με την αγριάδα της ομορφιάς της, τον πρωτογονισμό, αλλά και την καθαρότητα και την παρθενικότητά της. Ο τόπος απομακρυσμένος  από τους ανθρώπους έχει διασώσει σε αρκετά μεγάλο βαθμό την ιδιαιτερότητα της φυσιογνωμίας του.
                
Ο άνεμος κινδυνεύει να με παρασύρει. Έχει πάψει πια να χαϊδεύει. Έχει αγριέψει άραγε από την ανθρώπινη παρουσία που διασαλεύει την ησυχία του, την  αυθεντικότητά της ύπαρξής του; Ας μετακινηθώ και πάλι. Εμπιστεύομαι ένα ψηλό βράχο μπροστά μου σαν τείχος ότι δε θα αφήσει το σώμα μου να ριχτεί στο κενό και αφήνομαι  να ακουμπήσω με την πλάτη σ’ ένα άλλο βράχο. Το σώμα μου ίσα ίσα που χωρά ανάμεσά τους.  Μόνο το κεφάλι μου προεξέχει από τον ορίζοντα του πρώτου βράχου. Αυτή η στάση που το σώμα μου αφήνεται να ενωθεί με τους βράχους μου παρέχει μια κάποια ασφάλεια για να μείνω σαν πολιορκούμενη από το κενό  και τον ορίζοντα. Στο  βράχο που ακουμπά η πλάτη μου έρπει ένας μικρός θάμνος. Είναι τόσο μικρός που ίσα ίσα καλύπτει με το φτενό του φύλλωμα σα χαλί τα κενά που δημιουργήθηκαν στο πέρασμα του χρόνου από τη διάβρωση. Επιβίωση όπως όπως, με όποιους όρους.
              Τοποθετώ προσεκτικά το πόδι  μου στα κενά των βράχων. Δε θέλω η μικρή μου περιπέτεια να καταντήσει μια  μεγάλη οδυνηρή περιπέτεια. Επιλέγω βράχους με ιδιάζον σχήμα σε θέση προεξέχουσα να μοιραστώ καθισμένη πάνω της τη θέα  που κι εκείνη αιώνια απολαμβάνει, που ο βίαιος άνεμος, η καταιγιστική βροχή και τα παγωμένα χιόνια δεν έχουν καταφέρει να φθείρουν αρκετά. Έχει βρει τον τρόπο της να επιβιώνει. Αξίζει το σεβασμό μου. Κι αμέσως μετά τη ντροπή μου. Με τρόμο σηκώνομαι από πάνω της. Νιώθω σα να  έχω κάνει βεβήλωση, ιεροσυλία.
                Στέκομαι παραπέρα καθώς  δεξιά μου προς την ανατολή περιμένουν να φωτογραφηθούν πεζούλες: κάποτε τον καιρό μεγαλύτερης φτώχειας θα δέχονταν τον ιδρώτα  του ανθρώπινου μόχθου. Η πρώτη στο βάθος σχεδόν κυκλικού σχήματος ίσως να ήταν αλώνι, ίσως η ορχήστρα ενός θεάτρου για πανάρχαιες τελετουργίες.
   Προχωρώ όλο και περισσότερο. Πού θέλω να φτάσω; Καταλήγω σε ένα σημείο σε περίοπτη θέση. Είμαι τυχερή που η τύχη μου επιφύλαξε συνθήκες μεγάλης ορατότητας, ώστε να διακρίνω πέρα από τη Ντία  και δυτικά μέχρι τη Ροδιά.   
Από τη μια πλευρά ο χώρος των ανθρώπινων δυνατοτήτων και έργων: η γη της επαγγελίας του λασιθιώτικου κάμπου. Από την άλλη χάσκει κάτω από τα πόδια σου το κενό της πτώσης που σε τραβά σα μαγνήτης. Το αεράκι που ολοένα δυναμώνει σε ωθεί ν’ αφήσεις την επαφή σου με το έδαφος και ν’ απογειωθείς προς τον άγνωστο χώρο του άλλου χάους που υψώνεται πάνω σου. Ανάμεσα σε δυο κενά, με την εποπτεία του επίγειου, ατενίζω το τρίτο κενό της θάλασσας, που σε περίπτωση περιορισμένης ορατότητας τα όριά της σβήνουν και συγχέονται με του ουρανού.

   Αναρωτιέμαι πώς ο μινωίτης  πιστός βίωνε τη λατρεία της Μεγάλης Μητέρας σε ανάλογο κλιματολογικό περιβάλλον. Η ανάβαση των μινωιτών στο σημείο που τους επέτρεπε να προσεγγίσουν  πληρέστερα το χώρο, του οποίου ένιωθαν ότι αποτελούν μικρές μονάδες, τους οδήγησε στην κατάκτηση μιας ισορροπίας και αρμονίας που κερδίζεται  με απλό και φυσικό τρόπο, που προσφέρει χαρά, όπως φαίνεται από τα χρώματα και τις μορφές μέσα στη μινωική τέχνη. Έρχεται  να ευχαριστήσει τους θεούς αναγνωρίζοντας ότι σ’  αυτούς οφείλει τα αγαθά της γης και της ίδιας της ζωής.  
Ατενίζοντας αφ’ υψηλού σε περίπτωση καθαρότητας της ατμόσφαιρας  αποκτούσε  μια ευρεία και σφαιρική αντίληψη των πραγμάτων που οφείλεται στο μακρινό πλάνο. Μπροστά η θάλασσα που θυμίζει πως κυκλώνει το νησί και πίσω ο λασιθιώτικος κάμπος με το σχεδόν κυκλικό του σχήμα ζαλίζει με την έννοια του κύκλου. Χαιρόμενος  την ομορφιά της ζωής αισθάνεται ικανοποίηση και αυτοπεποίθηση για τη δική του μικρή, αλλά ουσιώδη συμβολή και  ενισχύει την αυτοπεποίθηση και την ελπίδα του βλέποντας τη γη ετήσια να ανθίζει και να καρπίζει για χάρη του. Η ομαδική ανάβαση και λατρεία αναδεικνύει το πνεύμα συναδέλφωσης και συνεργασίας  τόσο στη δύσκολη πορεία όσο και στη μετοχή και κοινωνία της ομορφιάς που απολαμβάνουν.  Σε μια αγαστή συνεργασία με το περιβάλλον και τους υπόλοιπους ενοικούντες  σ’  αυτό ο μινωίτης συνειδητοποιεί ότι οι άνθρωποι δεν αποτελούν εχθρό ο ένας για τον άλλο, αλλά βοηθό απέναντι στον κοινό στόχο που είναι το άγνωστο. Θέλουν να μοιραστούν τα συναισθήματα και τις εμπειρίες.
             Από την άλλη συνειδητοποιώντας  τη φθαρτότητα, ακροβατώντας ανάμεσα στην ασφάλεια και στην ανασφάλεια, τη σωτηρία και την απώλεια, τη ζωή και το θάνατο περιορίζοντας την έπαρση και αλαζονεία του συνειδητοποιεί  τα όρια του και συσχετίζοντάς τα με εκείνα της φύσης θέτοντας τη ζωή του στα όρια της χρυσής ισορροπίας του μέτρου. Προσπαθώ  να φανταστώ το τοπίο σε κατάσταση νεφελώδη ή ομιχλώδη, που είναι η συνηθέστερη ακόμα και πολλές  ημέρες του καλοκαιριού.  Καθώς , όπως λένε οι επιστήμονες, οι κλιματολογικές συνθήκες δεν αλλάζουν ριζικά στο πέρασμα 3-4 χιλιετιών, προσπαθώ να μεταφερθώ πίσω στο χρόνο. Το μάτι μετεωριζόμενο στο γαλακτώδες τοπίο, όπου χάνονται  τα σύνορα του ουρανού και  γης, αγωνίζεται  να διαπεράσει το λευκό χάος  της ομίχλης αναζητώντας διέξοδο στο φως. Πολύ μακρύτερα από τους ανθρώπους, πιο κοντά στον αέρα παρά στη γη και  στους ανθρώπους, χάνει την επαφή του με την πραγματικότητα διεκδικώντας μέσα από τη φυγή από την πραγματικότητα το δρόμο που οδηγεί στη γνώση.
             Όταν στο πρόσωπό του αισθανόταν  το υγρό άγγιγμα της ομίχλης ή το απαλό χάδι και άλλοτε το άγριο χτύπημα του αέρα,  ένιωθε άραγε ότι ήταν έρμαιο των φυσικών δυνάμεων, ένιωθε το φόβο  του για το άγνωστο να υποχωρεί στην προσδοκία της λατρείας της θεότητας ή δεν μπορούσε να  τιθασεύσει τους χτύπους της καρδιάς του;  Κι όταν η ομίχλη σερνόταν στο έδαφος συνιστώντας κατάσταση «ορατότητας μηδέν»  περνώντας κύματα κύματα ανάμεσα  από τους ανθρώπους, διαπερνώντας τα σώματα των πιστών, μουσκεύοντας τα πάντα (ανθρώπους, ζώα, κτίρια) με ρυθμό βιαστικό, εξαφανιζόμενη τόσο γρήγορα όσο βιαστικά ήρθε, αφήνοντας τη ζωογόνο δροσιά της ή οδηγώντας στα τυφλά τα βήματά τους ν’  απέχουν χιλιοστά από το κενό, με την αδρεναλίνη να εκτοξεύει  την ένταση  στα ύψη και να οδηγεί  στην έκσταση βγάζοντάς τον έξω από τα όρια του υλικού εαυτού του, αφού προηγουμένως έχει βουτήξει στο απόλυτο κενό του φόβου, του κενού και του απείρου, αποτίνασσε από πάνω του το δέρμα του φιδιού, μένοντας αναγεννημένος, αναπλασμένος, έτοιμος να συνεχίσει ή να ξαναρχίσει τη ζωή του από την αρχή. Φόβος. Βύθιση. Ανάταση. Έκσταση. Λύτρωση. Κάθαρση.
             Σίγουρα είχε προλάβει να τοποθετηθεί στα όρια του. Η θέση του εξουσιαστή, του ισχυρού δεν του ανήκε. Συνειδητοποιούσε   την αδυναμία και τη μικρότητα που χαρακτηρίζει τόσο τον άνθρωπο,  όσο  και τα άλλα όντα της φύσης. Αν ήθελε να ισορροπήσει, θα έπρεπε να  αποδεχτεί αυτό το ρόλο ισοτιμίας, συνεργασίας και συμπόρευσης. 
            Πριν πάρει το δόμο της επιστροφής, τα πνευμόνια του είχαν φουσκώσει όχι μόνο από τον καθαρό αέρα, το δεδομένο που είχε σεβαστεί και δεν είχαν φθείρει όπως ο σύγχρονος άνθρωπος, αλλά κυρίως από μια αίσθηση πληρότητας που προέκυπτε από τη συνειδητοποίησης της αρμονίας και ισορροπίας με τη φύση,  που τους επέτρεπε  να συνεχίσουν τη ζωή τους, αναγεννημένοι, αναπλασμένοι, έτοιμοι να συνεχίσουν ή να ξαναρχίσουν τη ζωή τους από την αρχή απολαμβάνοντας κάθε στιγμή τους, σίγουροι ότι μέχρι την επόμενη ανάβαση η προσμονή της κορυφής που θα τους περιμένει πάντα εκεί θα γεμίζει την ψυχή τους με υψηλές προσδοκίες  συνταύτισης με το περιβάλλον και το θεό, που  στην συνείδησή τους ταυτίζονταν.

   Σήμερα μετά από  τόσα χρόνια, όταν ο άνθρωπος έχει φτάσει πολύ ψηλότερα, όταν έχει κατακτήσει και την ψηλότερη κορυφή της γης, εκείνη των Ιμαλάϊων 8.688 μ., και προχωρώντας ακόμα ψηλότερα, ξεφεύγοντας από τα νενομισμένα όρια  της γνώσης του, καταρρίπτοντας ή υπερνικώντας τους φυσικούς νόμους (βαρύτητα) πώς αισθάνεται; Συνειδητοποιεί ότι κάποιοι άλλοι, κι αυτοί πολύ λίγοι είναι που  πάτησαν στο φεγγάρι και όχι  ο ίδιος , έστω κι αν το φαντάστηκε, αλλά περιορισμένος στον τεχνητό χώρο που του στενεύει τους ορίζοντες, τις διαδρομές του σώματος και της σκέψης, συνειδητοποιεί ότι έχει φτάσει πολύ χαμηλότερα, όπου τα πόδια του με δυσκολία τον ανεβάζουν σ’ αυτές τις χαμηλές κορυφές, που ουσιαστικά τώρα πια διαφεντεύουν και τις απολαμβάνουν μόνο τα κατσίκια και τα όρνια, και όχι εκείνος ο μεγάλος και ισχυρός. Σήμερα διαπιστώνουμε  τα σημάδια της ληστρικής επιδρομής που άφησε άνθρωπος συλώντας ακόμα και τους τάφους ανθρώπων που έφτασαν τόσο ψηλά για να αναφωνήσουν αυθόρμητα «Θεέ μου».  Γιατί ο άνθρωπος θέλει να γκρεμίσει αυτό που οι άλλοι χτίζουν; Γιατί δε σέβεται ούτε τον ύπνο των νεκρών; Γιατί είναι τόσο απελπισμένα προσκολλημένος στην ύλη κοιτάζοντάς την από τόσο κοντά που του κρύβει τον ορίζοντα, επιτρέποντάς του να βλέπει μόνο τον εαυτό του;   Συνειδητοποιεί ότι η λογική δεν είναι αποτελεσματικό μέσο ή η αξιοποίησή του δεν έγινε με τον πιο εποικοδομητικό τρόπο, όταν κατώτερα πλάσματα χαίρονται περισσότερα απ’ αυτόν;  Οι μόνοι που μπορούν άφοβα να χαίρονται τη θέα είναι τα ζώα. Τα κατσίκια έχουν ανοίξει τα δικά τους μονοπάτια. Αφήνουν το στίγμα τους φροντίζοντας στη διαιώνιση του κύκλου της γονιμότητα ς της γης. Ακούω και το φτεροκόπημα των πουλιών στον αέρα. Τα όρνια απλά κυνηγούν το θήραμά τους εποπτεύοντας από ψηλά ή αφήνονται στα εναέρια ρεύματα  ζώντας αυτά μόνο την ουσία και το θαύμα της φύσης. 
                           Το μέτρο της λογικής σε κρατά εντός κύκλου και τροχιάς, αλλά για να γνωρίσεις άγνωστους πλανήτες, θα πρέπει να ξεφύγεις από την πεπατημένη τροχιά και να ορίσεις δική σου. Χωρίς βαρύτητα να  σε συγκρατεί κινδυνεύεις να χαθείς, ελπίζεις όμως να κάνεις αυτό το βήμα που θα σε φέρει πιο κοντά στο άγνωστο, που θα κάνει το άγνωστο λιγότερο άγνωστο. Χρειάζεται όμως να έχεις μια σταθερή βάση, αυτή που δεν έχασαν ποτέ οι μινωίτες: πατώντας γερά τα πόδια τους στη γη, ακόμα κι όταν κινδύνευαν να χάσουν την ισορροπία τους από τους πειρασμούς της εξωτερικής ή της εσωτερικής τους φύσης, έβρισκαν πάντα την απάντηση που τους επανέφερε εντός τροχιάς.
                    Άραγε έχει μεγαλύτερη αξία το βίωμα ή η συνειδητοποίησή του;  Υποθέτω ότι οι μινωίτες είχαν κερδίσει και τα δύο. Το βίωμα αποτελεί βέβαια την προϋπόθεση της συνειδητοποίησης, το εμπειρικό υλικό αποτελεί τη βάση που επεξεργάζεται η νόηση, σύμφωνα με τον Καντ. Φυσικά το ερώτημα, όπως και τόσα άλλα , θα μείνει αναπάντητο. Βασανιζόμενη και δοκιμαζόμενη στο χώρο της φιλοσοφίας αρκετά χρόνια έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μόνο προσωπικές υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε  και, στην καλύτερη περίπτωση, να ανταλλάσσουμε τις υποθετικές μας εκτιμήσεις, ίσως όχι για να βρούμε μια απάντηση, που πολύ φοβάμαι ότι  διαρκώς ξεγλιστρά από τα χέρια μας, αλλά να κάνουμε κάτι άλλο: να απλώσουμε το χέρι  στο συνοδοιπόρο, να σφίξουμε το δικό του για να μοιραστούμε την αγωνία του αγνώστου, που μερικές στιγμές πάει να γίνει αβάστακτη…

Δεν υπάρχουν σχόλια: