Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011

Ο δίσκος της Φαιστού



Σ' έφερε
στη δίνη των καιρών
μια πτήση σου
στους κύκλους των  μαιάνδρων.

Πεσμένα ακόμα τα φτερά σου
βυθισμένα
στο χώμα του πηλού.
Σκυμμένοι απάνω σου
οι τεχνικοί
μετράνε τις αναπνοές,
τους χτύπους της καρδιάς,
μέσα από   μισόλογα,
φράσεις κοφτές
μιας άγνωστης γλώσσας
που ψελλίζεις.

Νεκρός ο μουσικός  
κι εσύ ακόμα ν΄ απαντήσεις.
Και μένουν αδιάβαστες
οι  μουσικές,
ο ύμνος
κι οι ψυχές.

Κι όμως,
μια πτήση καλοτάξιδη
ήθελες να κάνεις.

Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

αρχαίος χορός


Τη νύχτα
στο φως των λυχναριών
χορεύεις
πίσω απ’ τις κολόνες
με τα  δελφίνια
και τους  αστερίες
στους ελιγμούς του μαίανδρου.
Πώς να φτάσω
κάτω απ’ τα ερείπια
το χέρι που μ’  απλώνεις
στο χορό σου;

Βοηθήστε,
διασώστες των καιρών…

http://www.facebook.com/album.php?aid=21484&id=1808138411#!/photo.php?fbid=1178743007908&set=a.1178232355142.21484.1808138411&theater

Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Ελένη

Τροία http://auto.in.gr/presentations/article/?aid=42942
   Οι γέροντες  
έδωσαν   άφεση
στο βλέμμα,
στο χρώμα των μαλλιών
και τη λεπτή μου μέση.
Πίσω απ΄ τη μπόλια
κανείς δεν είδε
τις ρυτίδες.
Στου Πρίαμου τα παλάτια
για το κρεβάτι ενός δειλού
χαράμισα την  ομορφιά μου.

Ηράκλειτος


είζωον τπρ,
φωτιά  και η ψυχή.
Πυρ και γη και ύδωρ
και πάλι γη και πυρ.
Κλείνει ο κύκλος της φωτιάς
και του ανθρώπου.

Ρέει ο Λόγος
ρευστή φωτιά
Λόγος και Παν
Ο πόλεμος  πατήρ
   κι οι   λέξεις πολεμούν 
σε δυο γκρεμούς απάνω.
Η ρμονίη φανής∙  
όλα  «εν τάξει»,
κόσμος, στολίδι.

Κι ο ποταμός κυλά
αιώνια
αέναα,
αλλά
δς οκ ν μβαίης
δς οκ ν μβαίην
δς οκ ν μβαίημεν.

Παρασκευή, 18 Φεβρουαρίου 2011

Εκάτη


Η Εκάτη
έτριψε τις στρογγυλές καμπύλες της
στα δαντέλες των σύννεφων,
που κοκκίνισαν ηδονικά 
κρύβοντάς την 
στις ανάερες πτυχώσεις τους,
ν΄αργήσει να χαθεί στο χρόνο.

ψίχουλα



Μαζεύω τα ψίχουλα
κάτω από το  τραπέζι των λέξεων
μαγιά για το δικό μου δείπνο

Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

κόκκος μικρός


Το σώμα μου
-είδωλο των άστρων-
κόκκος μικρός πανάρχαιας σκόνης.
Μέσα μου διασταυρώνονται
οι δίνες των καιρών
πλασμένες από  θεό και  λάσπη.
Τα χέρια μου το φτυάρι για την άβυσσο,
τα μάτια μου  σήραγγα προς το σύμπαν,
με προσδοκία να γευτώ
την ηδονή του αιωνίου.


Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

φλέβα του εφήμερου


H γνώση αγκομαχεί κάτω από τα ερείπια,
εκεί που πάλλεται η φλέβα του εφήμερου
ψάχνοντας τον Αχέροντα
που ανεβάζει στην αιωνιότητα.

Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

Η τελευταία επισκέπτρια


   Αισθάνθηκε τον ηλεκτρισμό,  κι ας μην είχε σηκώσει το βλέμμα. Μια απροσδιόριστη ένταση αιωρούνταν πάνω από το κεφάλι του. Ξεχώρισε έναν ήχο σαν σύρσιμο φιδιού  ανάμεσα στο μικρό  πλήθος που συνωστιζόταν μπροστά του περιμένοντας το εισιτήριο για την είσοδο.
 Φίδι, εδώ και τέτοια ώρα! Χρειάζομαι επειγόντως διακοπές, σκέφτηκε. Ωραίο αστείο, συμπλήρωσε αμέσως! Μεσούσης της τουριστικής περιόδυ!
Να δω πώς θ΄ αντέξουν τα νεύρα μου ως το τέλος, αναστέναξε.
   Όλη μέρα καθισμένος σε μια καρέκλα να κόβει εισιτήρια στην είσοδο του ανακτόρου της Κνωσού. Οι τουρίστες συνέχιζαν να έρχονται κατά χιλιάδες. Τα μεγάλα κρουαζιερόπλοια γέμιζαν το λιμάνι του Ηρακλείου. Βαβέλ γλωσσών που βούιζαν στ’ αυτιά του στο χώρο πριν από το μακρύ διάδρομο με τη γερασμένη βουκαμβίλια  που έμπαζε στον αρχαιολογικό χώρο. Γιατί μέσα επικρατούσε νεκρική σιγή. Κι ας ήταν χιλιάδες. Οι Έλληνες ήταν εκείνοι που έκαναν τη φασαρία.
-Μπορώ να σας απασχολήσω; Τουλάχιστον είναι ευγενική.  Γυναίκα, όπως το είχε καταλάβει.
   Μικροκαμωμένη και αδύνατη με πολύ λεπτή μέση και μακριά μαύρα μαλλιά. Δε θα την έλεγες όμορφη.
    Συνάντησε τα μάτια της. Παρά την αφόρητη ζέστη ένα ρίγος τον διαπέρασε.  Το βλέμμα της… Δε θα το έλεγες όμορφο.. Αλλά δεν μπορούσες να το αποφύγεις. Όχι μόνο γιατί ήταν  διαπεραστικό και αδιευκρίνιστο. Ήταν που δεν μπορούσες να  το εντοπίσεις, λες και ερχόταν απ΄ αλλού.
- Παρακαλώ, απάντησε κουρασμένα, αλλά ευγενικά.
Ήταν στο κλείσιμο μιας δύσκολης μέρας.
-Σε τι θα μπορούσα να σας φανώ χρήσιμος;
Του έδειξε την κάρτα ελευθέρας εισόδου.
-Λέγομαι Α.Χ. . Θα ήθελα να μιλήσω στον αρχιφύλακα του αρχαιολογικού χώρου.  Ο τόνος της φωνής ήταν σταθερός, απαιτητικός, αλλά και ανυπόμονος, λες και κάθε δευτερόλεπτο που έχανε ήταν θέμα ζωής και θανάτου για εκείνην.
-Λυπάμαι. Σήμερα απουσιάζει. Θα μπορούσα να σας εξυπηρετήσω εγώ;
-Νομίζω ότι μόνο εκείνος θα μπορούσε να με βοηθήσει. Θα ήθελα άδεια εισόδου στο χώρο των διαμερισμάτων της βασίλισσας.
-Όπως ξέρετε, αυτός είναι κλειστός από χρόνια!
-Φυσικά και το ξέρω! Λες και την είχαν προσβάλει θανάσιμα. Και ποιος δεν το ξέρει;
Πόσοι το ξέρουν, αλήθεια, αναρωτήθηκε.
-Θα πρέπει να πάρετε άδεια από τον Προϊστάμενο της Εφορείας Αρχαιοτήτων.
-Ο Έφορος απουσιάζει και οι υπάλληλοι με παρέπεμψαν εδώ. Αλλά, καθώς φαίνεται, τίποτα δε δουλεύει σωστά πια σ΄ αυτή τη χώρα.
Ένιωσε την ανάγκη να προστατεύσει το συνάδελφό του μόνο και μόνο επειδή εκείνη είχε μια τάση να κατηγορεί τους πάντες.
-Του έτυχε κάτι σοβαρό σήμερα. Δεν απουσιάζει ποτέ χωρίς λόγο. Αφήστε μου τα στοιχεία σας και θα του ζητήσω να επικοινωνήσει μαζί σας, μόλις επιστρέψει.
Άφησε σ΄ ένα χαρτί το όνομα και το τηλέφωνό της.
-Σε πόση ώρα κλείνετε;
-Σε 10 λεπτά.
-Προλαβαίνω ακόμα, την άκουσε να μουρμουρίζει, καθώς του γύριζε την πλάτη και κατευθυνόταν προς τον έλεγχο των εισιτηρίων. Δε βρισκόταν κανείς φύλακας εκεί, αλλά έκρινε πως δε χρειαζόταν να  φωνάξει κάποιον. Η ώρα ήταν περασμένη. Κι εκείνη είχε ελευθέρας. Την είδε με την άκρη του ματιού του να μπαίνει στο στενό σα  στοά διάδρομο που όριζε μια πολύχρονη βουκαμβίλια.
Γύρισε στα χαρτιά του. Πάνω στο κλείσιμο είχε να κάνει  τον απολογισμό της ημέρας. Ένιωθε εξουθενωμένος. Το μόνο που ήθελε ήταν να πάει στο σπίτι του, να βουλιάξει στη μπανιέρα κι έπειτα να κοιμηθεί. Ναι,  να κοιμηθεί  από τις 9.00 μμ. και να ξυπνήσει την άλλη μέρα το πρωί.  Αύριο τον περίμενε μια εξίσου κουραστική μέρα.
Σήκωσε το κεφάλι. Τυχαία; Από διαίσθηση;  Πόση ώρα είχε περάσει; Έπρεπε να κλείσουν. Δεν έβλεπε κανέναν. Σηκώθηκε  βιαστικά παρασέρνοντας  το λιγοστό νερό από το ποτήρι. Έσπευσε  να φωνάξει στους τελευταίους επισκέπτες να βιαστούν. Προχώρησε στον ίσκιο της γέρικης βουκαμβίλιας. Στα μάτια του έπεσαν οι τελευταίες αχτίδες του ήλιου την ώρα που έκλεινε την καυτή ημέρα. Το μάτι του την πήρε  στη δυτική αυλή. Κατευθύνθηκε εκεί με μισόκλειστα μάτια σαν υπνωτισμένος. Να της πει ότι ήταν ώρα να βγει, για να κλείσουν.
Τότε την είδε. Είχε υπερπηδήσει τα απαγορευτικά  κιγκλιδώματα.
Τέτοια ώρα και οι φύλακες ολιγωρούν, σκέφτηκε.
Δεν ήταν αυτό. Δεν ήταν η οργή που τον έπνιγε για το θράσος της να παραβεί τους κανονισμούς των αρχαιολογικών χώρων. Ήταν κάτι που δεν μπορούσε να εξηγήσει. Συνέχισε με το βλέμμα να κάνει τα βήματα που εκείνη έκανε με τα πόδια αργά και τελετουργικά. Πάνω στο πλακόστρωτο της δυτικής αυλής. Με κατεύθυνση προς τη δύση, έχοντας στραμμένη την πλάτη της σ’ εκείνον. Το φως του ήλιου εξαΰλωνε τη μορφή της. Είχε διπλώσει τα χέρια στους αγκώνες. Οι  παλάμες έφταναν στο ύψος των ματιών. Τα χέρια βρίσκονταν κάθετα στο σώμα. Σε μια παράλληλη γραμμή μαζί τους. Τέμνοντας κάθετα τον άξονα των βραχιόνων. Δεν έβλεπε τα  πέλματα να ακουμπούν το πάτωμα. Θα έφταιγε το φως που ερχόταν κόντρα στα μάτια του. Εκείνη συνέχισε να προχωρεί προς την κατεύθυνση του θεάτρου. Με μικρά ανάερα βήματα.  Πλησίασε στον τετράγωνο βωμό. Άπλωσε τα χέρια προς την πανάρχαια πλάκα του στην ίδια στάση. Δίπλωσε τα πόδια στα γόνατα σε στάση καθίσματος και ακούμπησε την άκρη του βωμού. Έγειρε το κεφάλι προς τα πίσω. Άπλωσε τα χέρια σε έκταση και έγειρε πάνω στο βωμό. Ξεδίπλωσε τότε όλο το σώμα πάνω του. Άρχισε να στριφογυρίζει στην επαφή της με την πανάρχαια πέτρα, να απλώνεται και να μαζεύεται, να κουλουριάζεται και να ελίσσεται, αργά στην αρχή κι ύστερα με μανία.
    Πόσο κράτησε αυτό; Όταν ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από το  βουνό σηκώθηκε αργά όρθια με την πλάτη γυρισμένη στη δύση. Ήταν η πρώτη φορά που μπόρεσε να κοιτάξει το πρόσωπό της. Τα μάτια του -φορτωμένα ακόμα τη λάμψη του ήλιου- μετέφεραν ένα φωτεινό σκοτάδι στη μορφή της, που την έκανε  δυσδιάκριτη. Του φάνηκε πώς είχε γουρλωμένα μάτια, που κοίταζαν χωρίς να εστιάζουν, και στο κεφάλι της ακουμπούσε ένα αιλουροειδές. Το μακρύ της φόρεμα δε φαινόταν να τη ζεσταίνει. Για μια στιγμή το βλέμμα της ευθυγραμμίστηκε με το δικό τους. Ένιωσε να παραλύει από την ένταση.
  Κ. Γιάννη, ελάτε! Είναι ώρα να κλείσουμε! Μα τι έχετε; Μήπως δεν είστε καλά;
Όταν ξανακοίταξε, ο βωμός ήταν άδειος. 

   Προχώρησε πιο κουρασμένος από ποτέ προς την καρέκλα όπου καθόταν προηγουμένως.  Αναζήτησε το χαρτάκι με τα στοιχεία της.  Το βρήκε μουσκεμένο από το χυμένο νερό. Γράμματα και αριθμοί  είχαν απλωθεί κυκλικά αγνώριστοι σαν ιερογλυφικά που απαιτούσαν αποκρυπτογράφηση.