Τρίτη, 6 Απριλίου 2010

Η ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ

Η ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ


Πας ο ων εκ της αληθείας
ακούει μου της φωνής

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙΘ 37-38


Μπορεί και να ‘ναι απ’ τα γεράνια
που απόψε ο αέρας δε φυσά.
τον μάλωσαν μαζί με το φεγγάρι
και το δυόσμο που πέφτει πάνω
στην αφή.
Τώρα μπορείς πιο ήσυχα ν’ ακούσεις
τον τρόπο που χτενίζονται οι μηλιές
πώς διηγείται ο αδελφός σου τα’ όνειρό το
πώς το σκυλί το σούρουπο γαβγίζει τ’ όνομά σου.

Άκου!
Μη θέλεις όλα να τα γράφεις
δεν κατοικεί η αλήθεια στη γραφή.

Δημήτρη Περοδασκαλάκη, Μες στο λευκό και μες στο μαύρο

Στην εργασία μου θα προσπαθήσω να κατανοήσωτο πρώτο ποίημα Η γραφή και η αλήθεια της συλλογής «Μες στο Λευκό και μες στο μαύρο», το οποίο λειτουργεί ως ποιητικές προγραμματικές δηλώσεις της συλλογής.

Αν θέλουμε με λίγα λόγια να συλλάβουμε το νόημα του ποιήματος, θα το αναζητήσουμε στην κατακλείδα, όπου προκύπτει το συμπέρασμα ότι δεν κατοικεί η αλήθεια στη γραφή, και το διατυπώνεται η συμβουλή ή και προειδοποίηση να μην προσδοκά ο αναγνώστης να βρει τα πάντα στη γραφή. Εφόσον δε διαπιστώνω την πρόταση ενός εναλλακτικού γλωσσικού τρόπου επικοινωνίας, εκείνον του προφορικού λόγου, θα πρέπει να υποθέσω ότι ο τρόπος επικοινωνίας που επιλέγεται είναι η σιωπή, ένας τρόπος που στην πραγματικότητα αναιρεί την ίδια την ανθρώπινη επικοινωνία, αλλά και την ίδια την ποιητική επικοινωνία, εφόσον στις μέρες μας η ποίηση προσλαμβάνεται κυρίως μέσω της ανάγνωσης της γραφής και όχι της ακρόασης μιας απαγγελίας.

Από την άλλη η αποκάλυψη μέρους της αλήθειας και όχι του συνόλου των πληροφοριών μπορεί να οδηγήσει με τη σκόπιμη απόκρυψη στοιχείων. Θα πρέπει να αναζητήσουμε τους πιθανούς λόγους αυτής της απόκρυψης:

· Την αδυναμία του ποιητή να εκφραστεί μέσω της γλώσσας και μάλιστα της γραπτής που στερείται εξωγλωσσικών και παραγλωσσικών στοιχείων, της λεγόμενης γλώσσας του σώματος και καθίσταται γι αυτό το λόγο ανεπαρκής να αποδώσει σκέψεις ή συναισθήματα, όταν τα λόγια είναι φτωχά, ή όταν θα προϋπέθετε μια συνεχή επικοινωνία ποιητή –αναγνώστη, πομπού και δέκτη στην περίπτωση ασάφειας,

· Ο ποιητής επιλέγει να κρατήσει μυστικά και κρυφά, μόνο για τον εαυτό του, δεδομένα προσωπικά που δε θέλει να τα μοιραστεί με άλλους, γιατί αποτελούν ιδιωτική περιουσία και άβατο χώρο.

· Γιατί θέλει να μοιραστεί την αλήθεια του με τον αναγνώστη μέσω ενός υπαινικτικού ύφους, κατά το οποίο ο αναγνώστης καθίσταται τόσο οικείος, ώστε μπορεί να καταλαβαίνει τα μισόλογα ή τους υπαινιγμούς.

· Ένας ποιητής που απευθύνεται με γραπτό λόγο στους αναγνώστες του και τους δηλώνει ότι δεν πρόκειται να βρουν γραμμένα τα πάντα, μήπως τους στερεί τα κίνητρα να ασχοληθούν με την ποίησή του; Μπορεί βέβαια να συμβαίνει κάτι άλλο: τουλάχιστον θα πρέπει να στραφούν κάπου αλλού ή πρέπει να αναζητήσουν έναν άλλο τρόπο για να λάβουν το μήνυμα.

Μήπως πρέπει να κάνουμε μια διαφορετική ανάγνωση; Μήπως ο ποιητής θέλει να ωθήσει τον αναγνώστη να συμμετάσχει ενεργά στη διαδικασία της ποίησης, ποιώντας κι αυτός το δικό του έργο: της κατανόησης και ίσως τέλος τέλος της εύρεσης της αλήθειας που και οι δυο, ποιητής και αναγνώστης, αναζητούν και που δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι μπορούν να την κατακτήσουν; Κατ’ αυτή την έννοια ο ρόλος του αναγνώστη γίνεται ουσιαστικός και συμβάλλει στη δημιουργία κλίματος συνεργασίας και συναδέλφωσης, δηλαδή πραγματικής ανθρώπινης επικοινωνίας.

Αυτή είναι βέβαια η κατάληξη του ποιήματος που ξαφνιάζει τόσο, ώστε σε αναγκάζει να ξεκινήσεις από εκεί. Δεν μπορείς όμως να αγνοήσεις ολόκληρο το ποίημα. Ποιες είναι οι συνθήκες που οδήγησαν σε αυτή την κατάληξη; Αν την αλήθεια δεν την προσεγγίζεις ή έστω δεν την αποκαλύπτεις με τη γραφή, τότε με ποιο άλλο τρόπο; Πρέπει τώρα ως αναγνώστρια να πάρω στα σοβαρά το ρόλο του συνεργάτη – συνερευνητή της αλήθειας σ’ ένα δρόμο όμως που χαράζει ο ποιητής , ψάχνοντας να βρω τα σημάδια που έχει κρύψει εδώ κι εκεί. Κάτι σαν παιχνίδι κρυμμένου θησαυρού. Καλούμαι σε μια αποκωδικοποίηση του μηνύματος. Ας παίξουμε το παιχνίδι του κρυμμένου θησαυρού λοιπόν. Ας προσπαθήσω να βρω τα κρυμμένα σημεία του κώδικα. Ας προσπαθήσω να τα αναζητήσω βήμα βήμα, λέξη λέξη:

· ο αέρας δε φυσά, γιατί τα γεράνια σε συνεργασία με το φεγγάρι και το δυόσμο τον μάλωσαν (σαν παιδί που συνηθίζουμε να μαλώνουμε όταν έχει κάνει κάποια αταξία), οπότε αμέσως αμέσως ο αέρας υποτασσόμενος ως στοιχείο που απευθύνεται στην ακοή έχει υποβαθμίσει την αίσθηση αυτή)

Τρία στοιχεία επεμβαίνουν ρυθμίζοντας τη σχέση ενός φυσικού φαινομένου, του ανέμου, ενός στοιχείου που προσλαμβάνεται κυρίως με την ακοή. Η υπερίσχυση των στοιχείων αυτών σημαίνει υπεροχή άλλων αισθήσεων

· τα γεράνια της όρασης κυρίως και δευτερευόντως της όσφρησης ,

· το φεγγάρι της όρασης ,

· το δυόσμο που πέφτει πάνω στην αφή, η οποία διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο, καθώς μπαίνοντας σε λειτουργία ελευθερώνει και τη δεύτερη δύναμή του δυόσμου, την οσμή, που μέχρι τότε παρέμενε στην αφάνεια, κι αυτές οι δυο αισθήσεις (αφή και όσφρηση μαζί) προκαλώντας η μια την άλλη δεν αφήνουν τον άνθρωπο να τα επιλέξει, αλλά επιβάλλονται ( η αφή και η όσφρηση και με αυτή μάλιστα τη σειρά παρουσιάζονται ως οι κύριες προσλαμβάνουσες αισθήσεις, εξάλλου πάλι το τρίτο στοιχείο βάσει του νόμου των τριών καταλαμβάνει εκτός από μεγαλύτερη έκταση και μεγαλύτερη σημασία)

( δεν μπορώ να μη θυμηθώ το ρόλο των αισθήσεων στον Πειρασμό του Σολωμού).

Συγκεντρώνοντας τα μέχρι τώρα στοιχεία είναι λοιπόν σαν τρία φυσικά στοιχεία να έχουν αναλάβει την πρωτοβουλία να πρωταγωνιστήσουν και να κυριαρχήσουν θέτοντας τις ανθρώπινες αισθήσεις σε συναγερμό, αφού έχουν επιβληθεί και περιορίσει σε βαθμό καταστολής την ακοή, το φύσημα του ανέμου, που θεωρούσαν ενοχλητικό, γιατί ο θόρυβός του προκαλούσε μια δυσαρμονία.

Η αποκατάσταση λοιπόν ιδανικού κλίματος ( η σιγή – σιωπή του ανέμου) επιτρέπει στον ίδιο τον άνθρωπο ν’ ακούσει σε πολύ χαμηλά ντεσιμπέλ τον ελαφρύ ήχο που αφήνουν οι μηλιές

· (μηλιές: δέντρα γένους θηλυκού, δηλαδή καρποφόρα, θυμούμενη τον ορισμό που δίνει ο Φ. Κακριδής στα ονόματα γένους θηλυκού),

· παραπέμπουν στο γυναικείο φύλο, αναδεικνύοντας ερωτισμό με τη φροντίδα της εμφάνισης «χτενίζονται»

· το πλήθος τους παραπέμπει σε περιβόλι και θυμίζει τον Κήπο/παράδεισο κι αυτό με τη σειρά του τη χαμένη ευτυχία και αιωνιότητα.

(να θυμηθώ ότι και στου νεκρού αδελφού η ομορφιά της Αρετής δίνεται μόνο με το χτένισμά της

«στα σκοτεινά την έλουζε, στα άφεγγα τη χτενίζει

στ άστρι και στον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της»

και πολύ παρακάτω

« ηύρε την και χτενίζουνταν όξω στο φεγγαράκι» )

Κι εδώ και στον Πειρασμό του Σολωμού και στο δημοτικό τα γεγονότα διαδραματίζονται/ αναδεικνύονται τη νύχτα, όπου η όραση καταστέλλεται, και η καταστολή αυτή συμβάλλει στην αποτελεσματικότερη πρόσληψη του αρώματος των γερανιών και του δυόσμου

(γενικά το άρωμα μπορούμε να το αισθανθούμε σε όλο του το μεγαλείο μόνο αν (μισο)κλείσουμε τα μάτια μας, αν καταστείλουμε δηλαδή την όραση).

Η νύχτα εξάλλου ως χρόνος περιορισμένης όρασης , σε φυσικές τουλάχιστον συνθήκες, επιτρέπει σε άλλες αισθήσεις να πάρουν το προβάδισμα, όπως συμβαίνει και στους τυφλούς, ουσιαστικά δηλαδή περιθωριοποιείται ο ρόλος του σώματος και κινητοποιείται ο νοητικός μηχανισμός, ο οποίος στο χρόνο που επιλέγεται στο ποίημα βρίσκει το πιο εύφορο έδαφος για να λειτουργήσει.

Με λίγα λόγια αυτές είναι οι ιδανικές συνθήκες του φυσικού περιβάλλοντος, και μάλιστα λαμβάνοντας υπ’ όψιν μας τη χρονική στιγμή, το σούρουπο, δηλαδή το τέλος μιας μέρας, το καταλληλότερο για αξιολόγηση, απολογισμό και περισυλλογή. Τότε μπορείς να δεχτείς μηνύματα από ένα πρόσωπο αναλόγου ηλικίας/ ισοτιμίας στην οικογενειακή ιεραρχία, αλλά και με παραπομπή στη συναδέλφωση. Αλλά και από άλλα όντα δέχεσαι μηνύματα κατώτερα από τα ανθρώπινα, ζώα, που όμως εξισώνονται και ανεβαίνουν στην κλίμακα της επικοινωνίας, καθώς η επιλογή του συγκεκριμένου ζώου αποτελεί σύμβολο πίστης, φροντίδας και αφοσίωσης

(να μην ξεχνάμε ότι ο πρώτος κι ο μόνος που αναγνώρισε τον Οδυσσέα χωρίς κανένα αναγνωριστικό σημάδι μετά από είκοσι συναπτά χρόνια απουσίας ήταν ο σκύλος του- τι δυνατό χαστούκι αλήθεια στη ματαιοδοξία και στον εγωισμό του ανθρώπου). Έτσι διαπιστώνεις ότι άνθρωποι ζώα και φυτά, καθώς και τα στοιχεία της φύσης ζουν στο ίδιο σύστημα που υπακούει στους ίδιους νόμους γέννησης και φθοράς, όπως πικρά απαντά στην έπαρση του Διομήδη ο Γλαύκος, στο πεδίο της μάχης, στο χώρο δηλαδή που ακούς στο σβέρκο σου την ανάσα του θανάτου, όπως παρατηρείται σε άλλο ποίημα:

«που μίλησε για φύλλα και γι ανθρώπων γενεές».

Ξανασυγκεντρώνω τα στοιχεία μου. Για να επιτευχθεί η εσωτερική επικοινωνία, για να λάβει ο άνθρωπος τα μηνύματα από το περιβάλλον του σε όλο το εύρος πρόσληψης των αισθήσεων, απαιτείται σιωπή και αυτοσυγκέντρωση. Αφού λοιπόν σε αυτό το ευνοϊκό κλίμα ολοκληρωθεί η διαδικασία του εσωτερικού διαλόγου (ή μονολόγου;) ο ποιητής είναι έτοιμος να στείλει το μήνυμά του απευθυνόμενος στην ακοή των δεκτών σου. Μάλλον προϋποθέτει ότι μόνο σε ένα ανάλογο κλίμα μπορεί να γίνει δεκτό χρησιμοποιώντας το ρήμα της ακοής, ενώ προηγουμένως την έχει θέσει στο περιθώριο: ισχυρή αντίθεση που φτάνει στο παράλογο και οξύμωρο: ενώ θεωρεί ιδανικό περιβάλλον εκείνο της απομόνωσής του («βάζοντας» τους πάντες να απουσιάζουν) και εκμεταλλεύεται τις ευνοϊκές συγκυρίες των στοιχείων της φύσης για την αυτοσυγκέντρωσή του, αξιώνει να στείλει το ποιητικό μήνυμα ακουστικά, «άκου», μέσω της γραφής, η οποία αναγκαστικά στις μέρες μας προσλαμβάνεται μόνο οπτικά (πρόκειται για ένα συναρπαστικά παράλογο συνδυασμό των αισθήσεων). Το μήνυμα που στέλνεται είναι λακωνικό: το μόνο που ζητείται ν’ ακουστεί είναι η δήλωση να μην περιμένει ο αναγνώστης να τα βρει όλα γραμμένα.

Αυτό σημαίνει ότι ο μοναδικός τρόπος πρόσληψης μηνυμάτων δεν είναι η ποίηση ή τουλάχιστον η ποίηση δεν μπορεί να τα χωρέσει/αποκαλύψει όλα; Καθημερινά διαπιστώνουμε ότι ούτε με τον προφορικό ούτε ακόμα περισσότερο με το γραπτό λόγο δεν μπορούμε να μεταδώσουμε τη δύναμη των σκέψεων και πολύ λιγότερο των αισθημάτων μας. Έτσι, ο ποιητής απευθύνεται στους μεμυημένους στον κώδικα της αλήθειας, όντας σίγουρος ή τουλάχιστον ελπίζει ότι αυτοί τουλάχιστον θα συλλάβουν το μήνυμα: αξιοποιώντας το πλούσιο θρησκευτικό λεκτικό του οπλοστάσιο προτάσσει ως μότο «Πας ο ων εκ της αληθείας ακούει μου της φωνής».

Να θεωρήσω λοιπόν ότι χρησιμοποιείται ένας μυστικός κώδικας επικοινωνίας και μάλιστα αξιώνεται από τον αναγνώστη να τον γνωρίσει μόνος του προκειμένου να αποκωδικοποιήσει το ποιητικό μήνυμα, και να μην τα περιμένει όλα από τον ποιητή στο πλαίσιο της φιλοσοφικής αναζήτησης και της ποιητικής συνεργασίας. Σε αυτό τον αναγνώστη απευθύνεται ζητώντας να τον καταλάβει με αυτό τον τρόπο. Δεν επιχειρεί ο ποιητής την προσέγγιση, αλλά υποδεικνύει τον τρόπο να τον προσεγγίσουν. Κι αν ισχύουν αυτά που σκέφτομαι, αναρωτιέμαι τι είναι που κάνει τον άνθρωπο και όχι τον ποιητή να διστάζει να προσεγγίσει επί της ουσίας τους ανθρώπους, αλλά τους ζητά να τον προσεγγίσουν εκείνοι μέσω του παιχνιδιού του κρυμμένου θησαυρού. Θεωρεί φαντάζομαι ότι σ’ αυτό το παιχνίδι δεν μπορεί να συμμετάσχει ο καθένας και μάλιστα ακόμα πιο περιορισμένος θα είναι ο αριθμός εκείνων που θα φτάσουν μέχρι το τέλος, ανακαλύπτοντας τελικά τον κρυμμένο θησαυρό.

Καταλήγω στα προσωπικό μου συμπέρασμα από το ποίημα:
Το έντονο συγκινησιακά κλίμα που δημιουργείται από το ρόλο, τη συμμετοχή ή εξασθένιση, των αισθήσεων, δημιουργεί μια υπαινιχτικά ερωτική ατμόσφαιρα, καθώς στο ημίφως του δειλινού η όραση παραχωρεί τη θέση της στις κυρίως ερωτικές αισθήσεις, όσφρηση και αφή, ενώ η ίδια επιτρέπει την παραποίηση των δεδομένων ή τη χαλάρωση του σώματος από τις ημερήσιες δραστηριότητες για να περάσει στις νυχτερινές: του απολογισμού κα της αυτοκριτικής. Είναι η ώρα της ξεκούρασης, της επαφής με τους αγαπημένους μας, της επικοινωνίας γενικότερα. Ενώ ο ίδιος ο ποιητής έχει λάβει τα μηνύματά του, είναι έτοιμος να στείλει το δικό του, που δημιουργεί μια ανατροπή: είναι η συνειδητοποίηση ότι δε χωρεί, δεν περιορίζεται η ομορφιά της ζωής σε λέξεις, που δημιουργούν στεγανά και περιορίζουν τη φαντασία και τη σκέψη και του ποιητή και του αναγνώστη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: