Τετάρτη, 7 Απριλίου 2010

Δικταίον Άνδρον

Το σπήλαιο του Ψυχρού αποτελεί πολύ σημαντικό λατρευτικό χώρο της μινωικής Κρήτης. Άλλωστε η χρήση των σπηλαίων ως κέντρων λατρείας ήταν από τα βασικά χαρακτηριστικά των θρησκευτικών αντιλήψεων των αρχαίων Κρητών.

Το σπήλαιο του Ψυχρού είναι από τους πρώτους αρχαιολογικούς τόπους στην Κρήτη όπου έγιναν ανασκαφές. Επιλεγμένα ευρήματα από τις ανασκαφές στο σπήλαιο μπορεί να δει κανείς σε μια προθήκη στην αίθουσα 7 του Αρχαιολογικού Μουσείου Ηρακλείου , ενώ ένα μέρος τους βρίσκεται στην αποθήκη. Αρκετά άλλα ευρήματα αποκτήθηκαν από την συλλογή Γιαμαλάκη ( που επίσης αποτελεί τμήμα του μουσείου Ηρακλείου, αλλά προσωρινά δεν εκτίθεται ) και άλλα από διάφορες συλλογές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Από αυτά σημαντικά είναι τα ευρήματα που από το 1896 βρίσκονται στο Μουσείο Ασμόλεαν του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης όπου τα κατέθεσε ο Έβανς ως τμήμα της Κρητικής Συλλογής του. Λιγότερα ευρήματα βρίσκονται σο μουσείο του Λούβρου.

Οι ανασκαφείς και αρκετοί μελετητές ταυτίζουν το σπήλαιο Ψυχρού με το γνωστό Δικταίον Άνδρον, όπου, σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφείς, γεννήθηκε και ανατράφηκε ο Δίας με την βοήθεια της Αμάλθειας και των Κουρητών και το οποίο συνδέθηκε με ιστορίες όπως του μάντη Επιμενίδη που “κοιμήθηκε” εδώ ή με την ένωση Δία - Ευρώπης.

Η ανακάλυψη αρχαίων στο σπήλαιο έγινε το 1880, κατά μαρτυρία του Ιωσήφ Χατζηδάκη, από έναν κυνηγό που κατέφυγε στο πάνω σπήλαιο για να προστατευθεί από την κακοκαιρία και με το όπλο του βρήκε τυχαία ένα χάλκινο ειδώλιο βοδιού. Το γεγονός μαθεύτηκε και αμέσως άρχισαν οι κάτοικοι να ψάχνουν για αρχαία στο πάνω σπήλαιο. Βρήκαν πολυάριθμα χάλκινα και πήλινα ειδώλια, διπλούς πέλεκυς, βέλη, ξίφη, αιχμές δοράτων και πήλινα αγγεία (σκουτέλια) , που τα πούλησαν σε διάφορους αγοραστές, ενώ ολόκληρα χάλκινα αντικείμενα φαίνεται ότι κατάληξαν σε χυτήρια του Ηρακλείου.

Στις τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα κάτοικοι της περιοχής βρήκαν στο σπήλαιο αρχαιολογικά ευρήματα. Αυτά παρακίνησαν τον αρχαιολόγο Ιωσήφ Χατζηδάκη να το επισκεφτεί μαζί με τον Ιταλό F. Halbherr το 1886 και να διεξάγουν πρόχειρη ανασκαφική έρευνα.
 Κατά τον Χόγκαρθ, τα πρώτα αρχαία ανακαλύφθηκαν το 1883 από τους ντόπιους που χρησιμοποιούσαν το σπήλαιο ως στάβλο για τα κατσίκια και τα γουρούνια. Ειδοποιήθηκαν ο Χατζιδάκης και ο Αλμπέρ, που το εξερεύνησαν πρώτοι το 1886. Προσπάθησαν να αποκτήσουν όσο πιο πολλά αρχαία μπορούσαν από τους χωρικούς, ενώ ερεύνησαν περίπου δύο τετραγωνικά μέτρα στο πάνω σπήλαιο με σκοπό να ανακαλύψουν τα ερείπια κάποιου βωμού. Ύστερα από την αναχώρησή τους, οι χωρικοί συνέχιζαν να βρίσκουν αρχαία, κυρίως χάλκινα, ανάμεσα στους βράχους του πάνω σπηλαίου. Τα αρχαία αυτά τα πούλησαν στον Έβανς που επισκέφτηκε το σπήλαιο το 1994. Ο Έβανς επέστρεψε στο σπήλαιο το 1985, και 1896 μαζί με τον Μάιρς έκανε ανασκαφή κάτω από τον βόρειο τοίχο στο πάνω σπήλαιο. Ανακάλυψε ένα τμήμα μιας ενεπίγραφης τράπεζας προσφορών.

Τα ευρήματα τα πήρε στη Βρετανία στο Μουσείο Ασμόλεαν. Εκτεταμένες αναφορές και πολλές εικόνες από τα ευρήματα της ανασκαφής υπάρχουν στο βιβλίο του «Το Ανάκτορο του Μίνωα στην Κνωσό». Ο τρίτος ερευνητής του σπηλαίου ήταν ο Γάλλος Ντεμάρν, που ήρθε και ανάσκαψε στο πάνω σπήλαιο το 1987, και μάλιστα βρήκε το ένα κομμάτι από τη ενεπίγραφη τράπεζα προσφορών που είχε βρει τον προηγούμενο χρόνο ο Άρθουρ Έβανς. Τα ευρήματα αυτά τα δημοσίευσε το 1902.

Οι πρώτοι ερευνητές του σπηλαίου δεν επεδίωξαν να ανασκάψουν συστηματικά το σπήλαιο για δύο λόγους: ο ένας ήταν οι πολιτικές συνθήκες στην Κρήτη που δεν ευνοούσαν ακόμη ένα τέτοιο εγχείρημα, και ο δεύτερος ήταν η κατάσταση στο πάνω σπήλαιο, που δεν προσφερόταν για εύκολη ανασκαφή, αφού πολλοί βράχοι είχαν καταπέσει και έπρεπε να μετακινηθούν. Ωστόσο τα ευρήματα που είχαν συλλέξει ήταν αρκετά σημαντικά για να δώσουν τη βεβαιότητα ότι το σπήλαιο ήταν ένα μεγάλο αρχαίο λατρευτικό κέντρο.

Συστηματική ανασκαφή του σπηλαίου έγινε από τον Χόγκαρθ το 1899. Η ανασκαφή δημοσιεύτηκε προκαταρκτικά το 1899-1900. Τα πήλινα ευρήματα δημοσιεύτηκαν από τον Βανς Γουάτρους το 1996.

Ανάλογες έρευνες έκαναν ο A. Evans, το 1897, ο J. Demargne και το 1899 ο G. Hogarth. Συστηματικές έρευνες δεν έχουν γίνει μέχρι σήμερα. Το σύνολο σχεδόν των ευρημάτων που προέκυψαν από λαθρανασκαφές και επίσημες ανασκαφές δημοσίευσε ο J. Boardman το 1961. Τα πολυάριθμα αναθήματα που αποκαλύφθηκαν είναι σήμερα μοιρασμένα ανάμεσα στο Μουσείο Ηρακλείου και το Ashmolean Museum της Οξφόρδης.

Η λατρεία αρχίζει μάλλον από την Πρωτομινωική περίοδο (2800-2300 π.Χ.) - αν και υπάρχουν στον προθάλαμο ίχνη παλαιότερης ανθρώπινης παρουσίας σ΄ αυτό το σημείο τα κυριότερα όμως ευρήματα είναι της Μεσομινωικής περιόδου (1800 π.Χ.) και μεταγενέστερα, διότι η διάρκεια χρήσης του είναι μακραίωνη.

Συνεχίζεται αδιάκοπα ως την Γεωμετρική (8ος αι.π.Χ.) και Ανατολίζουσα -Αρχαϊκή εποχή (7ος - 6ος αιώνας π.Χ.). Από τα ευρήματα φαίνεται ότι το σπήλαιο είχε επισκέπτες και κατά τη Ρωμαϊκή ακόμη περίοδο. Οι πιστοί αφιέρωναν πολλά αναθήματα, όπως ειδώλια πιστών, θεών, ζώων, διπλούς πελέκεις, όπλα κλπ.

Σε υψόμετρο 1.025μ., ένα ανηφορικό μονοπάτι οδηγεί σε ένα πλάτωμα, p1080081.JPG

μπροστά στη στενή είσοδο του σπηλαίου. p1330896.JPG

Δεξιά υπάρχει ένας προθάλαμος ( 42Χ19μ.) p1330913.JPG, στον οποίο υπήρχε βωμός ορθογώνιος ύψους 1μ., κτισμένος, με αργολιθοδομή.

Σ΄ αυτό το χώρο αποκαλύφθηκαν επίσης νεολιθικά όστρακα, πρωτομινωικές ταφές (2800-2200 π.Χ.) και αναθήματα της μεσομινωικής εποχής (2200-1550 π.Χ.). Στο βορειότερο τμήμα του προθαλάμου αναπτύσσεται χαμηλός θάλαμος. Σ΄ αυτόν βρέθηκε ένας ακανόνιστος περίβολος με δάπεδο λιθόστρωτο σε ορισμένα μέρη, που σχημάτιζε ένα είδος τεμένους.

Η μεγάλη αίθουσα (84Χ38μ.) p1330821.JPG p1330600.JPG είναι κατωφερής και στο βάθος αριστερά διανοίγεται μικρός θάλαμος, μία εσοχή του οποίου επιδεικνύεται ως το “λίκνον” του Δία. Δεξιά αναπτύσσεται μεγαλύτερος θάλαμος (25Χ12μ.) που χωρίζεται σε δύο τμήματα, στο ένα από τα οποία υπάρχει μικρή λίμνη, p1330750.JPG ενώ στο άλλο υπάρχει ένας ιδιαίτερα εντυπωσιακός σταλακτίτης, “ο μανδύας του Διός”. Στη μεγάλη αίθουσα είχαν αποτεθεί πάρα πολλά αναθήματα, κυρίως χάλκινα ειδώλια και ελάσματα, εγχειρίδια, αιχμές βελών και διπλοί πελέκεις.

Έχοντας ανηφορίσει, με αρκετό κόπο ομολογουμένως, το μονοπάτι που οδηγεί στο σπήλαιο, αναρωτιέμαι τι συνεχίζει να οδηγεί σήμερα τόσους ανθρώπους εδώ πάνω.
• Η ελπίδα ότι θα συναντήσουν ένα παλιό θεό;
• Η επιθυμία να προσκυνήσουν την αρχαία Βηθλεέμ;
• Η ομορφιά του τοπίου
• ή απλά η ζωή τους καθορίζεται από την τύχη, αφού κατευθύνεται από τα ταξιδιωτικά γραφεία;

Το πιο ενδιαφέρον ερώτημα πάντως είναι γιατί οι μινωίτες επέλεξαν το συγκεκριμένο χώρο για να λατρέψουν τη μητέρα Φύση, τη θεά της γονιμότητας.
Ο τόπος συνδυάζει διπλό πλεονέκτημα: κορυφή και σπήλαιο, ή καλύτερα σπήλαιο σε κορυφή. Βρίσκεται στην αγκαλιά της γης, την αρχή της ζωής, τη μήτρα, χώρο προστασίας, που για χιλιάδες χρόνια ζει σταθερά, σιωπηλά και υπόγεια χωρίς φωνές, αναπαράγει, επαναλαμβάνει και ενδυναμώνει τις φωνές λειτουργώντας ως ηχείο. Υπενθυμίζει την αιώνια ανακύκλιση, τον κύκλο της ζωής. Μέσα στο σκοτάδι του έρχονταν οι πιστοί να βρουν το υπερβατικό φως. p1330748.JPG Αφήνοντας πίσω τους το δυνατό άπλετο φως του ηλίου, το οποίο προσλάμβαναν όλο και πιο έντονα ανεβαίνοντας, καθώς η ματιά αποκτούσε όλο και μεγαλύτερη εμβέλεια, επέλεγαν να καταδυθούν στο σκοτάδι για να βιώσουν, μέσα από την αντίθεση, την αξία του φωτός και να συνειδητοποιήσουν ότι τόσο το σκοτάδι όσο και το φως είναι πλευρές της ζωής τους. Μήπως ανάμεσά τους κινείται η ζωή μας, όπως έλεγε ο Καζαντζάκης;

Η επιλογή της κορυφής μπορεί να κρύβει ένα μέρος της ανθρώπινης έπαρσης ή και μια προσπάθεια να πλησιάσουν περισσότερο το φως. Αυτό άραγε έσπρωξε τον Πλάτωνα και αργότερα το χριστιανισμό να κινηθούν ανοδικά; Το σπήλαιο βέβαια μπορεί να δηλώνει το τέλος της ζωής ( οι μινωίτες δεν έκαιγαν, αλλά έθαβαν τους νεκρούς τους). Λίγες χιλιάδες χρόνια αργότερα ο χριστιανισμός χρησιμοποίησε το σπήλαιο ως κοιτίδα της αληθινής ζωής με τη γέννηση του Θεανθρώπου, αλλά το βάθος και το σκοτάδι ήταν ο απαραίτητος χώρος κατάδυσης για την ήττα του θανάτου και τη νίκη της ζωής.

 Άραγε η σύγχρονη επιστήμη (σπηλαιολογία) συνειδητοποιεί τις σχέσεις αυτές, όταν κάνει βουτιά στο αβυσσαλέο κενό του σκότους για να μελετήσει κάθε πηγή ζωής; Τα ρίγη της χαμηλής θερμοκρασίας εντείνονται από το δέος αυτό και από τη συνειδητοποίηση ότι τα σπήλαια αποτέλεσαν την πρώτη φυσική κατοικία του ανθρώπου;
   Αναρωτιέμαι αν η σχέση αυτή του ανθρώπου με τα σπήλαια (κατοικία, προστασία, ναός, σχολείο, καλλιτεχνικός χώρος) διατηρείται στις σύγχρονες κατοικίες μας ή είναι για πολλούς ο μοναδικός επενδυτικός σκοπός ή για άλλους ένα ακόμα μέσο επίδειξης της ματαιοδοξίας τους και εν τέλει του απέραντου εσωτερικού τους κενού και της μοναξιάς τους;

Να είναι άραγε τυχαίο ότι οι άνθρωποι ακόμα και σήμερα, όπως τουλάχιστον φανερώνεται αρχιτεκτονικά, θέλουν να επικοινωνούν συλλογικά με το θείο και μόνο οι σύγχρονοι Κροίσοι χτίζουν ένα μικρό ναό στην άκρη της βίλλας τους. Όπως έχουν όλα τα υλικά αγαθά , θέλουν να έχουν και ένα θεό δικό τους;

Δεν υπάρχουν σχόλια: