Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

Δία Σελήνη


   To φως είχε αρχίσει να χάνεται επικίνδυνα, όταν το μακρύ φόρεμα ακούμπησε το πρώτο φαρδύ σκαλί του μεγάλου κλιμακοστάσιου. Η βασίλισσα με μια χαριτωμένη θηλυκή κίνηση το κράτησε απαλά με το ένα χέρι, να μην ακουμπήσει στο αλαβάστρινο πάτωμα,. Όχι από φόβο μήπως  λερωθεί. Περισσότερο από μια συνήθεια,  που έδινε κίνηση στο φόρεμα, αλλά και στο ίδιο το σώμα. Η μέση λύγισε απαλά, καθώς οι μηροί λύγιζαν ανάλαφρα για να ανεβούν τα χαμηλά πλατειά σκαλοπάτια. Ήδη ο βασιλιάς προχωρούσε λίγα βήματα παραπάνω.
   Αυτό το απόβραδο τα λυχνάρια δεν είχαν ανάψει. Το φως ερχόταν μόνο από ψηλά. Καθώς ακολουθούσε τους ελιγμούς της σκάλας στα απανωτά επίπεδα του ανακτόρου, το φως της ημέρας που ψυχορραγούσε τιναζόταν στους εσωτερικούς  τοίχους. Όσο ανέβαιναν, η έντασή του δυνάμωνε. Μαζί ζωήρευε και η ταχύτητα των ποδιών, λες και βιάζονταν να το προλάβουν  μη χαθεί. Όταν πλησίαζαν στον  τελευταίο  όροφο πριν την κεντρική αυλή, ο άρχοντας σταμάτησε. Γύρισε προς το μέρος της,  παραμέρισε και την άφησε να περάσει. Εκείνη συνέχιζε, ενώ στ’ αυτιά της έφτανε ένα σύρσιμο από ψιθύρους που προέρχονταν από την αυλή. Όταν εμφανίστηκε, δυνάμωσαν, όχι όμως σε ένταση. Σε πλήθος.
   Ο άνακτας  προχώρησε και κάθησε στο εδώλιο που είχε μεταφερθεί γι’ αυτή την περίσταση μπροστά στη αίθουσα του θρόνου με κατεύθυνση προς τον απέναντι λόφο που έβλεπε στη ανατολή.  Όλοι οι παρευρισκόμενοι είχαν τον ίδιο προσανατολισμό. Ο ήλιος πίσω τους χάιδευε τις τελευταίες κορυφές των δέντρων.
   Στο νότο η κορυφή του Γιούχτα άχνιζε από ένα θαμπό άσπρο φως. Ένα ελαφρύ ρόδισμα είχε αρχίσει να γλείφει τον ανατολικό λόφο. Οι ψίθυροι σταματούσαν σιγά σιγά. Μπορούσες να νιώσεις τη αγωνία της σιωπής, καθώς οι ακτίνες πέθαιναν πίσω από τη πλάτη τους. Χρειάστηκε  χρόνος  λίγων μόνο αναπνοών για τα βλέμματα που ήταν σταθερά στραμμένα στην  ανατολή. Για τα χείλη που είχαν μείνει ασυναίσθητα μισάνοιχτα. Για την προσοχή που είχε ενταθεί. Για τη προσδοκία που έγινε προσμονή. Για τη βασανιστική αναμονή.
   Το  τεράστιο λυχνάρι της νύχτας έγλειψε την πιο ψηλή ράχη του ανατολικού λόφου. Αυτού που έκρυβε τη θέα. Που μεγάλωνε την προσμονή. Οι ακτίνες του χύθηκαν, αναιμικές στη αρχή κι έπειτα  γεμάτες αυτοπεποίθηση. Στους λόφους. Στα μακρύτερα βουνά. Στο Γιούχτα που για λίγο  μόνο είχε στερηθεί τη λάμψη του ήλιου. Τώρα η νυχτερινή θεά με μια κοκκινωπή αχλύ ζέσταινε τις πλευρές του. Αγέρωχος ξαναβρήκε τη αίγλη του. Ο θεός ξαπλωμένος χαλαρά ύψωνε ατίθασα τη μύτη στο  πρόσωπο της νύχτας. Η φωτεινή όψη της ημέρας μεταμορφωνόταν σιγά σιγά σ΄ ένα ηδονικό προφίλ.
   Όταν η θεά της νύχτας  κοίταξε προς το παλάτι, η  εκκωφαντική σιωπή έγινε ακράτητη κραυγή.

Χαίρε, βασίλισσα
Λευκοχέρα Θεά  
Θεϊκή Σελήνη
Πάνσοφη
Βασίλισσα του ουρανού!
Ήλθες! 
Είσαι μαζί μας!
Σ΄ ευχαριστούμε!

    Με έκφραση εκστατική. Τα χέρια υψωμένα. Τα χείλη ανοιγμένα. Τα βλέμματα στραμμένα ψηλά. Τα μάτια διάπλατα.  Όρθιοι όλοι μαζί χαιρετούσαν τη στρογγυλή θεά. Φώναζαν ρυθμικά, κουνιούνταν στο ρυθμό του χαιρετισμού. Τίναζαν τα χέρια, τον κορμό, το σώμα ολόκληρο. Μέσα τους παλλόταν η ζωή που είχε συμπληρώσει τον κύκλο της αναμονής και τώρα ολοκληρωμένη μπορούσε να δοθεί σ’ αυτή  για την οποία  τη φύλαγαν. Μια κινούμενη λαοθάλασσα πήγαινε κι ερχόταν, σειόνταν και παλλόταν, ανάπνεε και ξεφυσούσε τους ύμνους και  τις ευχαριστίες που κρατούσε στα πνευμόνια. Έδινε αυτό που χρωστούσε στη Σελήνη ως αντάλλαγμα για τα δώρα που είχε δεχτεί.

   Και τότε  η  βασίλισσα πήρε τη θέση της στο κέντρο της αυλής. Ξεκίνησε αργά στην αρχή. Σιγανά.  Άπλωσε  το ένα χέρι ν’ ανεμίζει χαλαρά στο πλευρό. Ύψωσε το άλλο απέναντι του. Ελαφρά λυγισμένο στον αγκώνα στο ύψος του ώμου. Τα δάχτυλα μισόκλειστα στη χούφτα. Η παλάμη να κοιτάζει στον ουρανό, έτοιμη να μαζέψει το φεγγαρόφωτο, να το χωρέσει μέσα στα δάχτυλα και να τυλίξει μ’ αυτό το σώμα.  Οι βραχίονες  ανέμιζαν στον αέρα, οι χούφτες κολυμπούσαν στα φωτεινά κύματα, το σώμα κινούνταν αργά. 

Μερικές κοπέλες σηκώθηκαν γύρω της. Τα φορέματα πήγαιναν κι έρχονταν, ακολουθούσαν το κορμί στους δρόμους του, υψώνονταν μαζί με τα χέρια, ανάπνεαν μαζί με το δέρμα. Τα μαλλιά αιωρούνταν απαλά στους ώμους και στην πλάτη, φτερούγιζαν γύρω από το  σώμα σε μια εναέρια ανοδική κίνηση. Ο λαιμός με μια ελαφρά κλίση αποδοχής ενέκρινε τη θεία δωρεά. Τα νεανικά στήθη  απλώνονταν μπροστά από το μισάνοιχτο μπούστο που έσφυζε από χυμούς κηρύσσοντας τη διάθεση, προσφέροντας υπόσχεση γονιμότητας.

   Νέα κύματα κοριτσιών κινήθηκαν στον ανοιχτό χώρο επαναλαμβάνοντας τις ίδιες φιγούρες, κι έπειτα κι άλλα κι άλλα. Πιάστηκαν με τα χέρια απλωμένα σε μια ευθεία από τον ώμο μεταξύ τους και γύρω τους απλώθηκε ένας ακόμη κύκλος  κι έπειτα κι άλλος κι άλλος, ένα φαρδύ περιδέραιο από γυναίκες κοσμούσε σώμα της γης, στολίδι και τάξη σε συμφωνία με την αρμονία του σύμπαντος, δρομολογούσε την πορεία της ζωής και  αποτελούσε εγγύηση για τη διαιώνισή του. Όλος ο γυναικείος πληθυσμός είχε αποφασίσει αυτό το βράδυ να βγει από τα δώματά του, να ενωθεί με τη θεά της νύχτας, να γίνει η θεότητα  του βασιλείου.

   Ο χορός εξελισσόταν σε φάσεις αντίστοιχες με τον κύκλο της νυχτερινής θεάς. Ή ένταση, ο ρυθμός, η στάση του σώματος, η μουσική, η συμμετοχή του πλήθους, ακολουθούσε τις φάσεις εμφάνισης και απώλειας της σελήνης  από το  ουράνιο στερέωμα.

   Οι άνδρες όταν ο χορός έφτασε στην κορύφωσή του σηκώθηκαν όρθιοι. Ύψωσαν και τα δυο χέρια ψηλά σε χαιρετισμό του άλλου τους μισού, να το διαβεβαιώσουν ότι είχαν τη γνώση της φύσης, την αναγνώριζαν, την αποδέχονταν και τη χαιρετούσαν  με ευγνωμοσύνη, γιατί ήταν εκείνο που θα έδινε ζωή στο σπόρο τους.  Ήταν η τελετή που προετοίμαζε το χωράφι και το έκανε γόνιμο, έτοιμο να υποδεχτεί το σπόρο, όταν θα έφτανε η κατάλληλη ώρα.

  Το ανάκτορο απόψε γιόρταζε τις θηλυκές θεές που είχε αφήσει στη θέση της στη γη η ουράνια θεά, όταν διάλεξε τον ουρανό για μόνιμη κατοικία της. Μια  φορά το μήνα οι γυναίκες θυμούνταν ότι ήταν οι κόρες της. Μάζευαν τη δύναμή της και την καταχωρούσαν στο σώμα τους. Το φως μέσα στην κιβωτό του σώματος θα μετουσιωνόταν σιγά σιγά σε ουσία αιμάτινη, θα έμενε εκεί να θρέψει το σπόρο,  μέχρι να τον δώσει ζωντανό και πάλι στο φως του ήλιου. Μέχρι τότε θα έμενε κρυφή στο σκοτάδι.

  Όλα απέδιδαν στη γυναίκα το σεβασμό και την τιμή που άξιζε στη θεϊκή φύση τους. ‘Όλα είχαν γίνει μια τελετή μίμησης του κύκλου της γονιμότητας, που θα κάρπιζε το σώμα, όταν θα έφτανε η ώρα του.

*Από τον Ομηρικό Ύμνο στη Σελήνη

Δεν υπάρχουν σχόλια: