Αέρινη και εύθραυστη, αλλά με τόλμη και αποφασιστικότητα, άδραξε τον ταύρο από τα κέρατα δαμάζοντάς τον πρώτα με τη φλογερή ματιά της. Κι αυτός υπακούοντας έσκυψε το κεφάλι πειθήνια στο βλέμμα της, υποταγμένος από τη δύναμη της καρδιάς της και του μυαλού της. Εκείνος, ο δυνατός, ο ζωντανός θεός της μινωικής Κρήτης, παραδόθηκε στα απλωμένα χέρια της, τινάσσοντας τα πόδια, έτοιμος να την πάρει μαζί του, να πετάξουν μακριά, μόνοι οι δυο τους, να αναβιώσουν το μύθο του Δία και της Ευρώπης. Η συγκίνησή του μετουσιώθηκε σε μια κίνηση καθοδική από το αριστερό του μάτι, περήφανος και δαμασμένος, δούλος κι αφέντης της. Δεν ξέρω αν πρόλαβε άλλος κανείς ν’ αντιληφθεί την επικοινωνία των ματιών με τα απλωμένα χέρια, μια κίνηση ερωτικού καλέσματος, ένα εναέριο άπλωμα, πριν ορμήσει εκείνη αφέντρα στην πλάτη του, με μια δύναμη μαγική που τιθάσευσε την άγρια ψυχή του. Τη νύχτα στα βασιλικά διαμερίσματα μοιράζεται το σώμα και την ψυχή της με τον άρχοντα του παλατιού, τον άρχοντα του κόσμου. Τώρα όμως είναι η στιγμή της. Η απόλυτα δική της, χωρίς αφέντες και δεσπότες. Δέσποινα και δεσπόζουσα. Χωρίς λόγια ομολογεί σ’ όλους ότι δεν υποτάσσεται, αλλά υποτάσσει, δεν υπακούει, αλλά ορίζει…
Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011
Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2011
λέξη
Κρατούν μολύβι
και -χωρίς αναισθητικό-
τη χαράζουν
ξαπλωμένη
στο χειρουργικό τραπέζι της γραφής
να χυθεί απ’ το κορμί της
λίμνη
το νόημα που έπηξε μες στους αιώνες.
αντάξια;
Θαμμένη
κάτω από τόνους φερτών υλικών
θα περιμένω τον αρχαιολόγο μου.
Ποιος ξέρει
αν θα φανώ αντάξιά του.
αν θα φανώ αντάξιά του.
Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2011
Ο τρώσας και ιάσεται
Φόρεσα μόνο το κορμί μου,
ενώ μαίνονται οι δονήσεις του νου.
Κι ας με πνίγουν
τα σοκάκια των ορισμών
κι οι πύργοι των κανόνων,
ξεκλειδώνομαι στις λέξεις.
Βρέχει φως και πόνο∙
ανίατη νόσος η σκέψη.
«Ο τρώσας και ιάσεται».
ενώ μαίνονται οι δονήσεις του νου.
Κι ας με πνίγουν
τα σοκάκια των ορισμών
κι οι πύργοι των κανόνων,
ξεκλειδώνομαι στις λέξεις.
Βρέχει φως και πόνο∙
ανίατη νόσος η σκέψη.
«Ο τρώσας και ιάσεται».
Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011
γήινη αφή
Καμπύλες της στεριάς, εσοχές στο σώμα της γης, Τα βουνά δεν κουράζονται να ανεβοκατεβαίνουν στο σώμα της διαγράφοντας τους πόθους της να αγγίξει τον ουρανό. Κάθομαι με την πλάτη ακουμπισμένη χαλαρά στην παλάμη της γης. Νιώθω τη ζέστη του δέρματος, την τραχιά αφή της χάδι στις πλάτες μου, τη δύναμή της στα πόδια μου, την αναπνοή της στα λαγόνια. Το φως ξεγυμνώνει την ομορφιά της. Το νερό ζωντανεύει τους πόθους της. Οι ανάσες του ανέμου αγγίζουν ερωτικά το κορμί της Νιώθω τη ζωή να κοχλάζει μέσα της την ώρα που ο σπόρος παλεύει με την κρούστα της επιφάνειας ψάχνοντας διέξοδο προς το φως. Ένας έρωτας πανάρχαια επαναλαμβανόμενος. Πάνω της ο ουρανός σκέπη, θεατής και μάρτυρας.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
