Σάββατο 10 Απριλίου 2010

Εκπέμποντας S.O.S.



Μένεις ακόμα εκεί κάτω, στα ερείπια, λοιπόν…
Στο μισογκρεμισμένο κόσμο σου, στον κόσμο που αναστηλώθηκε και ξαναγκρεμίζεται…
Ό,τι απέμεινε από σένα βρίσκεται ασφαλές στο μουσείο. Εκεί σε βρήκα τις προάλλες που πέρασα: μια πέτρα ζωγραφισμένη στον τοίχο, συμπληρωμένη ποιος ξέρει από ποια καρδιά που έδωσε εντολή στα χέρια.

Μα η ψυχή σου ξέρω ότι κυκλοφορεί και χορεύει με τις βασιλοπούλες και τις αρχόντισσες στις σκιερές κι ολόφωτες κάμαρες του παλατιού όπου έζησες την πραγματική σου ζωή. Το στήθος σου συνεχίζει να μη χωρά μέσα στα ρούχα, αλλά πετιέται έξω κι απλώνει το γάλα του να θρέψει και τις ψυχές μαζί με το κορμί μας. Το δεξί σου χέρι που χάθηκε ήταν το κάλεσμα στο χορό. Είναι αυτό που πρέπει να συμπληρώσουμε εμείς, ν’ αδράξουμε για να πάρουμε μέρος στον αιώνιο χορό του χρόνου. Εσύ συνεχίζεις να χορεύεις το χορό της ζωής και της ιστορίας προκαλώντας μας να σε ψάξουμε: να σκαλίσουμε τις πέτρες για να σε βρούμε κατηγορώντας την αδιαφορία και την αμέλειά μας…
Δεν είναι ο κόσμος σου που γκρεμίζεται∙ είναι ο δικός μας, που σε συμπαρασύρει στα συντρίμμια του. Εσύ θα μένεις πάντα με απλωμένα τα μαλλιά σα φτερούγες που δανείστηκες από τον Ίκαρο και θα ταξιδεύεις στο χρόνο, ανάλαφρη, αέρινη και άυλη καλώντας μας στο πανηγύρι της ζωής, που αν το χάσουμε δε θα είναι κανείς υπεύθυνος παρά μόνο εμείς.

Πέμπτη 8 Απριλίου 2010

ΖΗΤΗΣΙΣ: παλίρροια


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ: http://www.panoramio.com/photo/12144861

Παλίρροια που πέρασε.
Πρώτα η πλημμυρίδα φούσκωσε
Κι ύστερα φεύγοντας τα πήρε
Μαζί της με την άμπωτη
Αφήνοντας γυμνό βυθό, κατάξερο.
Περίμενε τώρα την άλλη φουρτούνα…

κενό

Τα έδιωξα όλα.
Τα άδειασα όλα.
Ένα κομμάτι νεκρό, αναίσθητο, που τίποτα δεν το αγγίζει πια.
Χωρίς τη συγκίνηση και τον ηλεκτρισμό των ματιών.
Χωρίς την προσμονή της θέασης.
Έμεινε το κενό.
Αρκεί να μη γεμίσει από μένα.

Τετάρτη 7 Απριλίου 2010

Το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου και οι όροι της ειρήνης


Λεπτομέρεια από μελανόμορφη κύλικα με παράσταση πολεμικού πλοίου.
B' μισό 6ου αιώνα π.Χ. Vienna, Kunsthistorisches Museum. Χριστόπουλος, Γ., Μπαστιάς, Ι., Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Γ2, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1972, σ. 232-233. © Kunsthistorisches Museum, Vienna.

Το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου και κυρίως οι όροι της ειρήνης που επέβαλε η ολιγαρχική Σπάρτη στη μεγάλη της αντίπαλο εγκαινιάζουν μια νέα σελίδα στην ιστορία της αρχαίας Ελλάδας.

Μετά την ήττα της στους Αιγός Ποταμούς και βάσει των όρων αυτών η Αθήνα παύει να αποτελεί πολιτικό οργανισμό πόλη - κράτος, εφόσον οι βασικές επιδιώξεις, ελευθερία, αυτονομία και αυτάρκεια, απαραίτητες για την πολιτική της επιβίωση, παύουν να υπάρχουν.

¨ Η Αθήνα χάνει την ελευθερία της εφόσον είναι υποχρεωμένη να ακολουθεί τη Σπάρτη όπου εκείνη την οδηγεί.

¨ Παύει να είναι αυτόνομη, εφόσον θα πρέπει να έχει τους ίδιους εχθρούς και φίλους με τη μεγάλη της αντίπαλο, δηλαδή οι πολίτες της χάνουν το δικαίωμα να αποφασίζουν μόνοι για τις τύχες τους. Το μεγάλο προνόμιο της ενεργούς συμμετοχής για τη ρύθμιση της ζωής τους βρίσκεται τώρα στα χέρια των μεγαλύτερων εχθρών τους.

Αυτά όμως προϋποθέτουν χειρότερες συνθήκες που εδραιώνουν την ισχύ της Σπάρτης επί της αντιπάλου της ακυρώνοντας την πιθανότητα να ορθοποδήσει η άλλοτε ισχυρή ηγεμών Αθήνα.

Να γκρεμίσουν τα Μακρά τείχη και τα τείχη του Πειραιά:
Τα τείχη, που τόσο δόλια εις βάρος των Σπαρτιατών φρόντισε ο Θεμιστοκλής να χτιστούν, αποτελούσαν το μεγάλο αγκάθι στις σχέσεις των δύο υπερδυνάμεων της εποχής: χάρη σ’ αυτά η Αθήνα παρέμενε απόρθητη, εφόσον μπορούσε να διασφαλίζει την ασφαλή τροφοδοσία της από θαλάσσης. Έτσι η δεκαετής χερσαία πολιορκία των Σπαρτιατών στη Δεκέλεια απέβη ουσιαστικά άκαρπη, εφόσον η άμυνα της πόλης χάρη στα τείχη αυτά ήταν απαραβίαστη.

Να παραδώσουν τα πλοία τους εκτός από 12:
Τα τείχη αποτελούσαν το δεύτερο ισχυρό στοιχείο άμυνας της πόλης, που σε συνδυασμό με τα τείχη την καθιστούσε απόρθητη. Εκτός όμως από την άμυνα ο στόλος προσέφερε στην Αθήνα τη δυνατότητα επίθεσης και ισχυρές πιθανότητες νίκης ιδιαίτερα εναντίον εχθρών χωρίς το δικό της ναυτικό παρελθόν. Έτσι πρέπει να αναφέρουμε ότι η Αθήνα χρωστούσε τα μάλα στο Θεμιστοκλή,
τον εμπνευστή της εδραίωσης της δύναμης της.

Η επιστροφή των πολιτικών εξόριστων τερματίζει τη δημοκρατική περίοδο της Αθήνας, εκείνη δηλαδή την περίοδο που την οδήγησε στον κολοφώνα των επιτευγμάτων της σε όλους τους τομείς. Στο εξής οι τύχες της πόλης θα ρυθμίζονταν από τους ολιγαρχικούς, οι οποίοι έχοντας κακοπαθήσει κατά τα χρόνια της εξορίας τους, θα ενεργούσαν με πολιτική εμπάθεια, αλλά και φυσικά θα ήταν πολιτικά φιλικά διακείμενοι προς την Σπάρτη. Μ’ αυτό τον τρόπο δηλαδή οι Σπαρτιάτες θα μπορούσαν έμμεσα και διακριτικά να επεμβαίνουν και να ρυθμίζουν την πολιτική της Αθήνας καταργώντας την αυτονομία της.

έχοντας τους ίδιους εχθρούς και φίλους: το έσχατο σημείο πολιτικής εκμηδένισης και ταπείνωσης της αλλοτινής υπερδύναμης, που θα ήταν στο μέλλον υποχρεωμένη να ακολουθεί την πολιτική της Σπάρτης: αυτή που όριζε πόλεις, που είχε μάθει να αποφασίζει για άλλους,
να διατάζει, να ελέγχει, να κακομεταχειρίζεται, να παραβαίνει τους νόμους, να αυθαιρετεί, γίνεται ένα λιοντάρι χωρίς νύχια και δόντια, πραγματικά αξιολύπητη …

Οι μέρες της δύναμης, της δόξας, του μεγαλείου, της έπαρσης, της αλαζονείας και των αυθαιρεσιών ανήκουν στο παρελθόν. Η άλλοτε πανίσχυρη Αθήνα αντιμετωπίζει την ήττα της και μάλιστα χωρίς την αξιοπρέπεια να κρατήσει το κεφάλι ψηλά. Αντίθετα γονάτισε εκλιπαρώντας για έλεος, προσπαθώντας να περισώσει τουλάχιστον τη ζωή της, χωρίς μάλιστα να καταφέρνει να κερδίσει την ευσπλαχνία και τη συμπάθεια κανενός, εφόσον οι αγριότητες του παρελθόντος την είχαν κάνει σε όλους μισητή. Πώς αλλάζουν αλήθεια οι καιροί …

Αν είχε περισσότερη φρόνηση και σοφία θα είχε σκεφτεί τους στίχους που αιώνες αργότερα συνέθεσε ο ποιητής…


Του κύκλου τα γυρίσματα που ανεβοκατεβαίνου
και του καιρού που ώρες ψηλά και ώρες στα βάθη πηαίνου….

Οδυσσέας και Ναυσικά


Οι τρεις γυναίκες- πειρασμοί κατά την επιστροφή του Οδυσσέα αντιστοιχούν στις ισάριθμες δοκιμασίες στις οποίες υπόκειται ένας δόκιμος προτού τις διεκπεραιώσει με επιτυχία για να πάρει το χρίσμα του ήρωα φθάνοντας στο σκοπό του. Τρεις γυναίκες που εκπροσωπούν διαφορετικά οφέλη και ιδανικά. Χρονικά ο Οδυσσέας συνάντησε πρώτη τη μάγισσα Κίρκη, στο παλάτι της οποίας έμεινε ένα χρόνο, έως ότου οι σύντροφοί του κουρασμένοι από την ανία της απραξίας τον παρακίνησαν να αποχωρήσουν, με αποτέλεσμα να κάνει το χρήσιμο, αλλά φρικιαστικό, ταξίδι στον Άδη.

Μένει μετέωρο το ερώτημα αν ο Οδυσσέας θα έμενε και πόσο κοντά στην Κίρκη χωρίς την υποκίνηση των συντρόφων. Η αναζήτηση της περιπέτειας που πολλές φορές τον έβαλε σε μπελάδες, όπως ο ίδιος ομολογεί αναφερόμενος στους Κύκλωπες, θα έφτανε άραγε στον κορεσμό, όπως συνέβη αργότερα με τη νύμφη Καλυψώ;

Εκεί τον οδήγησε η ανάγκη, όταν ο Ήλιος τον άφησε μόνο χωρίς συντρόφους συντρίβοντας τα πλοία του μετά από επίκληση στο Δία, τιμωρώντας τους για τα βόδια που του έφαγαν στη Θρινακία, παρά τις συστάσεις του Τειρεσία.

Μια θεά του προσέφερε την αθανασία ( τι περισσότερο να ζητήσει ένας άνθρωπος από τη ζωή του από το καθ΄ ομοίωσιν, έστω και προ Χριστού) εφόσον αρκετοί ήρωες είχαν αξιωθεί να κερδίσουν μια θέση στον Όλυμπο. Το μεγάλο στοίχημα του ανθρώπου είναι η υπέρβαση της μεγάλης αδυναμίας της θνητότητας και είναι χαρακτηριστική η διακριτική απ ό,τι στους θεούς αναφορά του ποιητή στους ανθρώπους με τα επίθετα θνητός και βροτός.

Τι περίμενε άραγε να βρει ο Οδυσσέας επιστρέφοντας στην Ιθάκη; Έχουν περάσει χρόνια πολλά, τουλάχιστον εφτά στο νησί της Καλυψώς, από τότε που ο κατεξοχήν ήρωας της Οδύσσειας πληροφορήθηκε για την κατάσταση που επικρατεί στην πατρίδα του από τον ψυχή του μάντη Τειρεσία. Η επιθυμία της επιστροφής αιτιολογείται ως ανία συμβίωσης πλέον με τη θεά και όχι ως βιασύνη και υπερβάλλων ζήλος επιστροφής. Στο πλαίσιο της Οδύσσειας, όπου η λέξη λειτουργεί με τη σημασία που της προσέδωσε ο ήρωας με τον περιπετειώδη τρόπο ζωής του, έχουμε μια πρόχειρη εξήγηση. Βέβαια το ποιητικό παιχνίδι της ύπνωσης και της εγρήγορσης, της απραξίας και της αφύπνισης, εξυπηρετούν τους μηχανισμούς της πλοκής του ποιητή. Αξίζει πάντως να ελέγξουμε πώς ο ήρωας, που έχει θέσει στην ανώτερη κλίμακα των αξιών του την πατρίδα με ό,τι αυτή περιλαμβάνει (οικογένεια, παλάτι-εξουσία, περιουσία, χωρίς βέβαια τίποτε απ’ αυτά να είναι διασφαλισμένο), στην ομιλητική του συνεύρεση με την Πηνελόπη δε διστάζει να αναφερθεί στην επτάχρονη διαμονή και παραμονή του στην Καλυψώ, ως κατάσταση παρά τη θέλησή του ή ως αναγκαιότητα που έπρεπε να αποδεχτεί προκειμένου να επιτύχει το σκοπό του. Ο ήρωας ενεργώντας καίρια και σκόπιμα με υποχωρήσεις και παραχωρήσεις, αλλά και καρπωνόμενος τα οφέλη, υλικά και πνευματικά, ενός ταξιδιού, κατόρθωσε τελικά, σε αντίθεση προς τους νήπιους συντρόφους του, να επιστρέψει στην Ιθάκη του.

Το μεγάλο ερώτημα προκύπτει από την τρίτη και δυσκολότερη, σύμφωνα με το νόμο των τριών, δοκιμασία που αναφέρεται σε εμπόδιο γένους θηλυκού και ακούσει στο όνομα Ναυσικά.

Έχοντας φτάσει στα όρια της σωματικής του αντοχής, εξαρτώντας κυριολεκτικά τη ζωή του από αυτήν, εκείνος ο μεγάλος σοφός, χάρη στην εξυπνάδα του οποίου μια απόρθητη για δέκα έτη πόλη υπέκυψε χάρη στην οξύνοιά του βρίσκεται τώρα τρωτός μπροστά σε μια θνητή γυναίκα, και μάλιστα παιδούλα. Είναι η ανάγκη που δίνει δύναμη στον άνθρωπο να κινητοποιήσει τις δυνάμεις του, πρέπει να το παραδεχτούμε, αλλά πέρα από την ανάγκη και την πονηριά ή έστω τη διπλωματικότητα που επιστρατεύει ο καταπτοημένος ήρωας που ποτέ δε χάνει τη νοητική και πνευματική του διαύγεια, μήπως ήρθε η ώρα να δοκιμάσει και ο ίδιος τα δικά του όρια αντοχής στο όνομα ενός πειρασμού που υπακούει στο όνομα έρωτας;

Τα λόγια
Ο Οδυσσέας
θάρρος της έβαλ’ η θεά, και πήρε της το φόβο.
Αγνάντια στάθη ασάλευτη· κι εκείνος διαλογιόταν,
ν’ αγγίξη της τα γόνατα της νέας και να προσπέση,
για από μακρόθε με γλυκά να τη ρωτήξη λόγια
που πέφτει η χώρα, και σκουτιά συνάμα να γυρέψη.

καλότυχα τ’ αδέρφια σου, που πάντα στην ψυχή τους
περίσσιας γίνεσαι αφορμή χαράς, και καμαρώνουν
τέτοιο βλαστάρι σα θωρούν μες στους χορούς να μπαίνη.
Μα ακόμα πιο καλότυχος απ’ όλους είν’ εκείνος,
που βγή στα δώρα νικητής, και ταίρι του σε πάρη.

Τί σαν κι εσένα άλλο θνητό τα μάτια μου δεν είδαν,
άντρα ή γυναίκα· θαμασμός με πιάνει σαν θωρώ σε.
Τέτοια στη Δήλο, στο βωμό του Απόλλωνα το πλάγι,
νιοβλάσταρη είδα φοινικιά κάποτε να φουντώνη·

Και καθώς τότες σάστισα τη φοινικιά σαν είδα,
τί τέτοιο από τη γής δεντρί ποτές δε βλάστησε άλλο,
τώρα μ’ εσένα, ώ κορασιά, θαμάζω και σαστίζω,
κι όσο άν πονώ, τα γόνατα φοβάμαι να σου αγγίξω.

Η Ναυσικά
Μακάρι τέτοιος να ‘βγαινε κι ο άντρας ο δικός μου
και να ‘στεργε στον τόπο αυτό μ’ εμάς να λημεριάζη

Ποιός είν’ αυτός που ακολουθάει τη Ναυσικά ο ξένος,
ο ώριος κι ο τρανός; και που τον βρήκε; δίχως άλλο
τον παίρνει· ή πρέπει να ‘πεσε με πλοίο, ή ξωμερίτης
και τόνε δέχτηκε, τί αυτός της γειτονιάς δεν είναι·

Ο ποιητής
Και ως έφτασε στα ξακουστά παλάτια του γονιού της,
στα ξώθυρα σταμάτησε, κι οι θεόμοιαστοι αδερφοί της,
5 ζυγώσανε και στάθηκαν και ξέζεψαν τα ζώα,
και τα καθάρια φέρανε φορέματα στον πύργο.
Πέρασε τότε η Ναυσικά στο θάλαμο της ίσια,
όπου η γριά Ευρυμέδουσα καλή φωτιά άναβέ της,

Ο Αλκίνοος
Μακάρι ο Δίας κι η Αθηνά κι ο Απόλλωνας να δώσουν
σαν τέτοιος που ‘σαι στη μορφή, κι ομόγνωμος μ’ εμένα,
να πάρής και την κόρη μου και να λεχτής γαμπρός μου
κι εδώ να ζής· θα σου ‘δινα και χρήματα και σπίτι,
315 άν έμνησκες αυτόθελα· μα άν όχι, δε σε βιάζει
κανένας απ’ τους Φαίακες· να μην το δώση ο Δίας.

Ναυσικά
Κι η Ναυσικά με κάλλη θεοσταλμένα,
κοντά στης καλοκάμωτης σκεπής το στύλο στάθη,
και θάμαζε κατάματα τον Οδυσσέα τηρώντας,
460 και με δυό λόγια φτερωτά του λάλησε και του είπε·
«Γειά σου, χαρά σου, ξένε μου, και σα βρεθής στη γής σου
να με θυμάσαι, που τη ζωή χρωστάς σ’ εμένα πρώτη.»

Ο Οδυσσέας
Και γύρισε ο τετράξυπνος Δυσσέας και της είπε·
«Ώ Ναυσικά, του αντρόψυχου του Αλκίνου θυγατέρα,

465 να δώση ο Δίας ο βροντηχτής, ο σύγκλινος της Ήρας,
στη γής μου νά ‘ρθω, να χαρώ του γυρισμού τη μέρα,
και τότε ολοχρονίς εγώ σα θεά θα σε δοξάζω,
που αλήθεια εσύ, παρθένα μου, τη ζωή μού ‘χεις σωσμένη.»

Έχει προηγηθεί το τραγούδι του Δημόδοκου για την απιστία της Αφροδίτης με τον Άρη, που τους συλλαμβάνει επ’ αυτοφώρω απατημένος σύζυγος Ήφαιστος. Ένας υπαινιγμός άραγε σε ένα αδίκημα που θα μπορούσε να κάνει ο Οδυσσέας;

και λέει του Ερμή ο Απόλλωνας, του Δία ο γιός, ο ρήγας.
335 «Ώ γιέ του Δία, μηνυτή και πλουτοδότη Ερμή μου,
σε τέτοια δίχτυα δυνατά δε θά ‘στεργες να πέσης,
αν είχες την ωριόχρυση Αφροδίτη στο πλευρό σου;»

Κι ο μηνυτής ο Αργοφονιάς, απολογήθη κι είπε·
«Δοξαριστή μου Απολλωνα, μακάρι να γινόταν.

340 Τρείς φορές τόσα ας μού ‘ριχταν δεσμά γύρω τριγύρω,
κι ας με κοιτάζατε οι θεοί κι οι θεές μαζί σας όλες,
σώνει με την πανώρια εγώ να πλάγιαζα Αφροδίτη.»

Είπε, κι οι αθάνατοι θεοί ξεσπάσανε στα γέλια.

Όσο κι αν ψάξει κανείς προσεκτικά τη διήγηση του Οδυσσέα στην Πηνελόπη, θα βρει αναφορές σε όλους τους σταθμούς και τους ανθρώπους που αποδείχτηκαν σημαντικοί για το νόστο του, το όνομα της Ναυσικάς όμως, παρά την υπόσχεσή του δεν αναφέρεται πουθενά. Τόσο γρήγορα ξεχάστηκε η βοήθεια που του προσέφερε από ένα ήρωα αγνώμονα, ή πρόκειται για μια εσκεμμένη απόκρυψη εκ μέρους του ήρωα που έχει αφήσει αδιευκρίνιστα τα συναισθήματά του ή τα αφήνει αιωρούμενα;

Σε ένα γραμματειακό είδος όπως το ηρωικό έπος ο στόχος επικεντρώνεται στο στόχο που επιτεύχθη. Θα ήταν πρόωρο ίσως να κάνουμε λόγο για συναισθηματική ανάλυση, όταν αυτή αποκαλύπτεται πρώτη φορά στη λυρική ποίηση, με την αφύπνιση της προσωπικότητας. Θα ήταν παρακινδυνευμένο άραγε να αναρωτιόμαστε αν στη «σχέση» Οδυσσέα -Ναυσικάς ο ποιητής έθεσε πρόδρομα τις βάσεις μιας λυρικής παρουσίασης, μέσω μιας συναισθηματικής ενδοσκόπησης που λειτουργεί ακόμα ως ύφαλος, δεν έχει ακόμα εκδηλωθεί, πάρει μορφή, οριστικοποιηθεί, εκφραστεί, μιας και αντίκειται στο λόγο. Όταν μάλιστα ο ίδιος ο λόγος ως λογική αρχίζει δειλά να ξεπροβάλλει μέσα από το μύθο, πως θα μπορούσε να μιλήσει για έρωτα, ο οποίος βρίσκεται σε μια περίεργη σχέση με το λόγο; Η αγάπη εκδηλώνεται χωρίς σωματικές διαχυτικότητες και στην περίπτωση της πλέον στέρεης συζυγίας, Έκτορα -Ανδρομάχης, αλλά και στο παιχνίδι που αναβιώνει ανάμεσα στην Πηνελόπη και τον Οδυσσέα με άξονα τη συζυγική κλίνη, που πρέπει ο ήρωας να αποδείξει ότι είναι γνώστης και επομένως δίκαιος κάτοχός της.

Η φιλία ανάμεσα σε αντίθετα φύλα είναι αγαπητική και σχεδόν ερωτική, αν δούμε τη σχέση Αθηνάς Οδυσσέα, τουλάχιστον στη συνάντησή τους, όταν ο ήρωας φτάνει επιτέλους στην πατρική του γη.

Η αγάπη όμως ως έρωτας και μάλιστα ανέκφραστος ή ανανταπόδοτος είναι η μοναδική φορά που παρουσιάζεται στον Όμηρο. Αυτή τη διάθεση διέκριναν ή φαντάστηκαν και ο Γ. Ρίτσος και ο Κ. Καρτελιάς στα ποιήματα που ακολουθούν.

Γ. Ρίτσου, Ναυσικά
Σβήσε το λύχνο, γριά Ευρυμέδουσα, τι κάνεις τόσην ώρα;
Μήτε πεινάω, σου λέω, μήτε νυστάζω. Το μόνο που θέλω
Είναι να κλείσω τα μάτια μου. Ρίξε μου μια κουβέρτα ακόμα.
Και τι που κάνει ζέστη; Εγώ κρυώνω. Ολόγυμνο τον είδα, νένα,
Δίπλα στα σκοίνα, κι είχε φύκια στα μαλλιά του. Άλλο δε θέλω
Μονάχα να του βγάλω ένα προς ένα τα μικρά χαλίκια
που ‘χαν κολλήσει στις γυμνές πατούσες του και να του βάλω
Ετούτο το λουλούδι, που κρατώ στον κόρφο μου, στα δυο του δάχτυλα
Κει που χωρίζουν από το λουρί του σάνταλου. Τώρα,
κοιμάται δίπλα, σκεπασμένος με τα κόκκινα σκουτιά μου.

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης,
Τραγούδι: Φαραντούρη,
Στίχοι: Κώστας Καρτελιάς
http://www.youtube.com/watch?v=Ba_v5Ixf1Tg

Για τη Ναυσικά
Αυτά που σου ‘κλεψα τα έκρυψα καλά
μες στου μυαλού μου τις σπηλιές
μες στην καρδιά μου
να χει η ψυχή μου ηδονικά μυρωδικά
και να μυρίζουν το όνομά σου τα όνειρα μου
Έχουν τα όνειρα αρώματα που λες
θα γίνω κλέφτης να τους κλέβω μυρωδιές
Έχουν τα όνειρα αρώματα που λες
θα γίνω κλέφτης να τους κλέβω μυρωδιές
Στον εραστή μην κλάψεις, μην ταπεινωθείς
από το ληστή δεν παίρνεις πίσω τα φιλιά σου
κράτα μονάχα να θυμάσαι τη στιγμή
που του χες πει «ό,τι κι αν έχω είναι δικά σου»
κράτα μονάχα να θυμάσαι τη στιγμή
που του χες πει «ό,τι κι αν έχω είναι δικά σου»

Αν από την πλευρά της Ναυσικάς μπορούμε να εντοπίσουμε αυτή την ερωτική ατμόσφαιρα στο Ομηρικό ποίημα, μπορούμε να πούμε το ίδιο για τον Οδυσσέα;

Τα μόνα στοιχεία που τον σχετίζουν με την κοπέλα και μπορούν να δώσουν απάντηση στις απορίες μας είναι ο ικετευτικός λόγος που της απευθύνει.

ΙΚΕΣΙΑ
Ορισμός: Είναι η επίκληση ανθρώπου προς άνθρωπο ή θεό να πραγματοποιήσει μια συγκεκριμένη επιθυμία. Ο ικέτης παρακαλεί άμεσα ή έμμεσα τον άνθρωπο από τον οποίο εξαρτάται η ζωή του να τον βοηθήσει να διατηρηθεί στη ζωή, να αποφύγει το θάνατο.

Τυπικό σχήμα τις ικεσίας :

α. σωματικές εκφράσεις
¨ γονάτισμα του ικέτη και άγγιγμα των γονάτων του ικετευόμενου και τις γενειάδας του, αν πρόκειται για άνδρα,
¨ προσφορά δώρων και υπόσχεση μελλοντικών.

Β. λεκτικό σχήμα
¨ επίκληση
¨ χαρακτηριστικά επίθετα – αρμοδιότητες του προσώπου
¨ υπενθύμιση παλαιότερων προσφορών του ικέτη
¨ αίτημα

Το τυπικό αυτό σχήμα δεν τηρείται πάντοτε και η παράβασή του εξυπηρετεί κάθε φορά το σκοπό του ποιητή που ξέρει να ποικίλει για να αποφεύγει τη μονοτονία τις επανάληψης.

· H ικεσία παρουσιάζεται θεοποιημένη στην Ιλιάδα: εκπροσωπείται από τις Παράκλησες(«Λιταί») και η προσβολή τις (= η άρνηση του ικέτη) επιφέρει τιμωρία στον άνθρωπο που δε σέβεται τη θεϊκή τις υπόσταση.

Την ιστορία τις τη μαθαίνουμε από το Φοίνικα στη Ραψ. Ι στ 502-512 :
« Γιατί ΄ναι κόρες κι οι Παράκλησες του Δία του τρισμεγάλου
κουτσές, με αλλήθωρα τα μάτια τις, με μούτρα ζαρωμένα,
και πολεμούν να φτάσουν τρέχοντας ξοπίσω από την Τύφλα.
Μα η Τύφλα, δυνατή, με ολόγερα ποδάρια, τρέχει απ’ τις
πολύ πιο μπρος στη γης αλάκερη, και τις θνητούς προφταίνει
κακό να κάνει, κι οι Παράκλησες ξοπίσω τις γιατρεύουν.
Κι όποιος του Δία τις κόρες σέβεται, μπροστά του ως καταφθάνουν,
έχει απ’ αυτές μεγάλο τις’ όφελος κι ακούνε τις ευχές του.
Μα ο που τις διώξει πεισματώνοντας και τις παραψηφήσει,
πάνε στο γιο του Κρόνου τρέχοντας στο Δία, παρακαλώντας
τη συφορά να στείλει πίσω του, να πάθει, να πλερώσει.»

Μετάφραση Ι.Θ. Κακριδή –Ν. Καζαντζάκη.

Θα πρέπει να υποθέσουμε ότι τα τόσο κολακευτικά λόγια που απευθύνει ο Οδυσσέας του οποίου η ζωή εξαρτάται από τη νεαρή κοπέλα εκφράζονται στο πλαίσιο της προσπάθειάς του να επιτύχει το σκοπό της ικεσίας και κρύβουν μεγάλο βαθμό υπερβολής αποσκοπώντας να τη συγκινήσει με μια ρητορική κίνηση captatio benevolentiae (σύλληψη της ευνοίας), δηλαδή για να τον πάρει από καλό μάτι η κοπέλα, να τη συγκινήσει και επομένως να προβεί στις ανάλογες ενέργειες για τη διάσωσή του: παροχή τροφής και ένδυσης αρχικά και στη συνέχεια γνωριμία με πρόσωπα που θα αναλάβουν τη μεταφορά του στην πατρίδα του.

Καταρχήν βέβαια επιχειρεί να προκαλέσει το ενδιαφέρον της, αν και η σκηνική του παρουσία είναι αρκετή, για τα σύγχρονα δεδομένα, όχι όμως της εποχής εκείνης, γι’ αυτό κρίθηκε απαραίτητη η μεσολάβηση τη Αθηνάς. Και πάλι όμως τα πρώτα λόγια που απευθύνει ο ταλαιπωρημένος ξένος στη βασιλοπούλα αγγίζουν τις ευαίσθητες χορδές της ανθρωπιάς και της καλής ανατροφής της, εφ’ όσον φαίνεται άνθρωπος που έχει και αναγνωρίζει έναν κώδικα ηθικής, στον οποίο η ίδια, αλλά και η κοινωνία της αποδίδει εξαιρετική σημασία.

«Προσπέφτω σου, ώ βασίλισσα, θνητή για αθάνατη είσαι·

άν είσαι απ’ τις αθάνατες που κατοικούν τα ουράνια,
παρόμοια με την Άρτεμη, του μέγα Δία την κόρη,
στην όψη και στ’ ανάστημα και στη μορφή σε κρίνω·
άν είσαι πάλε απλή θνητή, του κόσμου κατοικήτρα,
καλότυχοι, κι ο κύρης σου κι η βλογημένη η μάνα,

καλότυχα τ’ αδέρφια σου, που πάντα στην ψυχή τους
περίσσιας γίνεσαι αφορμή χαράς,και καμαρώνουν
τέτοιο βλαστάρι σα θωρούν μες στους χορούς να μπαίνη.
Μα ακόμα πιο καλότυχος απ’ όλους είν’ εκείνος,
που βγή στα δώρα νικητής, και ταίρι του σε πάρη.

Η επίκληση είναι εξαιρετικά μεγάλη σε έκταση, όπως και η συνολική έκταση της ικεσίας (36 στίχοι συνολικά), πράγμα ασυνήθιστο στις ικεσίες, με μια ολόκληρη σειρά κολακευτικών λόγων που λογικά δικαιολογούνται από την άγνοια της ταυτότητάς της και συμπληρώνονται από ευχές κατάλληλα προσαρμοσμένες στην περίσταση, στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται, στην ηλικία του, το φύλο και την κοινωνική θέση του τη συγκεκριμένη εποχή. Στη θέση των χαρακτηριστικών έχουμε μια σειρά κολακευτικών λόγων που εύστοχα λήγουν με την αναφορά στο ζητούμενο από την κοπέλα και που ανταποκρίνεται στο κλίμα και στη διάθεση από την αφύπνισή της μετά το όνειρο που της ενέπνευσε η θεά Αθηνά.

Ακολουθεί η παρομοίωση με το βλαστάρι της φοινικιάς που αποτελεί το αποκορύφωμα των επαίνων, και μέσω της οποίας ο πανέξυπνος βρίσκει την ευκαιρία να της υποβάλλει τη σκέψη ότι ο κυριολεκτικά ξεβράκωτος που βρίσκεται τώρα μπροστά της δεν είναι ένας τυχαίος ή παρακατιανός, αλλά ένας σπουδαίος άνθρωπος που η μοίρα, κοινή για όλους τους ανθρώπους, κάποια στιγμή τον έριξε στα πόδια της. Αυτό του δημιουργεί πρόσφορο έδαφος, αφού διεκτραγωδήσει τα βάσανα που πέρασε για να αφυπνίσει τη συμπόνια της και να διώξει μια πιθανή εντύπωση αλαζονείας, να προβάλλει πια το αίτημα το οποίο διατυπώνεται αναλυτικά και με σαφήνεια, δείχνει άνθρωπο που ξέρει τι θέλει που παρά τη γύμνια του σώματός του περιβάλλεται με πολλές ψυχικές, πνευματικές και ηθικές αρετές. Αυτός που δεν έχει ένα ρούχο να φορέσει και παρουσιάζεται ολόγυμνος μπροστά της χωρίς προσχήματα, εξιδανικεύσεις, προσποιήσεις και ωραιοποιήσεις που δεν έχει πού την κεφαλή κλίναι αυτή τη στιγμή που κρίνεται η ζωή του δεν ξεχνά ότι δεν υπάρχει μόνο αυτός: κρατά μια καλή κουβέντα, μια ευχή για την κοπέλα που βρίσκεται απέναντί του, μιας και δεν έχει ο ίδιος τίποτα να της ανταποδώσει τη χάρη που της ζητά, απευθύνεται στους θεούς να το κάνουν εκ μέρους του. Με αυτό είναι σα να τερματίζει ουσιαστικά και την υποχρέωση του ήρωα απέναντι στην κοπέλα, καθώς όποια ευεργεσία της αξίζει για την καλή της πράξη μπορεί να τη διεκδικήσει μόνο από τους θεούς. Η συγκεκριμένη ευχή μάλιστα ξεκαθαρίζει ότι ξεχωρίζει τη ζωή του από τη δική της, ιδιαίτερα με το στίχο άντρα και σπίτι και καλή καρδιά αναμεταξύ σας. Αυτό όμως ίσως τροφοδοτήσει ασύστατες προσδοκίες ή κοριτσίστικα όνειρα που αυτή τη μέρα οι θεοί παίζουν ένα άσχημο παιχνίδι εις βάρος της για να επιτύχουν τους σκοπούς τους, αφυπνίζοντας την ίδια ερωτικά. Το μόνο τελικά που θα διεκδικήσει η ίδια από τον ήρωα τη μία και μοναδική φορά που θα τον συναντήσει στο παλάτι είναι η υστεροφημία, που μπορεί να συνοδεύεται και από άλλες ανέκφραστες προσδοκίες.

«Γειά σου, χαρά σου, ξένε μου, και σα βρεθής στη γής σου
να με θυμάσαι, που τη ζωή χρωστάς σ’ εμένα πρώτη.»

Ο Οδυσσέας δεν της χάρισε την υστεροφημία, σίγουρα πάντως την κέρδισε από τον ποιητή, ενώ ο αναγνώστης την αναγνωρίζει ως μια από τις πιο συμπαθητικές και αγαπητές μορφές της Οδύσσειας και ολόκληρου το ομηρικού έργου. Αν κέρδισε κάτι από τις σιωπηλές διεκδικήσεις της από τον Οδυσσέα, μένει βέβαια ένα ερώτημα αναπάντητο, για το οποίο απάντηση μπορεί να δώσει μόνο η … σιωπή του ίδιου του Οδυσσέα, που αναφερόμενος στα πρόσωπα που καθόρισαν την επιστροφή του αποσιωπά σκόπιμα το όνομά της, και όχι φαντάζομαι ως ανάξιο να αναφερθεί.

Κι εσένα οι θεοί να δώσουνε ό,τι ζητάει η ψυχή σου,
άντρα και σπίτι και καλή καρδιά αναμεταξύ σας,
που άλλο στη γής καλύτερο και πιο λαμπρό δεν είναι,
παρά μιά γνώμη να ‘χουνε γυναίκα κι άντρας πάντα
στο σπίτι, να λυπούνται οχτροί, να καμαρώνουν φίλοι,

και το καλό τους τ’ όνομα να συχνακούνε εκείνοι.»

Γιατί η παρουσία της Ναυσικάς αποτελεί πειρασμό και μάλιστα το σημαντικότερο απ’ όσους έχει συναντήσει ο ήρωας; Πρώτα πρώτα γιατί δεν τον διεκδικεί ή δεν του επιβάλλει την παρουσία της δια της βίας ή δεν απαιτεί για τη βοήθειά της αντάλλαγμα κάποιες υπηρεσίες του. Είναι η γνήσια αγάπη ανάλογη προς την χριστιανική σε βάθος και ποιότητα που προσφέρεται χωρίς απαιτήσεις και ανταλλάγματα. Δεν κρύβει υστεροβουλία και συμφέρον και κατά αυτή την έννοια είναι η πλέον αγνή. Για την περίπτωση της Ναυσικάς πρόκειται για την πρώτη περίπτωση που αντίκρισε με διαφορετικά μάτια έναν εκπρόσωπο του άλλου φύλου προετοιμασμένη από το όνειρο της Αθηνάς που της έκανε λόγο για γάμο.

Η δροσιά της ηλικίας, η αγνότητα της παρθενίας, αν και ως όρος δε δηλώνεται στο ποίημα, εκτιμάται όμως από τον αναγνώστη μεταγενέστερων εποχών, η παιγνιώδης και χαρούμενη ατμόσφαιρα που έρχεται σε έντονη αντίθεση με την απεγνωσμένη κατάσταση του Οδυσσέα που επιζητά την επιβίωση μεγεθύνουν στα μάτια του την αξία και την ομορφιά που έχει απέναντί του.

Θα μπορούσε βέβαια να αντιτείνει κανείς ότι οι ήρωες δε διαθέτουν την ελευθερία της βούλησής τους, καθώς η Αθηνά έχει σκηνοθετήσει τη συνάντηση των προσώπων για να βοηθήσει τον προστατευόμενό της. Ως εδώ όμως. Η ελευθερία του ήρωα έγκειται στον τρόπο με τον οποίο αξιοποιεί ή όχι τις ευκαιρίες που φέρνει μπροστά του η θεά. Θα μπορούσε εκείνο το ίδιο βράδυ να δεχτεί την πρόταση γάμου που του απευθύνει γεμάτος εκτίμηση κιόλας από τη σύντομη γνωριμία του ο βασιλιάς Αλκίνοος, κερδίζοντας όχι μόνο μια δροσερή κοπέλα ως σύζυγο αντί μιας γερασμένης Πηνελόπης , αλλά και πολλά άλλα πλεονεκτήματα: ένα ακμάζον βασίλειο και οικονομικά με κοινωνική και πολιτική οργάνωση, όπου δε φαίνεται η εξουσία του Αλκίνοου να απειλείται από τους άρχοντες, αλλά βρίσκεται σε μια αγαστή συνεργασία μαζί τους, και μια κοινωνική ζωή στερεωμένη σε ηθικό δίκαιο. Η οργανωμένη κοινωνία προβάλλεται έντονα μέσα από την αντιπαραβολή της προς την κοινωνία των Κυκλώπων. Αυτό που έχει μπροστά του ο Οδυσσέας, το γνωστό, δεν παρουσιάζει κανένα πρόβλημα και κανένα κίνδυνο, γι’ αυτό το λόγο δεν έχει και κίνητρο να αγωνιστεί ένας άνθρωπος που έδωσε το όνομα του σε ένα κείμενο που έγινε πλέον συμβολικό: ο άνθρωπος των αγώνων, που υπερβαίνει τα εμπόδια, που τίποτα δεν του προσφέρεται, αλλά το κερδίζει με τις σωματικές ή νοητικές του δυνάμεις, θα έχανε την ταυτότητά του και την υπόστασή του, αν έμενε εκεί.

Αντίθετα επιλέγει να συνεχίσει το ταξίδι μέχρι τέλους, το ταξίδι στο άγνωστο, όπου έχει να δοκιμάσει τις δυνάμεις του για να κερδίσει τα πάντα, καθώς όλα είναι αμφισβητήσιμα και τίποτε δεδομένο, από την οικογένειά του, πρώτα πρώτα τη σύζυγο, μέχρι την περιουσία και το βασίλειο, από τα οποία μπορεί να κριθεί και η ίδια του η ζωή.

Αν αυτή την τελευταία στιγμή, στο παρά πέντε της επιστροφής του στην πατρίδα, εμφανίζεται ο πειρασμός, είναι για να επαναξιολογήσει την απόφαση που πήρε, την απόφαση του αγώνα, της εγρήγορσης και όχι της επανάπαυσης και του εφησυχασμού. Έτσι δικαιώνεται ο ρόλος του ανθρώπου, που απαντά πρόθυμα «παρών» στις δυσκολίες, που κλείνει την πόρτα στο εύκολο, στο γνωστό, στο δεδομένο, στη στασιμότητα. Κατ’ αυτή την έννοια ο Οδυσσέας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο πρώτος φιλόσοφος, που δέχεται να ξεκινήσει από το μηδέν και να αποκτήσει με τις όποιες ψυχοσωματικές δυνάμεις διαθέτει τα σκοπούμενα αγαθά. Διατηρεί την ελευθερία επιλογής του, λέγοντας «όχι» σ΄ αυτά που του επιβάλλονται, προσπερνώντας πολλά εμπόδια, αρνούμενος αγαθά για τα οποία άλλοι θα έτριβαν τα χέρια τους από ευχαρίστηση, και με καθυστέρηση δέκα ετών αποφασίζει να δοκιμάσει την τύχη του αποδεχόμενος το όποιο τίμημα. Η παρουσία της Αθηνάς δίπλα του και του Ποσειδώνα εναντίον του φανερώνουν την πίστη του ποιητή στον ανθρώπινο ήρωά του που μπορεί να υπερβαίνει δυνάμεις ανώτερες από εκείνον ή να συνεργάζεται με αυτές χωρίς να στερείται την ελευθερία του.

Το ομηρικό πρόβλημα ανακύπτει σε κάθε μας βήμα: αν πρόκειται για το πρώτο ελληνικό λογοτεχνικό κείμενο προϋποθέτει ένα πολύ υψηλό επίπεδο πνευματικής εξέλιξης σε όλους τους τομείς πέραν του καθαρά λογοτεχνικού: ανθρωπογνωσίας ψυχολογίας, κοινωνιολογίας, πολιτικής, φιλοσοφίας.

Και βέβαια πρέπει να σκεφτούμε ότι η επίτευξη ενός στόχου γίνεται πιο ενδιαφέρουσα και πιο γοητευτική όταν το τίμημα, η θυσία, το αντίτιμο έχει αξία. Ο Οδυσσέας προσπέρασε χωρίς δυσκολία την πρόταση της αθανασίας, που αποτελεί το σημαντικότερο αγαθό που απαρνήθηκε. Το επόμενο που θα μπορούσε να επιθυμήσει στα ανθρώπινα πια πλαίσια είναι μια ευνομούμενη κοινωνία. Αυτή του προσφέρθηκε και την αρνήθηκε. Έτσι ο σκοπός που προτίμησε αίρεται σε επίπεδο υψηλότερο απ’ αυτό, κι ας πρόκειται για ένα όχι ιδιαίτερα εύφορο νησί, αλλά κακοτράχαλο χωρίς αμαξιτούς δρόμους, έστω και αν πρόκειται να διακινδυνεύσει τη ζωή του για να διώξει τους μνηστήρες για να διεκδικήσει τη σύζυγό του , αν δεν είναι κιόλας πολύ αργά. Αρνείται τα πάντα για να αγωνιστεί για το τίποτα που για κείνον σημαίνει τα πάντα.

«Ο Οδυσσέας στο ποτάµι» του Τάκη Σινόπουλου

Ένα φεγγάρι ολονυχτίς ταξίδευε
πάνω στην ασηµένια σου χορδή
ποτάµι σιγανό
ποτάµι

Ήσυχος ήλιος τώρα απλώνεται στη γη
ζεσταίνει το αίµα σου µε φως.
Ύστερα θάρθει το κορίτσι το αλαφρό
θα κρούσει φωτεινές παλάµες
η πέτρα του ύπνου θα κυλήσει από τα µάτια σου
θα σηκωθείς µέσα στην πρασινόλευκη σιωπή
κι οι νύµφες θα τροµάξουνε
θα φύγουν στην κοιλάδα γοργοπόδαρες
και το κορίτσι τ’ άσπρο θάναι δροσερό
σα δέντρο κάτω από το φως
πιο πέρα τ’ άλλα δέντρα κι η σιωπή
θα στρίψουν θα κοιτάξουν
το δέντρο µε το φόρεµα της άνοιξης
να σκύβει ατάραχο ν’ αγγίζει το ποτάµι
την ασηµένια σου χορδή
ποτάµι σιγανό
ποτάµι

Μα εσύ µιλώντας τώρα εµπρός στο Βασιλιά
– και τ’ άσπρο δέντρο ακούγοντας στα δώµατα.
Μιλώντας µε τον τρόπο που µιλούν
οι ζωντανοί θυµήσου.
Στη θάλασσα οι πνιγµένοι ταξιδεύοντας
γυρεύουν την πατρίδα τους κι όλο κοιτάνε κάτω


ΑΛΚΗΣ ΑΛΚΑΙΟΣ
Απόψε μέτρησα για σένα χίλια μίλια
λευκό χαρτί μες στης αγάπης την μποτίλια,
το φως που ρίχνει η κάμαρά σου στην αυλή σου,
για μένα είναι σινεμά του παραδείσου.

Χίλια τα πλάνα σου, τα χρώματα κι οι τόποι,
Ελένη, Κίρκη, Ναυσικά και Πηνελόπη
μια χαραμάδα άνοιξέ μου να περάσω
μ’ένα σου τρικ να ψωνιστώ και να ξεχάσω

Είν’η καρδιά μου φτερωτή σε άδειο μύλο,
φύσα ουρανέ μου κι όταν σβήσει ο παλμός,
θα’ναι για σένα που θα ζω σε αιώνιο κύκλο
ατμός, βροχή, ποτάμι, θάλασσα κι ατμός.

Βάφει η σελήνη τα βουνά κι εσύ τα χείλη,
μ’άρωμα ψέμα μου ποτίζεις το μαντήλι,
κι ύστερα φεύγεις με αυτόματο πιλότο,
κάποιο κρυμένο θησαυρό να βρείς στο Νότο.

Τόσα ταξίδια σε κορμιά ψυχές και τρένα,
τόσα τραγούδια σε παράθυρα κλεισμένα,
σαν τους φαντάρους που ξεχνούν τη μοναξιά τους,
μ’ένα φτηνό τραντζιστοράκι στη σκοπιά τους.

Γιώργος Μανουσάκης, ΝΑΥΣΙΚΑ
Όταν τον είδα να προβαίνει απ’ τα χαμόκλαδα
γυμνός κι ηλιοκαμένος με την άρμη
πάνω στους ώμους ν’ ασπρίζει
με φύκια στα μαλλιά και μια μικρή
πεταλίδα μπλεγμένη στα γένια του
Είπα πως ίδιος  Θεός της θάλασσας
βγήκε σ’ εκείνο το απόμερο ακρογιάλι.
Αν και μιλούσε σιγανά, παρακαλώντας,
τα λόγια δε λιγόστευαν την αρχοντιά του.

Πώς σείστηκε έτσι ξαφνικά η καρδιά μου
κι όλα τα πρωτινά μας τα παιχνίδια
μου φάνηκαν καμώματα παιδιών ανέγνοιων.
Και σάστισα που από τη μια στιγμή στην άλλη
μεγάλωσα και σα γυναίκα πια έβλεπα
Κι όμοια σκεφτόμουν: «Αχ, νά ‘ταν ένα τέτοιον
άντρα να μου χαρίζαν οι θεοί!»

Κι όταν μεσ’ στο παλάτι νιόλουστος, ντυμένος
στο πλάι του πατέρα μου διηγούνταν
τα βάσανα και τα δεκάχρονα παθήματά του
μα και τις ηδονές που τον κεράσανε οι θεές
σε βαθιά σπήλαια και παλάτια καταστόλιστα
εγώ σαν πεταλούδα είχα καθίσει
στ’ αδρά του χείλια κι έπινα κάθε του λόγο
κι ένιωθα όλος ο κόσμος να σκαμπανεβάζει
σαν το καράβι του Οδυσσέα στη φουρτούνα.

Τη νύχτα ακροπατώντας με γυμνές πατούσες
πήγα στην κάμαρή του κα τον βρήκα.
«Μείνε», του είπα, «μαζί μας στη Σχερία
και κάμε με να νιώσω ό,τι ένιωσε μαζί σου
η Καλυψώ  που εφτά γεμάτα χρόνια
σε κρατούσε κοντά της. Άγγιξέ με
ετούτη τη στιγμή, καθώς που ξέρεις
αγαπημένε μου, πολύπειρε άντρα.»

Τον είδα που αχνογέλασε στο φως του λύχνου
(γλυκόπικρο ήταν το χαμόγελό του )
κι ακούμπησε το χέρι στα μαλλιά μου.
κάτι άρχισε να μου λέει, μα εγώ δεν άκουγα
παρά σα μέλισσας βουητό όπου χάνονται τα λόγια.
και θόλωσαν τα μάτια μου και βιαστικά
έτρεξα να κλειστώ στην κάμαρή μου.


Σκεπτικισμός: η αμφιβολία για τη δυνατότητα της γνώσης. Συνέπειες του σκεπτικισμού

Ο σκεπτικισμός είναι τα πνευματικά γηρατειά: προσπάθησες, αγωνίστηκες, έψαξες και δε βρήκες αυτό που έψαχνες. Απογοητευμένος λες δεν υπάρχει. Κουβαλά όμως την ωριμότητα και τη σοφία μιας ζωής.

Η εποχή της ενεργούς δράσης τελείωσε. Πίσω από το νεανικό ενθουσιασμό και την παρορμητικότητα, την ευκολία που μεταφράζεται σε αλαζονεία της παντογνωσίας. Ο ρωμαλέος δυναμισμός που όμως επισκιάζει τις διεργασίες που αργά και υπομονετικά έγιναν κάτω από την εντυπωσιακή επιφάνεια.. Οι ανήσυχες διαταράξεις που προκαλούν οι φλόγες Ένα προπέτασμα καπνού όμως προϋποθέτει πάντα μια φωτιά που υποβόσκει. Στο τέλος θ’ αφήσει τη χόβολη, το ήρεμο καταστάλαγμα της θέρμης και της ισορροπίας. Τώρα είναι καιρός για ισορροπία και αρμονία.

Αλλά τι οδήγησε στο «όχι», την άρνηση και την απόρριψη;
Ο σκεπτικισμός τα ’χει δει όλα:κι απ’ την καλή και απ΄ την κακή, κι από μέσα κι απ΄ έξω. Δεν μπορεί γι΄ αυτό ν΄ απαντήσει με μιας. Λέει «ξαναδές τα». Μια άλλη, προσεκτική ματιά, θα δείξει ότι δεν μπορεί να υπάρξει η μονομέρεια της μιας πλευράς.

1. απόρριψη της δυνατότητας της γνώσης

Η απόρριψη της δυνατότητας της γνώσης αυτομάτως σημαίνει και απόρριψη και κατάργηση των φορέων της (θρησκεία, επιστήμη).

Και ενώ στην περίπτωση της θρησκείας θα μπορούσε ίσως κάποιος να νιώσει ανακούφιση από την απελευθέρωση του καταπιεστικού δόγματος, δε μπορεί παρά να αισθανθεί και την ανασφάλεια που δημιουργεί η αφαίρεση του τάπητα κάτω από τα πόδια, η έλλειψη του πατρικού στιβαρού ώμου να στηριχτεί και να λύσει τις όποιες απορίες.

Σημαίνει όμως ταυτόχρονα και κατάρριψη της επιστήμης, αφού η επιστημονική γνώση θεωρείται ως η πιο έγκυρη. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος εγκαταλείπεται με άδεια χέρια και δεν έχει πια τα μέσα και τους τρόπους να βοηθήσει τον εαυτό του σε κανένα πεδίο της επίγειας ζωής του. Είναι το γκρέμισμα όσων ο άνθρωπος έχτισε αιώνες και χιλιετίες επίπονης προσπάθειας και φέρει το όνομα της συνύπαρξης στο πλαίσιο της κοινωνικής συμβίωσης: πολιτισμός. Μόνος και αβοήθητος ο άνθρωπος μη έχοντας πια εμπιστοσύνη στον εαυτό του (επιστήμη), αλλά και σε κανένα υπερβατικό ον (θρησκεία) βρίσκεται σε πραγματικά δεινή θέση.

2.η ψυχολογική στάση της απάθειας και της αδράνειας

Η ψυχολογική στάση της απάθειας και της αδράνειας που υποστηρίζει ο πυρρωνισμός έρχεται να αποκαλύψει έναν απογοητευμένο, κουρασμένο και γερασμένο πνευματικά οργανισμό που δεν έχει το κουράγιο ν’ αγωνιστεί σ’ έναν κόσμο τον οποίο δεν μπορεί ν’ αντιμετωπίσει. Προσμετρώντας τις γνωσιολογικές του δυνάμεις και βρίσκονται τις λιγοστές, ανίσχυρες ή και ανύπαρκτες, τηρεί στάση «εποχής» από όλους τους τομείς της δημιουργικής δράσης. Αυτή η στάση όμως δεν προάγει τη ζωή του, δεν την οδηγεί σε πρόοδο, αλλά με μαθηματική ακρίβεια οδεύει στην παρακμή, στο τέλμα, στο θάνατο. Και ιστορικά ο πυρρωνισμός ήταν ο γνωσιολογικός θάνατος της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, που γηρασμένη και απογοητευμένη γέρνει στη δύση της.

Η κατάρριψη του δογματισμού προσμετράται ως το μοναδικό, αλλά ισχυρό ταυτοχρόνως πλεονέκτημα του σκεπτικισμού. Ωθεί στην απομάκρυνση από το στείρο εφησυχασμό σε παγιωμένες θέσεις και αντιλήψεις που δεν προάγουν την έρευνα και αναζήτηση, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει στην πολυφωνία, στον πολύπλευρο φωτισμό και επομένως στη σφαιρική και ολοκληρωμένη παρουσίαση ενός θέματος. Μ’ αυτό τον τρόπο ο σκεπτικισμός ανοίγει αμέτρητους δρόμους και πλαταίνει τους πνευματικούς ορίζοντες.. Αναγκάζει εξάλλου σε επανεξέταση του κατεστημένου, του δεδομένου και της αυθεντίας, όροι που δεν έχουν πια νόημα. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος βρίσκεται σε πνευματική εγρήγορση, καθώς έχει βγει από το δογματικό λήθαργο, ο οποίος του δημιουργούσε παρωπίδες και του περιόριζε τον κόσμο ή τον ανάγκαζε να τον βλέπει με χρωματιστά γυαλιά. Έτσι ο άνθρωπος απελευθερώνεται από τα δεσμά της προσωπικής συνήθειας και του βολέματος, της ψυχολογικής αίσθησης ασφάλειας, αλλά και των παραγόντων που θα επιθυμούσαν την ιδιοτελή χειραγώγησή του για να επιτύχουν τους σκοπούς τους. (πολιτικούς, οικονομικούς, θρησκευτικούς).

Η αμφισβήτηση της επιστήμης – Χιουμ

O Χιουμ αμφισβητεί στην επιστήμη τη δυνατότητα να προσφέρει αξιόπιστη, έγκυρη και αντικειμενική γνώση, και συνακόλουθα να αποτελέσει οδηγό του ανθρώπου στην προσπάθειά του να προσεγγίσει το μέλλον.

Κατά την άποψή του, τα επιχειρήματα στα οποία στηρίζεται η επιστήμη για να καταλήγει σε λογικά συμπεράσματα είναι ανύπαρκτα και ό,τι η επιστήμη ονομάζει επιχείρημα (δηλαδή μια σειρά προτάσεων συνδεδεμένων λογικά μεταξύ τους χωρίς χάσματα με ένα αναγκαίο δεσμό), δεν αποτελεί για εκείνον παρά μια συνήθεια, ένα είδος συναισθήματος.

Όλοι οι πιθανοί συλλογισμοί, όλη η λογική διαδικασία που χρησιμοποιούν οι επιστήμονες για να καταλήξουν σε ένα συμπέρασμα, για εκείνον είναι ανύπαρκτοι, εφόσον δέχεται μόνο πληροφορίες που του φέρνουν οι αισθήσεις του, ιδέες, και τίποτα περισσότερο. Και όπως στη μουσική και στην ποίηση ακολουθούμε το γούστο μας, το ίδιο, ισχυρίζεται, πρέπει να ισχύει και στη φιλοσοφία, όπου πρέπει να ακολουθούμε το γούστο μας στις ιδέες: εφόσον δεν μπορούμε να ανιχνεύσουμε ένα αναγκαίο δεσμό που να συνδέει τα αισθητά αντικείμενα ούτε ισχύει κάποια αρχή, νόμος της φύσης, μόνο η συνήθεια, υποστηρίζει, είναι εκείνη που πρέπει να μας οδηγεί σε συμπεράσματα για τη σχέση τους.

Με βάση τα παραπάνω, αφού δεν ισχύει κανένας νόμος, δεν υπάρχει και αναγκαία σχέση και μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος. Ό,τι παρατηρήσαμε ότι ίσχυε στο παρελθόν, δεν υπάρχει καμιά εγγύηση ότι θα ισχύει και στο μέλλον.

Επομένως, αν αρνηθούμε στην επιστήμη τη δυνατότητα της επαγωγικής μεθόδου, τη δυνατότητα από τα γνωστά να αποφαίνεται και για τα άγνωστα, από τα γνωστά στοιχεία του παρελθόντος να αποφαίνεται για το άδηλο μέλλον, αυτό το μέλλον κάτω από τέτοιες συνθήκες φαντάζει σκοτεινό και αόριστο, φοβερό και απειλητικό. Η κατάρριψη της επαγωγικής μεθόδου αφαιρεί από την επιστήμη το μεθοδολογικό της υπόβαθρο και για τον άνθρωπο που στηριζόταν στην επιστημονική γνώση σημαίνει μια κατακόρυφη πτώση από ύψος χιλιάδων ποδιών στο κενό.

Η επαγωγή ξεκινώντας από τη γνώση μας για τα επιμέρους, τον περιορισμένο χώρο, πετυχαίνει με το άπλετο φως του να φωτίσει έναν απέραντο χώρο. Ό,τι παρέμενε σκοτεινό και άγνωστο, γίνεται οικείο, προσιτό, προσεγγίσιμο και προβλέψιμο. Δε χρειάζεται να έχεις τη μαντική δύναμη του θεόπνευστου μάγου ή του ίδιου του θεού για να μπορείς να προσδιορίζεις το μέλλον. Αρκεί η γνώση και η εφαρμογή των βασικών όρων της λογικής διαδικασίας, του συλλογισμού για να το επιτύχει ο καθένας από μας. Με την ξαστεριά του πνεύματός του κατάφερε να απαλλαχθεί από φόβους, προκαταλήψεις, να ξεφύγει από εκμεταλλευτές της άγνοιάς του, ώστε στηριζόμενος με εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του να μπορεί να ατενίζει με ελπίδα και αισιοδοξία το μέλλον.

Έτσι για παράδειγμα η Δομική Ιστορία θέτει τις επιστημονικές μεθόδους στην υπηρεσία του ανθρώπου, όταν αναζητώντας το γιατί, την αιτία, ως το βασικό στοιχείο για να εξηγήσει ικανοποιητικά και σε βάθος, ολόπλευρα, το ιστορικό γεγονός και εφαρμόζοντας επαγωγικά κάποιους νόμους, επιχειρεί να επαναληφθούν στο μέλλον θεμιτές ενέργειες του παρελθόντος ή να αποφευχθούν ανεπιθύμητες. Οι κερδηθείσες γνώσεις, όχι μόνο στην ιστορία, αλλά σ΄ όλες τις κοινωνικές επιστήμες, τίθενται στην υπηρεσία του ανθρώπου, για την καλυτέρευση της ζωής του,(αλλά και για το αντίθετο).

Η επιστήμη αποδεσμεύει τον άνθρωπο από την υποχρέωση και εξάρτηση σε κάποιο ανώτερο, άγνωστο και απρόσιτο ον (ενόραση), του οποίου τη δύναμη δεν μπορεί να προσεγγίσει, ώστε η ανασφάλεια και ο φόβος απέναντί του αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για την πρόοδό του. Τον προστατεύει επίσης από τον κίνδυνο επιτηδείων που εκμεταλλεύονται την έμφυτη επιθυμία του για τη γνώση, οι οποίοι παρουσιάζονται ως χαρισματικοί κάτοχοί της και επομένως σωτήρες του.

Για αιώνες ολόκληρους ο άνθρωπος αξιοποιώντας τις προηγούμενες γνώσεις (της επιστήμης) μπορεί κάθε φορά να κάνει ένα βήμα πιο πέρα από εκεί που οι προηγούμενοι είχαν σταματήσει, κερδίζοντας έτσι συνέχεια έδαφος. Κάθε νέα γνώση με τη σειρά της και με την ίδια διαδικασία αποτελεί το εφαλτήριο για άλλες προσεγγίσεις και κατακτήσεις του ανθρώπου. Έτσι η επαγωγή χαρίζει στην επιστήμη το όχημα που με ιλιγγιώδη ταχύτητα διανύει την απόσταση που τη χωρίζει από τη γνώση. Η αλήθεια και η εγκυρότητα που επιτυγχάνεται με τον τρόπο αυτό είναι απόλυτη, τηρουμένων των αναγκαίων όρων του συλλογισμού.

Σ΄ αυτή τη διαδικασία προσέγγισης της γνώσης ο Χιουμ βάζει τροχοπέδη. Κάθε προηγουμένως αποκτηθείσα γνώση παρουσιάζεται μάταιη και ανώφελη, αφού δεν μπορεί να συμβάλλει στην περαιτέρω απόκτηση γνώσεων. Η αμφισβήτηση της γνωστικής δυνατότητας που μας παρέχει η επιστήμη δεν αναιρεί απλώς την επιστήμη, αλλά στερεί εξολοκλήρου στον άνθρωπο τη δυνατότητα του να γίνει ο ίδιος ο κατακτητής, κάτοχος και διαχειριστής της γνώσης του.

Από την άλλη πλευρά όμως η επιστημονική γνώση ως καρπός των περιορισμένων ανθρώπινων δυνάμεων υπόκειται σε ελλείψεις, αδυναμίες και ο σκεπτικισμός του Χιουμ, αν δεν ήταν ακραίος, την προσγειώνει και την καθιστά επιφυλακτική. Την προτρέπει να εργάζεται με προσοχή, να ασκεί την αυτοκριτική της, να επισημαίνει τα λάθη της και να διορθώνεται.

Είναι όμως η γνώση που μας παρέχει η επιστήμη απόλυτη; Έχει φτάσει σ΄ αυτό το επίπεδο κατακτήσεων; Κι αν δεν το έχει καταφέρει μέχρι τώρα, έχει τις προϋποθέσεις να το καταφέρει στο μέλλον; Είναι στο πλαίσιο των ανθρώπινων δυνατοτήτων κατακτήσει τη γνώση, ή αυτό οφείλεται στη χάρη ενός ανώτατου όντος να τον κατακτήσει κοινωνό της θείας γνώσης;