Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κριτικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κριτικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2019

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ, Ο ΒΟΗΘΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΛΑΙΝ


  Θα μπορούσε να πει κανείς πάρα πολλά για το εμπνευσμένο μυθιστόρημα της Χλόης Κουτσουμπέλη ο Βοηθός του Κυρίου Κλάιν, να θίξει πολλά θέματα, όπως την πρωτότυπη θεματική, τη βαθιά ψυχογράφηση των προσώπων, την ενδιαφέρουσα ατμόσφαιρα που θυμίζει αστυνομικό μυθιστόρημα, τις αναφορές στην ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία, την τεχνική που συγγενεύει με το θέατρο και τον κινηματογράφο, την ποικιλία αφηγηματικών τρόπων, την επαφή που διατηρεί με τη σύγχρονη επικαιρότητα.
Αν έβαζα ένα τίτλο στην παρουσίασή μου, θα ήταν Ο βοηθός του κυρίου Κλάιν: μια φιλοσοφική ανάγνωση.   Επέλεξα να προσεγγίσω από   φιλοσοφική πλευρά το μυθιστόρημα, γιατί σχημάτισα την πεποίθηση ότι εμφορείται από βαθιά  στοχαστική διάθεση  και γιατί   αυτή η οπτική της συγγραφέως εμπλουτίζει το μυθιστόρημα με διαφορετικές εκδοχές και δημιουργεί αμφισημίες, που το καθιστούν εξαιρετικά γοητευτικό.
Θα ξεκινήσω με μια  γνωσιολογική προσέγγιση, ερευνώντας το θέμα της γνώσης.
γνωρίζει κανείς ό,τι αντέχει να γνωρίζει (σελ.  19)
Όταν ο κ. Κλάιν βγάζει από ένα βελούδινο πουγκί ζάρια, προκαλεί τον Στέφαν να παίξουν...
-Μάντεψε τι έχει μέσα, είπε σαρδόνια
-Ζάρια. Σε τι θα παίξουμε;
-Στην αλήθεια. 192.

Η γνωσιολογία του μυθιστορήματος ξεκινά  με άγνοια. Άγνοια είναι η απουσία γνώσης, η έλλειψη γνώσης της  πραγματικότητας, της αλήθειας ή η απόκρυψη της αλήθειας. Αναπόφευκτα η γνωσιολογία συναρτάται στενά με την οντολογία.  Αλλά τι είναι εδώ  πραγματικό και  αληθινό;

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
12 μια μαύρη λιμουζίνα πέρασε δίπλα του ξυστά/ θα μπορούσε να είναι νεκρός / σώος χάρη σε μια διαβολική σύμπτωση
O λόγος σκόπιμα αμφίσημος  συνάδει με την ασάφεια και τη  ρευστότητα της κατάστασης του Στέφαν. Ο παραπλανητικός λόγος του αφηγητή συμπαρασύρει τον αναγνώστη μαζί με τον ήρωα.
O αναγνώστης σχηματίζει με  βεβαιότητα την άποψη  ότι ο Στέφαν είναι ζωντανός. Θυμάμαι προσωπικά  ότι διάβασα επανειλημμένα το χωρίο για να βεβαιωθώ και κατέληξα  ότι ο Στέφαν επέζησε του ατυχήματος, στηριγμένη στο αντίθετο του πραγματικού: θα μπορούσε να είναι νεκρός, και στο σώος,   και συμπέρανα ότι είναι ζωντανός χωρίς να δώσω σημασία στο τι θα μπορούσε να σημαίνει χάρη σε μια διαβολική σύμπτωση. Όμως όποιος δεν είναι νεκρός δεν είναι κατ' ανάγκην ζωντανός, θα αναπτύξει στο μυθιστόρημα η Χλόη. Η παραπλανητική γνώση εδώ ισούται με άγνοια της πραγματικότητας, της πραγματικής κατάστασης του Στέφαν, που μάλιστα  δεν είναι πραγματικότητα…
Ενώ στην αρχή τα νήματα της άγνοιας  του αναγνώστη και του ήρωα Στέφαν κινούνται παράλληλα, στη συνέχεια παύουν να συμβαδίζουν. Οι προμετωπίδες των κεφαλαίων  υποψιάζουν  τον αναγνώστη, τον προετοιμάζουν για μια δεύτερη, διαφορετική  εκδοχή. Η βεβαιότητα  γρήγορα μετατρέπεται σε αμφιβολία και η πραγματικότητα καταρρέει.  Ο αναγνώστης αρχίζει να υποψιάζεται  ότι κάτι αφύσικο συμβαίνει. Η πορεία από την άγνοια στη γνώση αποκτά δραματικές διαστάσεις για τον ήρωα και συνιστά τραγική ειρωνεία για τον αναγνώστη, στοιχείο που κορυφώνει την ένταση,
94 εδώ μέσα …οξύνεται η αντίληψή μου, καταλαβαίνω πιο βαθιά
118 αποκτά ένα άλλο επίπεδο συνειδητότητας
138 οι μνήμες τον κατακλύζουν με καταπληκτική οξύτητα και διαύγεια
146 αυτή η καινούρια διαύγεια, η συνειδητότητα που έχει αποκτήσει εδώ μέσα είναι πολύ επώδυνη
 Τελικά το γράμμα του Χηλ λίγο πριν πεθάνει αποτελεί την πιο  σοβαρή προειδοποίηση και αποκάλυψη της πραγματικής κατάστασης του Στέφαν.
175 λέει η Μπόννυ στον Στέφαν  "Ο Κάφκα λέει σ ένα του γράμμα στη Μιλένα ότι η τιμωρία της κόλασης συνίσταται στο να  αναγκάζεται κάποιος να διεξέλθει μια φορά τη ζωή του με τη ματιά της γνώσης και το χειρότερο δεν είναι να αναθεωρεί τις προφανώς κακές του πράξεις, αλλά τις πράξεις που άλλοτε νόμιζε καλές"

Ο ήρωας νομίζει ότι ξέρει την αλήθεια, αλλά ο αναγνώστης γνωρίζει ότι εκείνος αγνοεί την πραγματική του κατάσταση, Ο Οιδίποδας καταστρέφεται όταν μαθαίνει την τραγική αλήθεια. Και ο Οιδίπους παρίσταται στο μυθιστόρημα μέσω του συμβολισμού του ονόματος της οικογένειας Ιντιπους. Ο συνειρμός είναι αναμενόμενος. Η απόκτηση γνώσης θα είναι καταστρεπτική, όπως και στη σοφόκλεια τραγωδία; Εκεί ο θεατής παρατηρεί τον Οιδίποδα να πληροφορείται  τα αμαρτήματά του. Στον βοηθό του κυρίου Κλαιν  ο αναγνώστης παρακολουθεί μέσα από δραματικές τεχνικές τον Στέφαν να επανεξετάζει όχι μόνο τα λάθη, αλλά κι εκείνα που είχε την πεποίθηση ότι ήταν σωστές επιλογές.
Και βέβαια η δραματική πορεία από την άγνοια στη γνώση  δεν αφήνει τον αναγνώστη ανεπηρέαστο. Γιατί βέβαια ο Στέφαν Χήροου είναι ο ήρωας, αλλά και ο αναγνώστης έχει να αναπολήσει τα δικά του βιώματα, τα δικά του σφάλματα.  Η Χλόη ωθεί  τον αναγνώστη να προπορεύεται ένα  βήμα, για να προλαβαίνει να κάνει τον δικό του απολογισμό, πριν ο Στέφαν κάνει τον δικό του. Τραγικός δεν είναι μόνο ο ήρωας· είναι και ο αναγνώστης, ο κάθε άνθρωπος.

Θα συνεχίσω στην οντολογία.
135 τι είσαι; μια ψυχή σ΄ένα περίβλημα
129 ό,τι δεν αλλάζει απλώς σαπίζει και πεθαίνει, η ακινησία και η ακαμψία είναι τα πραγματικά γηρατειά
202 αυτή ακριβώς είναι η κόλαση, ξέρεις. αυτή  η ατέλειωτη μοναξιά
Ας δούμε πιο αναλυτικά την οντολογία, γιατί  η γνωσιολογία συναρτάται άμεσα μαζί της.  Τι είναι πραγματικότητα στην περίπτωση του Στέφαν; Είναι ζωντανός ή νεκρός;
Μπαίνω στον πειρασμό να παραφράσω τον στίχο του Σεφέρη: τι είναι  ζωή τι μη ζωή και  τι τ΄ανάμεσό τους;
H αφιέρωση του βιβλίου στη μνήμη του Βασίλη μας φέρνει στη δική μας μνήμη το δημοτικό τραγούδι Του  νεκρού αδελφού, μια παραλογή  όπου, όπως θυμόμαστε, και εκεί συγχέονται τα δυο μεγαθέματα,  η ζωή και ο θάνατος. Υπάρχει ένας νεκροζώντανος, ένας αναστημένος νεκρός, ο Κωνσταντής, που επιστρέφει  στον κόσμο των ζωντανών και το γνωρίζει,  ενώ στο μυθιστόρημα της Χλόης  ο νεκρός Στέφαν παραμένει στον κόσμο των ζωντανών, αλλά το αγνοεί.
Στο δημοτικό η συνύπαρξη του νεκρού με τους ζωντανούς διασαλεύει τη φυσική τάξη και οι λαϊκές δοξασίες τη θεωρούν ανάρμοστη, με αποτέλεσμα για την αποκατάσταση της φυσικής τάξης των πραγμάτων να  προκαλείται ο θάνατος όσων ήρθαν σ΄ επαφή ή συνδέθηκαν μαζί του. Πρόκειται για μια  κοσμοθεωρία που συναιρεί αρχαιοελληνικά και χριστιανικά στοιχεία, με επικρατούντα τα χριστιανικά,  που αποβάλλουν  το αφύσικο και παράλογο, της  διείσδυσης του ενός κόσμου στον άλλο. Ούτε ο ζωντανός μπορεί να εισέλθει  στον κόσμο των νεκρών ούτε ο νεκρός να συνυπάρξει με τους ζωντανούς.
Παραδείγματα - ολίγα ομολογουμένως- στον αρχαίο ελληνικό κόσμο ανήκουν στο χώρο του μύθου. Οι μεγάλοι ήρωες  Οδυσσέας, Ηρακλής και Θησέας, αλλά και άλλοι, όπως ο Άδωνις συγγενική ονομασία του Άδη/ θανάτου, ο Ορφέας, συνδεδεμένος με τα Ορφικά μυστήρια,  οι Διόσκουροι, που  έχουν τις ρίζες τους σε θρησκευτικές δοξασίες, επισκέφτηκαν τον κόσμο των νεκρών και επέστρεψαν αλώβητοι.
Ο σκοπός πολλών αρχαίων πολιτισμών ήταν, η επ' αόριστον παράταση της ζωής,  ή άρση του θανάτου,  η κατάκτηση της αθανασίας κι εφόσον το σώμα είναι  φθαρτό, η φιλοσοφική θεωρία του δυισμού που συναντάται σε πολλές θρησκείες επιτρέπει στο άυλο τμήμα του ανθρώπου, την ψυχή,  να γευτεί την αθανασία. Η προετοιμασία της ψυχής γίνεται στον χρόνο των σαράντα ημερών, κατά τον οποίο  η ψυχή πλανάται ακόμα στον κόσμο των ζωντανών. Όλα αυτά γίνονται ανεκτά στο πλαίσιο του φανταστικού, με την ελπίδα ότι τα όρια ανάμεσα στους δυο κόσμους δεν είναι αδιαπέραστα, αλλά  ο ζωντανός μπορεί να επισκεφτεί το χώρο των νεκρών και να μάθει  τα μυστικά της αιωνιότητας.
Ο χριστιανισμός διαχώρισε τους δύο κόσμους με εξαιρέσεις λίγων ανθρώπων, του Λαζάρου, του γιου του εκατόνταρχου, της κόρης του Ιαείρου και φυσικά του θεανθρώπου Χριστού.
Στο χώρο της επιστήμης η επαναφορά ενός ανθρώπου στη ζωή μετά από μια ανακοπή π.χ. είναι το ευκταίο και δεν προκαλεί κανένα προβληματισμό. Ο προβληματισμός προκύπτει από τον φόβο που προκαλεί η άγνοια, η άγνοια  για το επέκεινα της ζωής ή για το ενδιάμεσο διάστημα προετοιμασίας της ψυχής. Αφηγήσεις ανθρώπων που επανήλθαν μετά από επεισόδια ανακοπής ανήκουν στο χώρο της παραψυχολογίας, καθώς η επιστήμη δεν μπορεί να δώσει κάποια πειστική ερμηνεία. Έτσι το θέμα μπορεί να τροφοδοτήσει τον χώρο της θρησκείας, όπου  κυριαρχεί η πίστη, η αποδοχή  δηλαδή του αναπόδεικτου και  όπου η λογική είναι περιορισμένη και βεβαίως την τέχνη.
H οντολογία του μυθιστορήματος λοιπόν εστιάζει στη μεταφυσική,   καθώς εξετάζει το επέκεινα της ζωής.
Στον βοηθό του κυρίου Κλάιν η Χλόη υιοθετεί  τη δοξασία με κύρια προέλευση ανατολική για την κατάσταση μπάρντο, κατά την οποία η ψυχή του νεκρού παραμένει για σαράντα μέρες στον κόσμο των ζωντανών.
Τι εξυπηρετεί η παραμονή αυτή;
Ένας νεκρός ανάμεσα στους ζωντανούς, μπορεί να κάνει ανασκόπηση της ζωής του, να συνειδητοποιήσει τα σφάλματά του και  να προετοιμάσει την ψυχή του για την αιωνιότητα.
Ο  δυισμός  εστιάζει στην κατάσταση προετοιμασίας  της ψυχής. Μετά το ατύχημα το σώμα του Στέφαν συνεχώς φθίνει, η μάζα του μειώνεται, οι αισθήσεις του ατονούν, όλο και περισσότερο βυθίζεται σε βαθύ ύπνο.
143 βάζει το παντελόνι του, αλλά αυτό πια του πέφτει τόσο πολύ, παρά τη σφιχτή ζώνη που προσπαθεί να το συγκρατήσει
188 κάνει μια προσπάθεια να ξαναβάλει τον εαυτό του μέσα στο σώμα του και το σώμα του μέσα στη φόρμα του
204 το παντελόνι του χωράει άλλους δυο σαν αυτόν και η μπλούζα του πλέει
χάνει κιλά
202 χάνω τη γεύση μου

Πολιτική φιλοσοφία - πολιτισμός- Ηθική
Τι είναι  πολιτική; Ό,τι σχετίζεται με την πόλη. Και η πόλη; ετυμολογικά σχετίζεται με τους πέλας, τον πλησίον, το πολύς, το πλήθος. Και τι είναι πολιτισμός; το δημιούργημα εντός πόλεως, που απευθύνεται στο κοινωνικό σύνολο και στοχεύει στην πρόοδό του.
Γύρω από τον Στέφαν συνυφαίνονται τα προβλήματα της ανθρωπότητας, η αποτυχία του ανθρώπινου πολιτισμού.
Ήταν σίγουρα παράξενοι καιροί, αρχές του εικοστού αιώνα κι ο άνθρωπος στην αλυσίδα της εξέλιξης, αντί να ορθώνεται γονάτιζε και άφηνε όλο και περισσότερο τον χιμπατζή  να κυριαρχεί στον εγκέφαλό του . Πόλεμοι μαίνονταν, μια τεράστια οικονομική κρίση μάστιζε τον κόσμο, όλο και περισσότεροι άνθρωποι κουβαλούσαν το σπίτι τους στην πλάτη, παιδιά πνίγονταν στη θάλασσα.-
Ο κύριος Κλάιν είναι αφεντικό στην παλιά πόλη, την περιοχή του περιθωρίου, της βίας και των ναρκωτικών, όπου ο Μπίλλυ δούλευε γι αυτόν. Οι άνθρωποι της Παλιάς πόλης είναι ο κόσμος των απόκληρων, των κολασμένων.: η παλιά πόλη είναι ένα χωνευτήρι. Όποιος μπαίνει εκεί δεν ξαναβγαίνει.
Η Χλόη  παρουσιάζει με έναν  ρεαλισμό  στα όρια  της αντοχής σκηνές φρίκης από βομβαρδισμούς και το θαλάσσιο ταξίδι των προσφύγων που καταλήγει  στον πνιγμό του Σβεν με την αφοπλιστική ειλικρίνεια ενός  παιδιού και την στέρεη επιχειρηματολογία ενός ενήλικα,  ενώ η επιλογή του  πρωτοπρόσωπου ομοδιηγητικού αφηγητή οδηγεί την  ένταση σε κορυφαία επίπεδα.
Ο Σβεν, το νεκρό παιδί αφηγείται:161
167 Δεν ξέρω γιατί άρχισε ο πόλεμος . Δεν έχει σημασία εξάλλου. Η μαμά μου λέει ότι πάντα υπάρχει μια αφορμή, δηλαδή ένας ψεύτικος λόγος που καλύπτει τον πραγματικό. Ο αληθινός λόγος έχει να κάνει πάντα με εξουσία, χρήμα και δύναμη. Την εκμετάλλευση του αδύναμου από τον δυνατό. Πάντα, λέει η μαμά, στην ιστορία οι άνθρωποι μεταμφίεζαν τον αληθινό λόγο, άλλοτε τον έντυναν με άμφια και ιερά και τον βάφτιζαν σταυροφορία, , άλλοτε του κολλούσαν  μια ιδεολογία και τον βάφτιζαν απελευθερωτικό ή δημοκρατικό υπέρ των ανθρώπινων δικαιωμάτων, των μειονοτήτων που καταπιέζονται, κουλουπού κουλουπού, πάντα όμως, έλεγε η μαμά μου, πίσω από κάθε πόλεμο βρισκόταν ένας Κάιν και ένας Άβελ. Αδέλφια που μάλωναν ποιος θα φάει τη φακή του άλλου.

Εμένα η ζωή μου ήταν από την αρχή σημαδεμένη τράπουλα. …Θα ολοκληρωνόμουν μέσα στον ίδιο τον κύκλο μου και η μόνη διαφορά που θα έκανα ποτέ θα ήταν στη ζωή της μαμάς μου. Ίσως γι΄αυτό μου δόθηκε  η Αποστολή.
και δεν είναι   ο μόνος: 205 είμαστε πολλά, πάρα πολλά, κάθε μέρα και περισσότερα
Γι αυτό ζητά από τον Στέφαν να δώσει την καρδιά του για ένα συγκεκριμένο παιδί  σ΄ ένα νοσοκομείο στην παλιά πατρίδα.
Δέχομαι, χαμογελάει ο Στέφαν.
Δέχομαι, επαναλαμβάνει.
Δέχομαι, φωνάζει δυνατά και η φωνή του αντηχεί στο χολ, καθώς κάνει μια περιφορά με τα χέρια τεντωμένα διάπλατα γύρω από τον εαυτό του.
206  Δίνει έτσι μια λύση, γίνεται δότης ενός βασικού οργάνου ζωής με το συμβολισμό που έχει, της έδρας των συναισθηματικών λειτουργιών.
Μια ζωή τελειώνει και μια νέα αρχίζει, Ο νέος κόσμος  που αχνοφαίνεται  προϋποθέτει μια στενή ανθρώπινη σχέση, την ανθρωπιά, ως διαφυγή από τον σαθρό κόσμο μας.
Η αγάπη ως πράξη είναι  το ευρύτερο πολιτικό μήνυμα, ως συνειδητή ενεργός συμμετοχή , ως συμπαράσταση και βοήθεια στον πόνο, την δυστυχία, τη φτώχεια, την αδικία, την προσφυγιά.
 Ως αναγνώστης βρίσκεσαι μέσα στην πολυκατοικία και ανεβοκατεβαίνεις μαζί με τον Στέφαν τους ορόφους διεισδύοντας στο εσωτερικό των διαμερισμάτων - ψυχών. Ο παντογνώστης αφηγητής είναι  η επιβεβλημένη επιλογή αφήγησης για να γνωρίσουμε τόσες βασανισμένες ψυχές,.
Η Χλόη Κουτσουμπέλη επενδύει στον άνθρωπο, επενδύει στην αγάπη. Γι΄αυτό οι ήρωές της δεν είναι άψυχα δημιουργήματα μιας νωχελικής  συγγραφής σε ένα αναπαυτικό γραφείο. Έχει  γεννήσει τους ήρωές της. Τους κυοφόρησε στην οδύνη της απώλειας και  τους γέννησε  στην ελπίδα της ίασης.
Μόνον η αγάπη: Αυτό είναι το ηθικό μήνυμα που ακούγεται από το στόμα ενός νεκρού παιδιού που προσπαθώντας να ξεφύγει από τον παραλογισμό του πολέμου και τον θάνατο βρίσκει το θάνατο από πνιγμό κάπου στα νερά της Μεσογείου.

Ιστός αράχνης είμαστε, ακούει τη φωνή της μητέρας του τότε να λέει , ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι  ανάμεσα στους άπειρους κόσμους, κάποιος μας φυσά κι εμείς ξεκολλάμε και ταξιδεύουμε στα Σύμπαντα. Του εδώ και του Αλλού. Και μόνον η αγάπη είναι η συγκολλητική ουσία, η επιλογή μας, αυτό που μπορεί να δώσει κάποιο νόημα στην παράξενη περιπέτεια, στο Χάος της ζωής μας.

Αλλά υπάρχει και συμπλήρωση:
177 ξαφνικά είχε την αίσθηση ότι η Μπόννυ του έλεγε κάτι πολύ σημαντικό, ότι του έδινε ένα κλειδί, τον βοηθούσε να λύσει ένα αίνιγμα.
176 εκείνο το τυρόψωμο που έφτιαξες για τους άπορους στην κουζίνα μου ίσως ήταν και η πιο χρήσιμη πράξη της ζωής σου, νεαρέ μου
178 βοήθησες και βοηθώντας βοηθήθηκες
179 Αγαπήθηκα… κάποια μητέρα με αγάπησε άνευ όρων, υπήρξα κομμάτι ευλογημένης μήτρας…

Εν τέλει,   τι είδους βοήθεια παρέχει ο Στέφαν ως  βοηθός του κυρίου Κλάιν; Αν ο κ. Κλάιν δεν είναι άλλος από τον θάνατο, ή τον Γκάμπριελ Κλάιν,  τον αρχάγγελο Μιχαήλ,  τον αρχαίο ψυχοπομπό Ερμή, ποιος  είναι  ο ρόλος ενός ανθρώπου δίπλα του, ενός ανθρώπου που  μάλιστα βρίσκεται στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου; Και σε ποιον προσφέρεται η βοήθεια αυτή;
Όταν ο Στέφαν  παίζει μαζί του ζάρια, ξέρει ότι δεν έχει επιλογή, όπως κι ο Διγενής στα μαρμαρένια αλώνια. Η  ανθρώπινη μοίρα είναι η θνητότητα. Η Πάροδος της Αντιγόνης  αναγνωρίζει στον θάνατο τα όρια της ανθρώπινης δεινότητας και η Αντιγόνη το αποδέχεται, όχι όμως ως το χειρότερο κακό.
θανουμένη γαρ εξήδη, τι δ΄ου; (το ' ξερα πως θα πεθάνω, πώς όχι;)
Ο θάνατος και στην περίπτωση του Στέφαν γίνεται  συνειδητή επιλογή, έχει τη συναίνεσή του.  Αφού συνειδητοποιήσει τα σφάλματά του, ακόμα κι εκείνα που διέπραξε με αγαθές προθέσεις, ως  νεκρός ανάμεσα στους ζωντανούς, μπορεί να συνυπάρχει με νεκρούς, αλλά και με πρόσωπα που βρίσκονται στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου, με ζωντανούς νεκρούς της καθημερινότητας. Το νεκρό παιδί, θύμα του παραλογισμού της σύγχρονης ζωής, γίνεται ο μεσάζων σωτηρίας, ένας  σωτήρας που θα οδηγήσει τον Στέφαν να βρει σκοπό ύπαρξης στο τελευταίο  μικρό διάστημα της επίγειας ζωής του. Στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου λοιπόν αποκαλύπτεται το μυστήριο, διαπιστώνεται το νόημα και ο σκοπός της ζωής.
Σημασία έχει πριν πεθάνεις να δώσεις νόημα και σκοπό στη ζωή σου, ώστε ο θάνατος σου να γίνει ευεργετικός για τη ζωή των ζωντανών, κι αυτό να το κάνεις από αγάπη.
Από αγάπη θα συγκατατεθεί πρόθυμα ο Στέφαν να δωρίσει την καρδιά του. Είναι  η προσωπική υπέρβαση, η υπέρβαση του εγώ στο συλλογικό και πανανθρώπινο εμείς. Ο Στεφαν με την προσωπική του ενδοσκόπηση απεγκλωβίζεται από την εγωιστική του προσήλωση, απελευθερώνει τις δυνάμεις του, για να οδηγήσει τους ενοίκους στην προσωπική τους απελευθέρωση. Είναι μια σχέση αμφίδρομη. Ο Στέφαν θα επηρεαστεί από την παρουσία των ενοίκων, αλλά και η δική του παρουσία θα αποβεί καταλυτική στα δικά τους αδιέξοδα.
Το φιλοσοφικό μήνυμα του βιβλίου: ο απελεύθερος δεσμώτης απελευθερώνεται από τα δεσμά του φόβου που προκαλεί ο εγωισμός και η  άγνοια  και απελευθερώνει με την αγάπη του τους υπόλοιπους από τη δυστυχία.  Η παρουσίαση στον μικρό περιορισμένο κόσμο μιας πολυκατοικίας που γεωγραφικά μπορεί να ενταχθεί παντού και πουθενά,  σε έναν  σαραντάημερο της σύγχρονης εποχής χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις και πρόσωπα με ονόματα σημαίνοντα, όπως στις προφορικές λαϊκές αφηγήσεις πλατειάς απήχησης, προσδίδει την ευρύτητα που απαιτεί το θέμα.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Κάνε άλμα πιο γρήγορο από τη φθορά, έγραψε ο Ελύτης. Το άλμα αυτό για τη Χλόη Κουτσουμπέλη είναι η αγάπη, τα έργα αγάπης που αφήνεις πίσω σου.
Ένα τέτοιο  δώρο αγάπης μας άφησε η Χλόη, τον Βοηθό του κυρίου Κλάιν.






Scribo, ergo sum: Η ποίηση δεν είναι ιδιότητα∙ είναι ταυτότητα. Χλόη Κουτσουμπέλη, Tο σημείωμα της οδού Ντεσπερέ




Γράφω ακόμα (πρόσωπο α΄): Έτσι μας συστήνεται η ποιήτρια εξαρχής, στο πρώτο κιόλας ποίημα, τον πρόλογο, όπως τον ονομάζει. Αυτό είναι το στίγμα του δημιουργού. Για να καταλήξει στο τελευταίο, τον επίλογο: Είσαι μια συλλογή ποιημάτων που τελειώνει. (πρόσωπο β΄).
    Είναι αυτό το ακόμα που συνείρει το «είμαστε ακόμα ζωντανοί», κι αυτό στη σκέψη «ζω και γι΄αυτό μπορώ και γράφω, ή γράφω, γι΄ αυτό μπορώ και ζω:  γράφω, άρα υπάρχω. Scribo, ergo sum. Η ενέργεια της ποιητικής γραφής  δεν αποτελεί απλό χαρακτηριστικό ή ιδιότητα: είναι η ίδια η ταυτότητα του ποιητή, ο συνδετικός κρίκος με τη ζωή και την ύπαρξη. Η ύπαρξη ταυτίζεται με την ποίηση, η ποίηση αποδεικνύει την ύπαρξη και αργότερα σηματοδοτεί και νοηματοδοτεί την ύπαρξη.

1  Πρωταρχική ενέργεια η ποίηση, και μέσω αυτής οι προσωπικοί ψίθυροι στην προσπάθεια επικοινωνίας κοινοποιούνται, δημοσιοποιούνται: γίνονται ποιήματα.
Ο καλύτερος τρόπος
Να ψιθυρίσεις κάτι αυστηρά προσωπικό
Είναι να το φωνάξεις σε χωνί
Στο μέσον της πλατείας
Και, κάπως έτσι,
Κάποιος κάπου κάποτε
Έγραψε τον πρώτο στίχο

2 Ο χρόνος που κυλά, η ίδια η ζωή αναγνωρίζονται ως  ποίηση.
Ένας λαγός με μεγάλες δρασκελιές 
Διασχίζει τη μέρα της
Υποτίθεται πώς είσαι ποίημα; Τον ρωτάει

3 Ποιήματα είναι τα αγέννητα παιδιά της Αντιγόνης.
Κάθε μέρα η Αντιγόνη ποτίζει λάχανα
Μήπως κι από μέσα ξεπηδήσουν
Τα έμβρυα που δεν κυοφόρησε ποτέ.
Το αποκαλεί γραφή. 42


4 Η ποιήτρια καθιστά κοινωνό τον αναγνώστη στη διαδικασία της γραφής (μυθιστόρημα, ποίημα ή δοκίμιο), γιατί κρίνει ότι δεν μπορεί να μη μοιραστεί μαζί του  αρκετή δόση μαγείας:
Έτσι , φίλοι μου, γράφονται τα ποιήματα,
Τις σκοτεινές νύχτες του καλοκαιριού στο Πήλιο 32
Αλλού όμως αγανακτεί   που ο αναγνώστης θα γίνει αδιάκριτος
 λαθραναγνώστης,
κανίβαλος που θα τραφείς από τη σάρκα μιας αγάπης.
Η γραφή αποτελεί ένα σκληρό, εξοντωτικό και δύσκολο μάθημα ζωολογίας, γι’ αυτό αντιδρά έντονα σε όσους δεν κατανοούν την ποιητική πράξη - μετουσίωση, αλλά αντιμετωπίζουν με  ελαφρότητα τον έρωτα και τη γραφή, τους οποίους ειρωνεύεται:
Λογοτεχνία είπαμε πως κάνουμε
Δεν ερωτευόμαστε ποτέ στ αλήθεια  40 και
Είσαι σκέτη λογοτεχνία, μου πέταξε τότε θυμωμένα 22

5 Το παρελθόν με το πέρασμα του χρόνου  που ολοένα μακραίνει δείχνει το απόσταγμά του: πικρά, αλλά ξεκάθαρα συμπεράσματα. Οι απογοητεύσεις, οι διαψεύσεις και οι ανατροπές, οι πικρές αναμνήσεις από ερωτικούς συντρόφους ή το οικογενειακό περιβάλλον, η κούραση, η μοναξιά, ο χρόνος που περνά χαράζοντας παγόβουνα ρυτίδες στο πρόσωπο,  εντούτοις καταλήγουν στο συμπέρασμα της Αντιγόνης:
Το μίσος είναι κόσμος άκοσμος.
Μισός
Η αγάπη όμως
Δεν γερνά ποτέ.

6 Ο έρωτας ταυτίζεται με την ποίηση
Όταν έγινε πενήντα εφτά το αντάλλαξε (το ερωτικό  σώμα)
 Μ ένα ζευγάρι κόκκινες γαλότσες
Για να γράφει ζεστά ποιήματα 
Το ερωτικό σώμα ανταλλάσσεται με την πράξη της ποιητικής γραφής

7. Οι υπαρξιακές αναφορές είναι συχνές και έντονες
ήρθαμε άραγε ταγμένοι
Ή είμαστε μονάχα
Νυκτόβια τυφλά όντα
Που τρυπάμε μάταια το σκοτάδι
Απέλπιδες ανθρακωρύχοι
Ανόσιοι τυμβωρύχοι
Σκαπανείς;
Με το α'  πληθυντικό της συλλογικής μοίρας
Ίσκιοι παραμένουμε ως το τέλος
Και
ΗΓ μεγάλη πολική νύχτα απλώνεται στον κόσμο
Το χιόνι λευκή αρκούδα  θα καταπιεί τη γη.
Όλα γύρω μας γερνούν.
Παγόβουνα ρυτίδες στην επιφάνεια του προσώπου

Τι άραγε θα έχει απομείνει από μας  σ΄ αυτή τη γη;
Σκόνη στα δάχτυλα κάποιου θεού που θα φυσήξει
Καθώς αναρωτιέται ποιο είναι αυτό που αξίζει να μείνει ως μοναδικό στοιχείο από τον καθένα μας, στοιχείο της ύπαρξής μας,  αυτό που δίνει νόημα και σκοπό στη ζωή μας ανακαλύπτει  την απάντηση στην ποίηση. Η ποίηση είναι η δικαίωση της ύπαρξης:
Και κάποιος είπε
Ένα μονάχα στίχο να προλάβουμε να αρθρώσουμε
πριν μας καταπιεί σκοτάδι    
Για να καταλήξει ότι  ποίηση είναι, όχι απλά το υψηλότερο στάδιο της ζωής μας, αλλά  η ίδια η ύπαρξή μας.
Είσαι μια συλλογή ποιημάτων που τελειώνει.

   Στο Σημείωμα της οδού Ντεσπερέ Ποίηση, ύπαρξη και αγάπη συμπορεύονται, κι από τα τρία η ποίηση είναι αυτό που μένει τελικά. Και δεν είναι μια προσωπική εκδοχή. Οι ήρωες της παγκόσμιας λογοτεχνίας, από την αρχαία ελληνική γραμματεία, τους μύθους και την ξένη λογοτεχνία, προσδίδουν μια ευρύτερη προοπτική. Σε μια πολυεπίπεδη συλλογή με καίρια δίπολα τον μύθο και τον λόγο, το παρόν και το παρελθόν, το σώμα και το πνεύμα, τη ζωή και το θάνατο,  ο λόγος μεταφορικός, συμβολικός, τολμηρός -ένας λόγος σημαίνων- με την βασίλισσα των εκφραστικών μέσων, την εικονοποιία, μετουσιώνει την  ίδια την ύπαρξή μας σε ποίηση.



Δευτέρα 25 Απριλίου 2011

Χάρης Βλαβιανός: Σονέτα της συμφοράς


Σονέτα της συμφοράς: Πίσω από την ιδιότητα του ποιητή ο άνθρωπος αναζητεί -μέχρι και τον τελευταίο στίχο της συλλογής- την ταυτότητά του [ή την ποιότητα;].

   Στη συλλογή  Σονέτα της συμφοράς εντοπίζεται ένα ευρύ θεματικό πλαίσιο, αλλά η προσωπική ζωή κυρίως γίνεται τροφή για την αδηφάγο ποίηση: πλήθος ατομικών άτυχων  στιγμών, πικρές αναμνήσεις, απώλειες (θάνατος, αρρώστια έως θανάτου),  απογοητεύσεις από τον ποιητικό περίγυρο αιτιολογούν το ήμισυ του τίτλου. Σ΄ αυτό το θεματικό πυρήνα  θα πρέπει να συνυπολογίσουμε εμπειρίες που ήταν συμφορές, αλλά και σύμφορες τελικά: «αν δεν είχες ναυαγήσει δε θα ήσουν σε θέση να γνωρίζεις ποια αντικείμενα θα ξέβραζε η θάλασσα».

  Για την άλλη λέξη του τίτλου της συλλογής επιλέγεται  η περιορισμένα αναπτυγμένη και ξεχασμένη φόρμα του σονέτου στην Ελλάδα  από την εποχή των παρνασσιστών, και μάλιστα στον ανομοιοκατάληκτο 15σύλλαβο στίχο του δημοτικού τραγουδιού. Το αφηγηματικό ύφος -που έρχεται ως εξαίρεση στο λυρισμό του σονέτου- αποδίδει μια στενή σχέση με τον αναγνώστη, τον οποίο καθιστά ακροατή - κοινωνό των στοιχείων μιας πλούσιας αυτοβιογραφίας. Εντοπίζονται δύο «εσύ»: 1.  το διακριτικό  «εγώ» του ποιητή- αφηγητή, που παρουσιάζεται στον αναγνώστη σαν ένα πολύ γνωστό του πρόσωπο και 2. το εσύ του αναγνώστη –ακροατή. Μέσω αυτών των δύο «εσύ» το προσωπικό και το μερικό  γίνεται πανανθρώπινο.

        Όμως τελικά ο ποιητής δε χρειάζεται να πει πολλά στον  έμπειρο αναγνώστη.  Οι περιπέτειες των λογοτεχνικών προσώπων είναι τόσο οικείες σα να συζητά μαζί τους τα βράδια του, τα πρόσωπα γίνονται σύμβολα, οι συγγραφείς  δημιουργούν στάσεις ζωής, ο εποχές και οι γεωγραφικοί χώροι δίνουν το στίγμα έκφρασης. Η σχέση που καλλιεργείται είναι μια σχέση μυημένων στη γλωσσομάθεια, στη ιστορία, στη φιλοσοφία, στη λογοτεχνικά είδη, στην ποίηση. Ο ποιητής αίρει τον αναγνώστη του και αίρεται μαζί του στους πνευματικούς αιθέρες. Προσφέρει τον εαυτό του, αλλά δεν προσφέρεται στον οποιονδήποτε, για να αξιώσει τον αναγνώστη που θα τον αγγίξει σαν τρυφερό παιδί που έχει ανάγκη το παρηγορητικό χάδι. Πολλές φορές αποκαλύπτεται μέσω λεξιλογίου λαϊκού έως χυδαίου κι η ενσυνείδητη αναζήτηση αποκτά χαρακτήρα δραματικό. Οι  ατέλειωτες φράσεις λειτουργούν τότε ως ποιητικό παιχνίδι με τον αναγνώστη μεταξύ τους ή ως ανάγκη διαφυγής από τη συναισθηματική φόρτιση. Αντίθετα ο φτωχός αναγνώστης θα πρέπει να προσπαθήσει πολύ κι ίσως  δεν καταλάβει.

Ο λόγος, αφηγηματικός στις λεπτομέρειες, δεν παρασύρεται σε λυρικές εκρήξεις εκεί που τα γεγονότα είναι από δραματικά έως τραγικά. Το συναίσθημα, μεταμφιεσμένο σε λόγιες εκφράσεις, ξενόγλωσσες φόρμες, ελέγχεται στα όρια της ψυχρότητας, εντούτοις  ο αναγνώστης αξιώνεται την ανέλπιστη εκμυστήρευση πολύ προσωπικών στιγμών και λεπτομερειών της προσωπικής και οικογενειακής ζωής, καθώς ο ποιητής δείχνει αποφασισμένος να  την εκθέσει δημόσια. Προσωπικά και οικογενειακά βιώματα αναδύουν οσμή πικρή, αν και καλυμμένη σε λόγιες φόρμες.. Με τις επιδράσεις της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας και ιδιοσυγκρασίας, των νοητικών διεργασιών ακόμα και στην απουσία του γέλιου ή χαμόγελου, το  πάθος εσωτερικεύεται μ΄ έναν τρόπο που δε θα τον χαρακτήριζες ελληνικό.   Το ερώτημα για τη χρησιμότητα της ποίησης  στην προσωπική ευδαιμονία  επανέρχεται πιεστικό,  όταν τα ερωτήματα δεν έχουν απαντηθεί και «οι δικοί σου τοίχοι έχουν ακόμη πολλά να πουν». Δε μένει παρά να ορίσουμε τις διαβαθμίσεις της σάτιρας:  ψίθυρος, πικρία, σιγανή κραυγή ή αυτοσαρκασμός. Η προσωπική ταυτότητα συνεχώς αναζητείται ως μια ψυχαναλυτική αφήγηση στο ντιβάνι, όπου ο ασθενής -αν και πολλά πάσχων- δε φτάνει στην αυτολύπηση, αλλά στον αυτοσαρκασμό. Ο ποιητής έχει στήσει την προσωπική του περσόνα σε κοντινή απόσταση και την πυροβολεί μέσω του β ενικού πρόσωπου,  ως αποστασιοποίηση και αναγκαία συναισθηματική απόσταση για την εκμυστήρευση. Ο λόγος, αν αφηνόταν ελεύθερος πίσω από τις λόγιες φόρμες που τον συγκρατούν, θα γινόταν χείμαρρος.


Τετάρτη 21 Ιουλίου 2010

ΤΟ ΑΘΕΑΤΟ

ΤΟ ΑΘΕΑΤΟ

Δεν είναι δύσκολο το αθέατο
μα θέλει οφθαλμό γυμνό
και δόντι καθαρό να το μασήσεις.
Ακόμη και στο χέρι μας χωρεί
αναμεσός στη διψασμένη αφή
και στις γραμμές της μοίρας.
Ούτε βαρύ ούτε ελαφρύ.
Σαν βότσαλο που σκύψαμε
στη θάλασσα να βρούμε
και το πετάξαμε μ’ορμή
να κρούσει το αιώνιο.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΡΟΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ.

Το ποίημα με την απλούστευση της αρχαΐζουσας φράσης «γυμνό οφθαλμό» και την κατάληξη στο λαϊκό ύφος της αργκό «δόντι καθαρό» επιχειρεί μια σύζευξη διαφορετικών υφολογικών επιπέδων, κάνοντας κοινωνούς του ποιητικού μηνύματος ανθρώπους όλων των κοινωνικών και πνευματικών επιπέδων, αφού όλοι είναι μέτοχοι του θέματος.

Υιοθετεί μια αισιόδοξη προοπτική , σ’ ένα κλίμα οικειότητας που επιτυγχάνει το β’ ενικό πρόσωπο, που προϋποθέτει ότι ο ίδιος έχει κάνει μια προσέγγιση και ήδη έχει διαπιστώσει ευκολία στην πρόσληψή του.

Ακολουθεί η κυρίαρχη αίσθηση αφή , στην οποία εστιάζεται η πρόσληψη (αναμεσός) . Το χέρι είναι αυτό στο οποίο είναι ανεξίτηλα χαραγμένα τα σημάδια της μοίρας (χειρομαντεία).

Ακολουθεί το ζύγισμα (ψυχοστασία): ούτε βαρύ ούτε ελαφρύ, στα μέτρα των δυνατοτήτων μας , αποφυγή ακραίων επιλογών, το μέτρο του Αριστοτέλη και του Επίκουρου.

Η ευκολία του αναιρείται στο τέλος με την παραβολή -σύγκριση με θαλάσσιο παιχνίδι. Το παιχνίδι με τους αλλεπάλληλους κυματισμούς τις ώρες της φωτεινής καλοκαιρινής αναψυχής ξέρουμε ότι θα οδηγήσει σε σταδιακή εξασθένιση και τελικά σβήσιμο των κυματισμών. Μήπως η ορμή μας να κρούσουμε το αιώνιο (όπως κρούω τη θύρα για να μου επιτραπεί η είσοδος) ενέχει και την έννοια της σύγκρουσης ή απόκρουσης ; Η κρούση αυτή είναι που θα κρίνει την τύχη μας. Η ορμή με την οποία πετάξαμε το δικό μας μήνυμα (κυματισμός που προκαλεί αλληλεπιδράσεις και επηρεάζει τις επόμενες γενιές) θα κρίνει την τύχη της βολής.

Ο κεντρικός στίχος του ποιήματος, λειτουργώντας ως άξονας συμμετρίας, περιλαμβάνει τις γραμμές της μοίρας, ένα παράγοντα που είναι αναπόφευκτο ότι αποτελεί πεπρωμένο και σαν τείχος χωρίζει την επιθυμία από το στόχο. Και φυσικά δημιουργεί αναπάντητα ερωτηματικά για το αποτέλεσμα της βολής.

Ο τίτλος βέβαια” α-θέατο” ακυρώνει το αποτέλεσμα της προσπάθειας , δεν ακυρώνει όμως την ίδια την προσπάθεια: σκύψαμε, να βρούμε, πετάξαμε το ά πληθ. πρόσωπο δηλώνει τη συλλογική προσπάθεια στην οποία εντάσσεται ο αφηγητής.

Τελικά όλα θα κριθούν από το γυμνό οφθαλμό και το καθαρό δόντι: χωρίς προκαταλήψεις και δογματισμούς , με αγνότητα και καθαρότητα ψυχής εξασφαλίζεις τη σωστή μέθοδο για να μπορέσεις να προσπαθήσεις να δεις αυτό που εξ ορισμού (αθέατο) δε θα καταφέρεις ποτέ να προσεγγίσεις.

Τότε ποια είναι η αξία της προσπάθειας; Μια μάταιη κίνηση, μια τραγική τυφλή πορεία προς ένα στόχο που δεν ξέρεις καν αν υπάρχει. Που θα ήθελες να υπάρχει ως φωτεινό ορόσημο για να βρεις νόημα να δώσεις στη ζωή σου, να απαλύνεις το αίσθημα της απελπισίας και της ματαιότητας.

Σάββατο 10 Απριλίου 2010

"Πυρίμαχον σκεύος"


Η σκέψη: "Το ποταμίσιο φως κυλάει αρδεύοντας τις παρυφές των ονείρων»

"με τη συνοχή ενός παραληρήματος" της αυτόματης γραφής που γδύνει ανελέητα όσο και τρυφερά την ψυχή, την υπαινικτικότατα αλλού, όπου ο λόγος γίνεται "Αγία Σιωπή” σεβόμενη τα συναισθήματα. «Μια σιωπή πηχτή. Ακόμα και οι λυγμοί κοντοστέκονται στη κορυφή του στέρνου κάνοντας τον πόνο σωματικό».

«Η παύση είναι η εγκυμοσύνη του αναμενόμενου»

Ο λόγος κινούμενος από τις λόγιες φόρμες ως τα διαλεκτικά στοιχεία της γλωσσικής παράδοσης ζωντανεύει τα βασικά θέματα της ανθρώπινης ζωής: το θάνατο και τον έρωτα, «αφήνοντας μια υπόνοια φεγγαρόσκονης στον αέρα».

΄Oσο ο έρωτας κι ο θάνατος είναι οι πρωταγωνιστές της ζωής μας, θα μπορούμε να αναγνωρίζουμε το εαυτό μας στο "Πυρίμαχον σκεύος".

Μερικές σκέψεις περί ποιητικής

Πριν τη δημοσίευση του έργου τέχνης η διαδικασία της ποιητικής επικοινωνίας παραμένει ατελής: περιλαμβάνει μόνο τον πομπό –δημιουργό και το μήνυμα – ποίημα, αν και πρέπει στην πραγματικότητα να υπολογίσουμε και κάποια πρόσωπα προσκείμενα με μια σχέση στενής οικειότητας (συγγενικά και φιλικά), με τα οποία ο ποιητής «συνεργάζεται», πριν δώσει την τελική μορφή στο έργο του, ή απρόσωπης(;) επαγγελματικής συνεργασίας (εκδοτικός οίκος).

Από τη στιγμή της δημοσίευσης – δημοσιοποίησης του έργου τέχνης, στη διαδικασία της ποιητικής επικοινωνίας παραμένουν συνήθως δύο μόνο συνιστώσες : το μήνυμα και ο δέκτης του, ο αναγνώστης ο οποίος το προσλαμβάνει με τις προσωπικές του κεραίες . Η πλήρης ποιητική επικοινωνία (που περιλαμβάνει πομπό, μήνυμα και δέκτη ) είναι μια ευτυχής περίπτωση, που αποτελεί μια σπάνια εμπειρία.

Eυτυχώς ή δυστυχώς για το δημιουργό του, το έργο τέχνης παύει μετά τη δημοσίευσή του να του ανήκει αποκλειστικά, όταν ο ποιητής βρίσκεται εν ζωή, αλλά το μοιράζεται με τους δέκτες -αναγνώστες, ενώ σε άλλη περίπτωση παραμένει το μήνυμα- δημιούργημα – ποίημα μόνο του , μέχρι κάποιος εν δυνάμει αναγνώστης να το αναζητήσει. Ποια θα είναι η τύχη εκτίμησης του ποιήματος από κει και πέρα κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει. Ας μη σταθούμε στην υλική φθορά που αφορά κυρίως έργα του παρελθόντος , αν και κανείς μέσα στην επίγεια φθορά δεν μπορεί να εγγυηθεί τη διάσωσή των σημερινών έργων τέχνης.

Αναγκαστικά ο πομπός – δημιουργός –ποιητής θα πρέπει να υποστεί τις διαφορετικές μορφές λήψης, τα παράσιτα που παρεμβάλλονται ανάμεσα σ’ αυτόν και τον όποιο δέκτη: την οξεία ή μυωπική ποιητική όραση που διαθέτει ο δέκτης - αναγνώστης, την οπτική γωνία από την οποία λαμβάνει το μήνυμα, τις οικονομικές- κοινωνικές - πολιτικές - φιλοσοφικές και πολλές άλλες ήδη διαμορφωμένες απόψεις του.

Τετάρτη 7 Απριλίου 2010

Μες στο λευκό και μες στο μαύρο


ΜΕΣ ΣΤΟ ΛΕΥΚΟ ΚΑΙ ΜΕΣ ΣΤΟ ΜΑΥΡΟ
Δεκατέσσερις χειραψίες με το χρόνο
Χ

Είναι το άγγιγμα που θέλει
η ομορφιά
είναι το φίλημα που γίνεται
στον κήπο
είν' το θρινάκι που μιλάει
με τα στάχυα
πριν τα σηκώσει και τα δώσει στο βοριά.

Μες σ' ένα αλώνι που γυρίζει διαρκώς
χιλιάδες χρόνια
χιλιάδες κόκκοι που 'πεσαν στη γη
να πατηθούν και να βλαστήσουν.

Όλα κυλούν μες σ' ένα δάκρυ καθαρό.
Δ. Περοδασκαλάκης

Το κείμενο μονολογώντας φιλοσοφικά ανακινεί τον οικουμενικό και διαχρονικό διάλογο για τη θέση του ανθρώπου στον κόσμο «που του δόθηκε» να ζήσει, παρακάμπτοντας ή εκμηδενίζοντας την ελευθερία και τη βούλησή του, τοποθετώντας τον σ' ένα προδιαγεγραμμένο πλαίσιο, αποκαλύπτοντας την τραγικότητα της ύπαρξής του. Στο ποίημα οι φιλοσοφικές απόψεις ειδικότερα περιστρέφονται ή στροβιλίζονται γύρω από τη συμβολική ενέργεια της αγροτικής εργασίας του λιχνίσματος, που αποτελεί την τελική φάση ολοκλήρωσης του ετήσιου κύκλου της δημιουργίας, η οποία ξεκινώντας από το σπόρο που πέφτει με τη σπορά μέσα στη γη καταλήγει πάνω στη γη με το λίχνισμα.

Η πρώτη μας διαπίστωση κατά την ανάγνωση είναι η στενή σχέση με τη φύση, η καλή γνώση της αγροτικής ζωής,, η αξιοποίηση των συμβολισμών της. Το λίχνισμα για λόγους πρακτικής αναγκαιότητας συμβαίνει κατά το χρόνο του απογεύματος, αφού έχει προηγηθεί η προτελευταία φάση, το αλώνισμα, και συμβολικά αντιστοιχεί στην καμπή της ζωής. Τα αλώνια βρίσκονταν σε επιλεγμένα μέρη, ώστε να μπορούν να αξιοποιήσουν τη δύναμη του ανέμου, του οποίου η ένταση ενισχύεται το απόγευμα. Ο βοριάς και όχι άλλος άνεμος, ο πιο ισχυρός σε ένταση, είναι αυτός που μπορεί να παρασύρει τα άχυρα και να διαχωρίσει τον καρπό (στάχυα).
Αυτή η διαδικασία του λιχνίσματος γίνεται μια πράξη τρυφερή και ομιλητική, επικοι-νωνίας (κατά Δ. Ν. Μαρωνίτη) συμβάλλοντας στην ολοκλήρωση του κύκλου της ζωής. Όμως με μια αίσθηση απροσδόκητου, διάψευσης και ανατροπής, η ώρα της ολοκλήρωσης της φυσικής πορείας και διαδρομής, της δικαίωσης και συνειδητοποίησης, καταλήγει σε μια ώρα πικρή: ενώ ο άνθρωπος περίμενε την πληρωμή, ενώ θεωρούσε τον εαυτό του κυρίαρχο πρόσωπο σ' αυτή τη διαδικασία του κύκλου που διήνυσε ο σπόρος, αποδεικνύεται ότι είναι και ο ίδιος ένα παθητικό πρόσωπο, ένα πρόσωπο πάσχον.
Το αλώνι με το κυκλικό σχήμα του συμβολίζει τον κύκλο της ζωής και του θανάτου, την ανακύκλωση των στοιχείων, καθώς κάθε στοιχείο στην περιφέρεια του κύκλου σηματοδοτεί ταυτόχρονα την αρχή και το τέλος του. Έτσι όταν φτάσεις στο σημείο από το οποίο έχεις ξεκινήσει έχεις πραγματοποιήσει το σκοπό σου (τέλος), αλλά η πραγματοποίηση αυτή είναι και το τέλος = τέρμα. Δεν μπορούμε να παραβλέψουμε και την ετυμολογία της λέξης που παραπέμπει στην καταστροφή, από το αρχαίο αλίσκομαι. Από την ετυμολογία του αλωνιού από το αλίσκομαι προκύπτει το δάκρυ, καθώς και από τη διαπίστωση ότι αυτή η αδιάκοπη ροή και ανακύκλωση (τα πάντα ρει) συμπαρασύρει τα πάντα στο πέρασμά της και δυστυχώς ουκ αν εμβαίης δις εις τον αυτόν ποταμόν. Ο άνθρωπος έχει ελάχιστο κυματισμό στον αιώνιο κύκλο της ροής.
Το θρινάκι που μιλάει είναι η πιο καθοριστική στιγμή του ξεκαθαρίσματος. Ως τρίτο στοιχείο του ποιήματος (φίλημα, άγγιγμα, θρινάκι) μέσω του νόμου των τριών εστιάζει στην ανώτερη, έσχατη και ως εκ τούτου τελευταία κίνηση: μας τοποθετεί στο τέλος , στα άκρα, στην περιφέρεια, και όχι στο κέντρο. Η αρχαία άλως, ως κεντρικό τμήμα του γυναικείου στήθους, συνειρμικά λειτουργεί βέβαια και ως ζωοποιός δύναμη με τη διαδικασία του θηλασμού, υπενθυμίζοντάς μας τις μινωικές θεές της γονιμότητας. Η ζωογόνος δύναμή της όμως δεν είναι αρκετή να συντηρήσει τη ζωή, καθώς αυτή έχει ολοκληρώσει την πορεία και έχει φτάσει στο τέλος της. Επομένως αποκλείεται η δυνατότητα ερμηνείας του αλωνιού ως πηγή και κέντρου συντήρησης της ζωής.
Έτσι η ομορφιά που παρουσιάζουν οι δυο πρώτοι στίχοι, που οδηγεί στην ερωτική ατμόσφαιρα των δύο επόμενων (άγγιγμα, φίλημα (ο έρωτας είναι σημαντικός σταθμός στην πορεία της ζωής, εφόσον συμβάλλει στη συνέχιση της ζωής) και καταλήγει στη στιγμή της κάρπωσης, ενώ θα έπρεπε να δίνουν μόνο χαρά, αντίθετα καταλήγουν στην πικρή διαπίστωση ότι ολοκληρώνεται για μια ακόμη φορά ένας κύκλος ζωής κι αυτή η συμπλήρωση και ολοκλήρωση/ τελείωση/σκοπός/ τέλος/ τέρμα δεν είναι η κορύφωση που περιμέναμε, η δικαίωση, αλλά αναγκαστικά συνοδεύεται από τα πικρά συναισθήματα της απώλειας.
Πολλά εκφραστικά στοιχεία (ανοδική κίνηση, νόμος των τριών, κλιμάκωση) χρησιμο-ποιούνται για να τονίσουν την κατάληξη της ανθρώπινης διαδρομής, που συμβαδίζει με τη διάψευση και τη ματαιότητα του επίγειου: παρά τις καλές προσπάθειες και όλες τις ευοίωνες προοπτικές αποκαλύπτεται η αδυναμία του ανθρώπου να διαχωρίσει την τύχη του από εκείνη των υπόλοιπων δημιουργημάτων της φύσης: ένας μικρός κόκκος στο αλώνι και ο ίδιος, ασήμαντος, που τον περιμένει η ίδια τύχη με εκατομμύρια άλλους, και όχι ο σπουδαίος και ο ξεχωριστός, όπως αρχικά πίστευε.
Ένα ζουμ- κοντινό πλάνο στη στιγμή που ο άνθρωπος θέτει τη τελευταία πινελιά του έργου του και είναι έτοιμος να σταθεί στην άκρη περήφανος για το κατόρθωμά του. Ύστερα ο ποιητικός φακός απομακρύνεται σ' ένα ολοένα και μακρινότερο πλάνο : από το θρινάκι βλέπει το αλώνι και μετά με μια ιλιγγιώδη πορεία στον παρελθόντα χρόνο (χιλιάδες χρόνια), που προκαλεί υπαρξιακή ζάλη, σταματώντας σε πολύ κοντινά πλάνα (στους σπόρους που πατήθηκαν), αυτή η ισχυρή αντίθεση κοντινού και μακρινού, γενικού και μερικού, ατομικού και συνολικού , ύπαρξης και ουσίας αφήνει τον παρατηρητή - αναγνώστη ζαλισμένο και απελπισμένο στην ασημαντότητά του, άλαλο, άφωνο, χωρίς να μπορεί να αρθρώσει μια λέξη για να διαμαρτυρηθεί ούτε να υψώσει τον τόνο της φωνής του ή τα χέρια του σε μια επανάσταση . Η αθόρυβη, σιωπηλή αποδοχή/ εξωτερίκευση του εσωτερικού πόνου καθίσταται μια ροή δακρύων, όπως η αιώνια ροή των γεγονότων του Σκοτεινού Εφέσιου που συμπαρασύρει τα πάντα στο πέρασμά του. Το ποτάμι κυλά και θα κυλά αιώνια, μόνο που δεν μπορείς να μπεις παρά μια και μοναδική φορά στα νερά του. Ο ποταμός αυτός αποδεικνύεται τελικά ένας ποταμός δακρύων, ένας Κωκυτός, οριακός στη σχέση ζωής και θανάτου, εφόσον οδηγεί στη συνειδητοποίηση της τραγικής μοίρας του ανθρώπου, που ανακαλύπτει ότι δεν είναι το σπουδαίο και ξεχωριστό δημιούργημα, το πεφωτισμένο ον, αλλά ένα ον όπως όλα τα άλλο που υπακούει στους ίδιους νόμους φθοράς και μάλιστα αθώος και ακόμα χειρότερα με συνείδησή της τραγικότητας του.
Το θρινάκι, το όργανο της εργασίας, σε σχήμα συνεκδοχής εστιάζει την προσοχή μας στο όργανο αντί στην ίδια την εργασία που προϋποθέτει δρων πρόσωπο, απενοχοποιώντας έτσι την πρόθεση και την ευθύνη του. Στο 8στιχο κυριαρχούν τα ονόματα φωτογραφίζοντας στιγμιαίες, άχρονες ενέργειες (άγγιγμα, φίλημα) και το όργανο των εργασιών (θρινάκι) που υποθέτουμε ότι χειρίζεται ο άνθρωπος, ενώ στην πραγματικότητα ο ίδιος εμπλέκεται στη διεργασία του. Στο 4στιχο κυριαρχούν τα ρήματα σε χρόνο που τονίζει τις διαρκώς επαναλαμβανόμενες ενέργειες που υφίστανται (παθητική σύνταξη) τα περιεχόμενα του αλωνιού. Ενώ θα περιμέναμε η ανθρώπινη παρουσία να κινεί τα νήματα στο χώρο αυτό, η απουσία ενεργητικού ρήματος και η δήλωση της παρουσίας του μέσω ονομάτων που ενέχουν μια στατικότατα και επομένως διαχρονικότητα, μαζί με τον τελευταίο στίχο, όπου το δάκρυ βρίσκεται έξω από τον έλεγχό του επιβεβαιώνουν την αδυναμία του ανθρώπου όχι να παρέμβει και ν' αλλάξει τα γεγονότα, αλλά να διαμαρτυρηθεί καν, αφού κι αυτό ακόμα είναι μάταιο και άσκοπο.
Ο τελευταίος στίχος με την παρήχηση των υγρών συμφώνων (2 λ όλα κυλούν, 2ρ δάκρυ καθαρό) ζωντανεύει παραστατικά την εικόνα και τον ήχο της ροής των δακρύων. Ο άν-θρωπος είναι τραγικά αθώος, θύμα αυτής της αέναα επαναλαμβανόμενης διαδικασίας που τον συμπαρασύρει χωρίς να τον ρωτά και χωρίς να τον λαμβάνει υπόψη του, εφόσον δε διαφαίνεται ούτε λάθος ούτε αμαρτία ούτε ύβρις. Χωρίς κανένα επιλήψιμο σημείο εκ μέρους του ανθρώπου που συμμετέχει σ' αυτό τον αιώνιο κύκλο, χωρίς καμιά ευθύνη, το δάκρυ του κυλά καθαρό, όχι όμως και εξαγνιστικό. Η κάθαρση ως το τελευταίο στάδιο αυτής της αιώνιας τραγωδίας σκόπιμα απουσιάζει καθιστώντας τραγικότερη την τραγωδία χωρίς λύτρωση. Το δάκρυ είναι βουβό χωρίς θεατές να συγκινήσει, εφόσον όλοι είναι ταυτόχρονα ηθοποιοί και θεατές, παρακολουθούν και βιώνουν το αιώνιο δράμα τους. Η ελπίδα είναι απούσα, καθώς τόσες χιλιάδες χρόνια κανείς από μηχανής θεός δεν μπόρεσε να δώσει λύση στο πανάρχαιο δράμα.
Η ανοδική κίνηση που εικονοποιείται με το θρινάκι προϋποθέτει με το φυσικό νόμο της βαρύτητας την καθοδική πορεία, την αντίστροφή της. Η άνω και η κάτω οδός μία και ωυτή του Ηράκλειτου, οι δύο αντίθετες εκδοχές της ίδιας ενέργειας συμπληρώνοντας η μια την άλλη ολοκληρώνουν τον κύκλο της δημιουργίας και της φθοράς καταλήγοντας στην παλίντροπο αρμονία, αφανή και ως εκ τούτου μυστήρια, την οποία ο άνθρωπος δεν μπόρεσε ποτέ να αποτρέψει ή να ανατρέψει.
Η ομορφιά και ο έρωτας οδηγούν σε μια πορεία τελείωσης, που είναι ο τερματισμός της πορείας, και οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες της αιώνιας κάρπωσής τους είναι μια ματαιοπονία που συνειδητοποιεί κανείς μόνο στο τέλος ή όταν προσπαθήσει να δει συνολικά τη διαδικασία του κύκλου, όταν θέλει να κάνει ένα γενικό απολογισμό, μια σφαιρική θεώρηση αναζητώντας τη θέση του στο χώρο και στο χρόνο και συνακόλουθα το νόημα της παρουσίας του, τις δυνάμεις που κινούν την ύπαρξή του, τα όρια της ελευθερίας του, τις δυνατότητας επιλογών του. Ο αποκλεισμός μιας δεύτερης δυνατότητας , μιας επανέναρξης της κυκλικής πορείας θα μπορούσε βέβαια να σκεφτεί κανείς ότι θα έκανε πιο ουσιαστική την εδώ παραμονή μας, με την προϋπόθεση ότι αποδέχεται τον παθητικό ρόλο του ανελεύθερου επιλογέα, του κινούμενου εντός πεπερασμένου χώρου με πεπερασμένες δυνατότητες που αναρωτιέται αν έχει άραγε την ικανότητα να αναζητήσει και να βρει μια ικανοποιητική απάντηση ή θα είναι ένα τραγικό παιχνίδι τυφλόμυγας , όπου το μαντίλι δεν πρόκειται να αφαιρεθεί ποτέ από τα μάτια.
Η ομορφιά και ο έρωτας είναι το δέλεαρ, το δόλωμα που σε θέτουν και σε συγκρατούν εντός τροχιάς, πολύ γρήγορα όμως συνειδητοποιείς την παγίδα, το δόκανο στην οποία βρί-σκεσαι, χωρίς παραμυθία. Σαν παγιδευμένο ζώο οι κινήσεις σου περιορίζονται στο χώρο και το χρόνο όπου αλώνεται ή αναλώνεται ή καθηλώνεται η ζωή σου.
Η σιωπηλή αντίδραση του βουβού κλάματος, όπου ο λόγος και η λογική απουσιάζουν, επισφραγίζουν την προσυπογραφή της αδυναμίας, ισοπεδώνουν τη βούληση αντίστασης, σοκάρουν με τον αιφνιδιασμό της ιλιγγιώδους πτώσης από τον αλαζονικό θρόνο του ισχυ-ρού στο σκοτεινό βάραθρο της αδυναμίας ανόδου.
Ο άνθρωπος έχασε τον αγώνα αμαχητί αθωράκιστος απέναντι σε μια άγνωστη δύναμη που όρισε τους κανόνες του παιχνιδιού παρασύροντας και εξαπατώντας , αποκρύπτοντας την αλήθεια που συνήθως καθυστερείς να εντοπίσεις ή να συνειδητοποιήσεις, αλλά ακόμα και τότε είσαι ανίσχυρος, απλά τραγικότερος.
Όταν η ποίηση γίνεται ένας χώρος πραγματικά ποιητικός =δημιουργικός στο πλαίσιο της ανθρώπινης ζωής και φίλα διακείμενος μαζί της , όπως φιλική είναι η σχέση της με το λόγο και τη γνώση, ο ποιητής γίνεται φιλόλογος ταυτιζόμενος νοηματικά με το φιλόσοφο. Κι αν θέλουμε να επιμείνουμε ή να εμμείνουμε στη σχέση με το Λόγο, όπως την είδε ο Εφέσιος φιλόσοφος, με την οπτική του οποίου βλέπω να συμβαδίζει η φιλοσοφική οπτική του κειμένου, ο λόγος αποτελεί το όλον στο οποίο συμπεριλαμβάνεται το μέρος, η ανθρώπινη μονάδα, ή και το ανθρώπινο είδος ως μονάδα, χωρίς ίσως τη δυνατότητα -εξαιτίας αυτής της μερικότητας και της περιαγωγής του μέσα στο όλον- να έχει την εποπτεία και τη συνολική θεώρηση, γι αυτό ίσως απουσιάζει επαρκής και ασφαλής εξήγηση του είναι ή του γίγνεσθαι.
Το κείμενο σε μια διαλεκτική σχέση με το χρόνο εντός της ομάδας ποιημάτων όπου εντάσσεται (Δεκατέσσερις χειραψίες με το χρόνο) έρχεται να τοποθετηθεί ομιλητικά μαζί τους, να συνυπογράψει τον αγώνα και την αγωνία του με το ανθρώπινο γένος στο πλαίσιο του χρόνου που κυλά ερήμην του, να συνυπογράψει την τύχη του και να θέσει τον εαυτό του και το δέκτη – αναγνώστη στο πλαίσιο της ανθρώπινης περιορισμένης κυκλικής κίνησης όπου τα όρια του είναι πεπερασμένα και στον οποίο βρίσκεται πολιορκημένη η ζωή μας. Όσο παραμένουμε εντός κύκλου και τροχιάς η μοίρα είναι προκαθορισμένη χωρίς περιθώριο επιλογής. Τότε λογικά η μόνη διέξοδος που διαφαίνεται είναι η φυγή από τον κύκλο και ο εκτροχιασμός, η εκτόξευση ή διαφυγή από τη γήινη και υλική τροχιά. Αυτό όμως ίσως απαιτεί μια τολμηρή έξοδο που προϋποθέτει αρκετό ρίσκο: την κίνηση στον άγνωστο χώρο εκτός του κύκλου. Εφόσον φιλοσοφία, αν δεχτούμε αυτή την ερμηνεία, εμπεριέχει μια θεωρητική και μια έμπρακτη εκδοχή, από το κείμενο προκύπτει ένα προκλητικό ερώτημα: αν θα κινηθούμε στα γνωστά ορισμένα πεπερασμένα όρια όπου βρίσκεται πολιορκημένη η ζωής μας από την αλαζονεία της λογικής θεώρησης που χαρακτηρίζουμε ασφάλεια, ή θα τολμήσουμε να αφήσουμε το στέρεο έδαφος που απαιτεί η λογική μας και να ταξιδέψουμε στον ανασφαλή άπειρο χώρο όπου δεν υπάρχουν αποδείξεις και πιστοποιητικά, όπου η είσοδος είναι ελεύθερη για τους τολμηρούς ή ριψοκίνδυνους της σκέψης και μοναδικό διαβατήριο είναι η βούληση της απόφασης.
Το σολωμικό αλωνάκι της πολιορκημένης από εσωτερικούς και εξωτερικούς περιορι-σμούς ζωής μας επιδέχεται, αν δε θέλουμε να υπογράψουμε το φιλοσοφικό μας θάνατο, ως μόνη λύση μια τολμηρή και ριψοκίνδυνη έξοδο.
Αν στο αλώνι δεν υπάρχει άλως, αλλά καραδοκεί η άλωση, τότε θα πρέπει να διερωτηθού-με αν και τι υπάρχει εκτός κύκλου. Να σκεφτούμε και να αποφασίσουμε αν θα παραμείνουμε εντός κύκλου με πιστοποιημένη την άλωση ή θα αιωρηθούμε εκτός κύκλου στον άγνωστο χώρο του απείρου.
Αν οι δυνάμεις εντός κύκλου είναι άγνωστο από πού ορίζονται και πώς επιδρούν με μόνο σίγουρο ότι στερούν τα όρια της ελευθερίας μας , τι περιθώρια αφήνει άραγε ο υπερβατικός χώρος έξω από τον κύκλο; Η υπέρβαση μιας φιλοσοφικής εξόδου ως παραλογισμός που στηρίζεται σε αυθαίρετες υποθέσεις εξασφαλίζει στον άνθρωπο τουλάχιστον την ελπίδα ενός κόσμου ιδεατού χωρίς τα στίγματα που χαρακτηρίζουν την επίγεια ζωή μας. Ακροβατώντας στο αθέατο και στο άρρητο, το αναπόδεικτο, κερδίζουμε τη σιγουριά απλώς της ελευθερίας της σκέψης μας και όχι της ζωής μας. Αυτή είναι τελεσίδικα περιορισμένη από εσωτερικούς ή εξωτερικούς πολιορκητές, χωρίς ελπίδα, ασφάλεια και παρηγοριά. Ανοίγοντας τυφλά νοητικά βήματα στο ανεξερεύνητο φιλοσοφικό διάστημα, ανοίγουμε ίσως ένα παράθυρο στο μέλλον του ανθρώπου. Από την άλλη το μόνο παρήγορο που μένει να κάνουμε είναι να σφίξουμε το χέρι του συνοδοιπόρου μας και να μοιραστούμε τις ανησυχίες μας συνεχίζοντας το ταξίδι στο απέραντο αρχιπέλαγος το κατάστικτο με τα νησιά των φιλοσοφικών μας απόψεων εκτονώνοντας την επιθυμία μας για την αναζήτηση της αλήθειας, που δε θα περιορίσει την ακόρεστη δίψα της γνώσης, αλλά θα κάνει πιο πλούσιο το συμπόσιο.