Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ομηρικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ομηρικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 12 Μαρτίου 2011

λέκτρων δολίαν


ἀνυμέναιος, <ὦ> σύγγον᾽, Ἀχιλλέως
ἐς κλισίαν λέκτρων
859 δολίαν ὅτ᾽ ἀγόμαν
Ευριπίδη, Ιφιγένεια η εν Ταύροις

η δολοφονία του Αγαμέμνονα
Χρόνια περίμενα
το κόκκινο χαλί να στρώσω
και τον ψεύτικο το γάμο
στην Αυλίδα
να τιμήσω
με «διπλήν  πληγήν»∙
για κείνην
και για μένα.
Δυο  οι γάμοι
-οι μόνοι αληθινοί-
που περιμένουν,
του στρατηλάτη με το χάρο
κι ο δικός μου  έπειτα∙
ας μη γελιέμαι.
Γαμήλιος  χορός θανάτων.

Σάββατο 10 Απριλίου 2010

ΤΡΟΠΟΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ

ΙΚΕΣΙΑ
Ορισμός: Είναι η επίκληση ενός ανθρώπου προς άνθρωπο ή προς θεό να πραγματοποιήσει μια συγκεκριμένη επιθυμία.

Πώς συνδέεται το θέμα της ικεσίας με το ευρύτερο θέμα του θανάτου στην Ιλιάδα; Η σχέση βέβαια μόνο αντιθετική μπορεί να είναι: ο ικέτης παρακαλά άμεσα ή έμμεσα τον άνθρωπο από τον οποίο εξαρτάται η ζωή του ή το θεό να τον βοηθήσει να αποφύγει το θάνατο.

Τυπικό σχήμα της ικεσίας :
α. σωματικές εκφράσεις
¨ γονάτισμα του ικέτη και άγγιγμα των γονάτων του ικετευόμενου και της γενειάδας του, αν πρόκειται για άνδρα,
¨ προσφορά δώρων και υπόσχεση μελλοντικών.

β. λεκτικό σχήμα
¨ επίκληση
¨ χαρακτηριστικά επίθετα - αρμοδιότητες του θεού
¨ υπενθύμιση παλαιότερων προσφορών του θνητού
¨ αίτημα

Το τυπικό αυτό σχήμα δεν τηρείται πάντοτε και η παράβασή του εξυπηρετεί κάθε φορά το σκοπό του ποιητή που ξέρει να ποικίλει για να αποφεύγει τη μονοτονία της επανάληψης.

· H ικεσία παρουσιάζεται θεοποιημένη στην Ιλιάδα: εκπροσωπείται από τις Παράκλησες(«Λιταί») και η προσβολή τους (= η άρνηση του ικέτη) επιφέρει τιμωρία στον άνθρωπο που δε σέβεται τη θεϊκή τους υπόσταση.

Την ιστορία τους τη μαθαίνουμε από το Φοίνικα στη Ραψ. Ι στ 502-512 :
« Γιατί ΄ναι κόρες κι οι Παράκλησες του Δία του τρισμεγάλου
κουτσές, με αλλήθωρα τα μάτια τους, με μούτρα ζαρωμένα,
και πολεμούν να φτάσουν τρέχοντας ξοπίσω από την Τύφλα.
Μα η Τύφλα, δυνατή, με ολόγερα ποδάρια, τρέχει απ’ όλες
πολύ πιο μπρος στη γης αλάκερη, και στους θνητούς προφταίνει
κακό να κάνει, κι οι Παράκλησες ξοπίσω τους γιατρεύουν.
Κι όποιος του Δία τις κόρες σέβεται, μπροστά του ως καταφθάνουν,
έχει απ’ αυτές μεγάλο τ’ όφελος κι ακούνε τις ευχές του.
Μα ο που τις διώξει πεισματώνοντας και τις παραψηφήσει,
πάνε στο γιο του Κρόνου τρέχοντας στο Δία, παρακαλώντας
τη συφορά να στείλει πίσω του, να πάθει, να πλερώσει.»
Μετάφραση Ι.Θ. Κακριδή -Ν. Καζαντζάκη.

Α.
ΙΚΕΤΕΥΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ
1
Ήρωες που προσφέροντας λύτρα παρακαλούν αυτόν που τους συνέλαβε να τους σώσει τη ζωή. Είναι η πιο άμεση περίπτωση ικεσίας για τη ζωή, αφού αυτός που θέλει να σώσει τη ζωή του παρακαλεί ο ίδιος εκείνον από τον οποίο εξαρτάται η τύχη του. (Ο Άδραστος, ο Δόλωνας, ο Τρώας, ο Λυκάονας). Δεν ξέρω αν είναι τυχαίο, πάντως και οι 4 ανήκουν στο στρατόπεδο των Τρώων ή των συμμάχων τους. Ο ποιητής διαφύλαξε από την ταπείνωση του ικέτη τους Αχαιούς.

-Το όνομα του Άδραστου ανήκει στα σημαίνοντα, είναι δηλωτικό της μοίρας του. Ο Άδραστος έφτασε πολύ κοντά στο σημείο να γλιτώσει τη ζωή του μαλακώνοντας την ψυχή του Μενέλαου υποσχόμενος λύτρα. Όμως η Μοίρα αποφάσισε διαφορετικά: για κακή του τύχη εμφανίστηκε εκείνη την ώρα μπροστά τους ο Αγαμέμνονας και με τα λόγια του άναψε στην ψυχή του αδερφού του τη μανία της εκδίκησης για την προσβολή της τιμής του. Στο πρόσωπο του Άδραστου ο Αγαμέμνονας παίρνει εκδίκηση για την ταπείνωση που υπέστη ο Μενέλαος, παίρνει εκδίκηση για ολόκληρο τον πόλεμο και τις ταλαιπωρίες που υφίστανται οι Αχαιοί τόσα χρόνια.

Ζ 45-50 ο Άδραστος παρακαλεί το Μενέλαο να τον πιάσει αιχμάλωτο και να δεχτεί λύτρα από τον πατέρα του, που θα έδινε αμέτρητα για να σώσει το γιο του. Ο Μενέλαος θα δεχόταν την ικεσία του, αλλά εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε για κακή τύχη του Άδραστου ο Αγαμέμνονας που έσπρωξε με το χέρι του τον Άδραστο από τη θέση του ικέτη και τον σκότωσε σκληραίνοντας την καρδιά του Μενέλαου με τα εξής λόγια:

«Καημένε εσύ Μενέλαε, γνοιάζεσαι τόσο για τούτους τώρα;
Καλά μαθές σου το συγύρισαν οι Τρώες το σπιτικό σου!
Όχι, κανείς τους από τα χέρια μας και από το μαύρο Χάρο
να μη γλιτώσει, ουδ’ όποιο αγέννητο στης μάνας του τα σπλάχν
κρυμμένο ακόμη αγόρι βρίσκεται, κι αυτό να μη γλιτώσει,
μόν’ όλοι σύψυχοι, άχναροι, άκλαφτοι μέσ’ απ’ την Τροία να σβήσουν.»

-Ο θάνατος του κατασκόπου Δόλωνα από τον Οδυσσέα και το Διομήδη, κρίνεται επιβεβλημένη για λόγους ασφαλείας του Αργείτικου στρατού, και ίσως θεωρείται από τον αναγνώστη - ακροατή ως αναμενόμενη τιμωρία για την έπαρσή του να αξιώσει τα αθάνατα άλογα του Αχιλλέα. Αυτά από τη μια και από την άλλη η καταγωγή του συντελούν ώστε ο θάνατος του Δόλωνα να μην προκαλεί ιδιαίτερη πίκρα.

Κ 378-81 ο Δόλωνας παρακαλεί τον Οδυσσέα και το Διομήδη να μην τον σκοτώσουν, αλλά να δεχτούν λύτρα.
Κ 454- 59 ο Δόλωνας σκοτώνεται με χτύπημα από το σπαθί κατάσβερκα την ώρα που προσπαθούσε να πιάσει το σαγόνι του Διομήδη.

-Στην περίπτωση του Τρώα η προσωπικότητα του θύτη δεν αφήνει περιθώρια για ελπίδα, καθώς ο Αχιλλέας είναι εκτός εαυτού από το πάθος της εκδίκησης μετά το θάνατο του Πατρόκλου, ώστε ο ποιητής (που σημειωτέον λίγες φορές μέσα στο έπος παρουσιάζει τις προσωπικές του απόψεις) χαρακτηρίζει άτυχο τον ικέτη και φυσικά τον λυπάται που «έπεσε στην περίπτωση».

Υ 463-72 ο Τρώας πηγαίνει κοντά στον Αχιλλέα, μήπως και του χάριζε τη ζωή, ο άμυαλος, αφού δε σκέφτηκε ότι δεν μπορεί να του αλλάξει το μυαλό, γιατί δεν είχε μπροστά του έναν καλόγνωμο ή ψυχόπονο άνθρωπο, αλλά ένα θεριό. Όπως του έσφιγγε τα γόνατα μες στα χέρια του, εκείνος του κάρφωσε το σπαθί στο συκώτι. Το ολόμαυρο αίμα πλημμύριζε τον κόρφο του και νύχτα πυκνή σκέπασε τα δυο του μάτια , καθώς του έφευγε η ζωή.

-Η περίπτωση του Λυκάονα είναι η πιο αγωνιώδης και απελπισμένη προσπάθεια κάποιου να σώσει τη ζωή του. Είναι ένας άνθρωπος που έχει συνείδηση της κατάστασης και θεωρεί υπεύθυνο το Δία, αλλά και τη Μοίρα για τη θέση στην οποία βρίσκεται: την πρώτη φορά στάθηκε τυχερός, αλλά για δεύτερη φορά στα χέρια του Αχιλλέα, και μάλιστα παράφορου από τη μανία της εκδίκησης, ποιος θα μπορούσε να γλιτώσει; Κάνει βέβαια απεγνωσμένες προσπάθειες να συγκινήσει τον ανάλγητο ήρωα, ώστε γίνεται και κάπως αφελής, αφού νόμισε ότι ο Αχιλλέας θα έκανε εξαίρεση σ’ αυτόν, επειδή δεν είναι γνήσιος αδερφός του Έκτορα. Σε μια κίνηση που το κοντάρι του ξεφεύγει έλπισε μέσα στην απελπισία του ότι θα μπορούσε να γλιτώσει, να σταματήσει το κοντάρι που στόχευε το κορμί του. Όμως η εξήγηση του Αχιλλέα δεν του αφήνει άλλα περιθώρια, γι’ αυτό ο Λυκάονας απελπισμένος πια παρατά αμέσως το κοντάρι και απλώνοντας τα χέρια καθίζει, ενώ ο Αχιλλέας γυμνώνοντας το σπαθί τον χτυπά στο κλειδοκόκαλο, πλάι στο σβέρκο.

Φ 64-96 ο Αχιλλέας περιμένει το Λυκάονα κι εκείνος σαστισμένος πλησιάζει να πιάσει τα γόνατά του ποθώντας πάνω απ’ όλα να γλιτώσει το μαύρο θάνατο και την παντέρμη μοίρα. Όπως ο Αχιλλέας σήκωσε το κοντάρι να τον χτυπήσει, εκείνος έτρεξε και αρπάζει τα γόνατά του σκυφτός κι έτσι το κοντάρι έπεσε στη γη, κι ας λαχτάριζε να χορτάσει με σάρκα. Τότε ο ικέτης με το ένα χέρι του έπιασε τα γόνατα και με το άλλο το κοντάρι και αξίωσε να τον σπλαχνιστεί, επειδή τον παρακαλούσε ως ικέτης. Συνειδητοποιεί ότι θα τον εχθρεύεται ο Δίας, για να τον ξαναρίξει, αφού έχει περάσει τόσα, για δεύτερη φορά στα χέρια του Αχιλλέα. Είναι γιος του Πριάμου από τη Λαοθόη. Τον άλλο γιο της και αδερφό του ο Λυκάονας ξέρει (;) ότι τον σκότωσε ο Αχιλλέας και ανάλογη μοίρα περιμένει και τον ίδιο, αφού δεν ελπίζει, αφού η μοίρα τον έριξε στα χέρια του, ότι θα γλιτώσει. Ως τελευταίο επιχείρημα σκέφτεται ότι δε βγήκε από την ίδια κοιλιά με τον Έκτορα που του σκότωσε τον αγαπημένο του σύντροφο.

Φ 114-9 ο Λυκάονας απελπισμένος πια παρατά αμέσως το κοντάρι και απλώνοντας τα χέρια καθίζει, ενώ ο Αχιλλέας γυμνώνει το σπαθί και τον χτυπά στο κλειδοκόκαλο, πλάι στο σβέρκο.

Από τις 4 αυτές ικεσίες καμιά δε γίνεται δεκτή, ενώ ο ποιητής φροντίζει να προφυλάξει τους ήρωες από την ασέβεια και την ιεροσυλία, γιατί ο ικέτης θεωρούνταν ιερό πρόσωπο: ο Δόλωνας σφάζεται πριν προλάβει να πιάσει το σαγόνι του Διομήδη, ο Άδραστος σπρώχνεται βίαια από τη στάση του ικέτη, ο Λυκάονας αποδέχεται τη Μοίρα του και αποχωρεί μόνος του από τη στάση του ικέτη αφήνοντας τα γόνατα του Αχιλλέα που κρατούσε. Μόνο στην περίπτωση του Τρώα η ιεροσυλία είναι κατάφωρη, αφού ο Αχιλλέας τον σφάζει καθώς εκείνος σφίγγει τα γόνατά του με τα χέρια του. Ο Αχιλλέας αδιαφορεί για την ιεροσυλία, αφού και ο δικός του θάνατός του είναι βέβαιος και μάλιστα κοντά.

2
Οι ικεσίες του Πριάμου και της Εκάβης
· Ο Πρίαμος και η Εκάβη παρακαλούν τον Έκτορα να μην πολεμήσει με τον Αχιλλέα, γιατί θεωρούν σίγουρο το θάνατό του από τον αποφασισμένο για εκδίκηση Αχιλλέα. Εδώ έχουμε την περίεργη περίπτωση κάποιου που ο ίδιος αδιαφορεί για τη δική του ζωή, ενώ άλλοι που νοιάζονται γι’ αυτόν τον παρακαλούν να αποφύγει να εκθέσει τη ζωή του σε κίνδυνο. Έτσι η περίπτωση είναι αντίθετη με την προηγούμενη κατηγορία, καθώς οι 4 ήρωες που ικετεύουν για τη ζωή τους είναι δειλοί, ενώ ο Έκτορας υψώνεται στην υψηλότερη σφαίρα γενναιότητας και αυτοθυσίας.

Ουσιαστικά όμως δε διαφέρει ως προς την αμεσότητα από την προηγούμενη ομάδα, όπου οι ήρωες παρακαλούν οι ίδιοι για τη ζωή τους, γιατί οι γονείς ταυτίζουν τη μοίρα τους με του παιδιού τους. Ο θάνατός του είναι και δικός τους θάνατος. Είναι λοιπόν σα να παρακαλούν για τη δική τους ζωή. Εξάλλου ο θάνατός του Έκτορα δεν έχει την ίδια βαρύτητα αν τον συγκρίνουν ακόμα και με το θάνατο των άλλων τους παιδιών: για το θάνατο του Λυκάονα και του Πολύδωρου θα κλάψουν οι γονείς του, όπως είναι φυσικό, όμως για τον Έκτορα θα θρηνήσουν όλοι οι Τρώες, γιατί ήταν ο προστάτης τους.

Ραψ. Χ (38-76) Του Πριάμου προς τον Έκτορα να μη μείνει έξω από το τείχος να μονομαχήσει με τον Αχιλλέα, αίτημα που εκείνος απορρίπτει, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί.

Όσον αφορά το τυπικό λεκτικό σχήμα της ικεσίας προηγείται το αίτημα, ενώ παρεμβάλλονται η επίκληση και ένα επίθετο για τον Έκτορα, ενώ απουσιάζει η υπενθύμιση ευεργεσιών του ικέτη που έγιναν στο παρελθόν, αλλά αντίθετα υποδηλώνονται οι αρετές του ικετευόμενου, καθώς ο Πρίαμος παρουσιάζει το δυσαναπλήρωτο κενό που θα αφήσει ο θάνατος του Έκτορα όχι μόνο στην οικογένειά του, αλλά και σε όλους τους Τρώες, και οραματίζεται μελλοντικές σκηνές φρίκης από την άλωση της Τροίας με τραγικό πρωταγωνιστή τον ίδιο, συνέπεια του θανάτου του Έκτορα.

Η απόσταση που χωρίζει τον ικέτη Πρίαμο από τον ικετευόμενο Έκτορα (πάνω στα τείχη ο Πρίαμος, έξω και κάτω από τα τείχη ο Έκτορας) δεν καθιστά δυνατή τη σωματική επαφή (άγγιγμα των γονάτων ή της γενειάδας), και ως αναπλήρωση ο ικέτης απλώνει απελπισμένα και απεγνωσμένα τα χέρια του, κίνηση που συνοδεύει με κλάματα και με τράβηγμα των μαλλιών του. Εξάλλου η συνηθισμένη κατώτερη θέση του ικέτη (γονάτισμα) εδώ αντεστραμμένη (ψηλά ο Πρίαμος, χαμηλά ο Έκτορας) δημιουργεί τραγική ειρωνεία, καθώς παραπέμπει στην ιεραρχική ανωτερότητά του (ηλικίας και οικογενειακής θέσης), που όμως δεν τυχαίνει του ανάλογου σεβασμού.

Το αίτημα της ικεσίας αφορά το συμφέρον του ικετευόμενου, παρουσιάζεται όμως ως χάρη του ικέτη. Το έντονα φορτισμένο συναισθηματικό κλίμα και οι σωματικές εκφράσεις που το συνοδεύουν φανερώνουν τον πόθο του Πριάμου για την εκπλήρωση του αιτήματός του. Μη αποδοχή της ικεσίας σημαίνει τιμωρία-συμφορά όχι μόνο για τον ικέτη, κυρίως όμως για τον ικετευόμενο και συνολικά για όλη την Τροία. Ο ικέτης, γνωρίζοντας το συναίσθημα ευθύνης που κατέχει τον Έκτορα σ’ όλες τις πράξεις του, ελπίζει ότι δε θα θελήσει να γίνει αιτία της γενικής συμφοράς.

Ο λόγος του Πριάμου είναι ασυνήθιστα μεγάλος για άνδρα, όχι όμως και φλύαρος. Συναισθηματικός, όχι εκβιαστικός, αλλά λεπτός, διακριτικός, αξιοπρεπής, με όση αξιοπρέπεια μπορεί να έχει κανείς τέτοιες ώρες.

Χ 33-76 ο Πρίαμος βλέποντας τον Έκτορα μόνο του έξω από τα τείχη τον παρακαλεί με δάκρυα απλώνοντας τα χέρια του να μην πολεμήσει με τον Αχιλλέα και γοργοθανατίσει, για τον οποίο αν είχαν οι αθάνατοι τόση αγάπη όση του έχει αυτός, θα τον ξέσκιζαν τα σκυλιά και οι γύπες ξαπλωμένο στο χώμα, να αλάφρωνε κι εκείνου η πίκρα του, που του έχει σκοτώσει τόσους γιους ή άλλους πούλησε μακριά. Ήδη ψάχνει να βρει τον Πολύδωρο και το Λυκάονα, αλλά δεν τους βρίσκει πουθενά στο κάστρο όπου κλείστηκαν οι άλλοι Τρώες, για τους οποίους, αν ήξερε ότι ζουν θα πρόσφερε χρυσάφι και χαλκό ως λύτρα. Αν πέθαναν ο καημός είναι μεγάλος για τον ίδιο και τη μητέρα τους, όμως ο υπόλοιπος κόσμος δε θα πονέσει τόσο, αν γλίτωνε ο Έκτορας από τα χέρια του Αχιλλέα. Ζητά να σπλαχνιστεί εκείνον που στα γηρατειά τού γράφει η μοίρα του να δει φοβερές συμφορές και στο τέλος να τον τραβολογήσουν μπρος την ξώπορτα για να τον φάνε οι σκύλοι του ωμό, όταν κάποιος του πάρει τη ζωή με το σπαθί ή το κοντάρι του, αυτοί που τάιζε στο τραπέζι του για να του φυλάνε τις πόρτες, κι αφού ρουφήξουν το αίμα του με φρενιασμένα σπλάχνα θα ξαπλωθούν μπροστά στην ξώπορτα.

Ραψ. Χ (82-9) Της Εκάβης προς τον Έκτορα με το ίδιο αίτημα και το ίδιο αποτέλεσμα με την προηγούμενη ικεσία.

Το τυπικό λεκτικό σχήμα αρχικά τηρείται (επίκληση - χαρακτηριστικά επίθετα), στη συνέχεια όμως υπάρχει αντιστροφή στα δύο επόμενα: το αίτημα προηγείται της υπενθύμισης παλιότερων προσφορών, ενώ το τελευταίο θα επανέλθει αναλυτικότερα.

Η ικεσία της Εκάβης ως γυναίκας και ταυτόχρονα μητέρας είναι πιο συναισθηματική και παρορμητική. Δε διστάζει -καλύπτοντας τη σωματική απόσταση που τη χωρίζει από τον ικετευόμενο γιο της- βουτηγμένη στους θρήνους να επιδείξει το μητρικό στήθος με το οποίο τον εξέθρεψε ως βρέφος, Αυτό που ζητά ως δική της χάρη είναι στην πραγματικότητα το καλό του παιδιού της. Ποτέ μια μητέρα δε θα μπορούσε να ζητήσει κάτι αποκλειστικά για το δικό της συμφέρον, αν αυτό δεν είναι κυρίως συμφέρον για το παιδί της. Όλοι οι τρόποι, όλα τα μέσα όμως πέφτουν στο κενό κι όταν το διαπιστώνει, ο συναισθηματικός έλεγχος της ξεφεύγει και η ικεσία μετατρέπεται σε συναισθηματικό εκβιασμό: ο συνηθισμένος παρακλητικός τόνος της ικεσίας γίνεται κατηγορητικός και σκληρός για την αναλγησία του, όμως τρυφερά σκληρός, πάντα μέσα στα πλαίσια της τρυφερότητας της μητέρας που όσο κι αν μαλώνει κι αν γίνεται σκληρή όλοι ξέρουν ότι όλα αποσκοπούν στο συμφέρον του παιδιού της.

Ο λόγος της είναι πολύ σύντομος για γυναίκα. Τι άλλο να πει όμως, όταν ο Πρίαμος είπε τόσα και δεν έπεισε, όταν εκείνη χρησιμοποίησε το ισχυρότερο γυναικείο μέσο και δεν έφερε αποτέλεσμα;

Χ 77-89 η Εκάβη πνιγμένη μέσα στο θρήνο παρακαλεί με τη σειρά της τον Έκτορα δείχνοντάς του τα στήθη που βύζαξε γάλα και του είπε ότι αν τον σκότωνε ο Αχιλλέας δε θα μπορούσε να τον θρηνήσει αυτή ούτε η γυναίκα του, αλλά μακριά τους θα τον σπάραζαν οι σκύλοι

Η αδυναμία των ικετών να πετύχουν το σκοπό τους δεν οφείλεται στη ρητορική ή άλλη ανικανότητά τους, αλλά στην πεισματική επιμονή του ικετευόμενου, που κι αυτός έχει τη δική του κοσμοθεωρία και που η άρνησή του να δεχτεί την ικεσία -όσο κι αν πικραίνει, όσο κι αν πονά- ουσιαστικά σκιαγραφεί το πορτραίτο του παιδιού για το οποίο θα ήταν περήφανος κάθε γονιός.

Χ 239-46 η Αθηνά με τη μορφή του Δηίφοβου λέει στον Έκτορα ότι βγήκε να πολεμήσει μαζί του με τον Αχιλλέα για να δουν αν θα σκοτώσει τους δυο τους και θα φέρει τα αιματωμένα άρματά τους στα καράβια ή θα πέσει πρώτος από το κοντάρι του, αν και έπεσαν στα γόνατά του ο πατέρας, η μητέρα τους και οι σύντροφοί του κλαίγοντας στα γόνατά του να τον εμποδίσουν, επειδή τους είχε πιάσει ανείπωτος τρόμος.

Ραψ. Ζ: Η Ανδρομάχη παρακαλεί τον Έκτορα να μην μπει στη μάχη να πολεμήσει με τους Αχαιούς, γιατί κινδυνεύει η ζωή του.

Η ικεσία παρουσιάζεται ως χάρη προς την ικέτιδα και η πιθανή απώλειά του στον πόλεμο θα στοιχίσει στην ίδια τη ζωή, ή την ελπίδα για ζωή.

3
Ραψ. Ω Του Πριάμου προς τον Αχιλλέα να του δώσει το πτώμα του γιου του Έκτορα να το θάψει, αίτημα που έχει προδιαγραφεί να γίνει δεκτό με τη μεσολάβηση των θεών, περνά όμως από πολλά σκαμπανεβάσματα, ώσπου να εκπληρωθεί.

Τυπικό σχήμα: ο Πρίαμος πλησιάζει, γονατίζει, πιάνει τα γόνατα και φιλάει τα χέρια που του είχαν σκοτώσει πολλούς γιους.

Το αίτημα δεν αφορά τη ζωή του ικέτη ή κάτι που σχετίζεται με τη ζωή, αλλά με το θάνατο, και που η μη εκπλήρωσή του -σύμφωνα με τα έθιμα της Ομηρικής εποχής- φέρνει μεγάλη προσβολή και στον ίδιο το νεκρό, αλλά και -κυρίως- στους ζωντανούς.

Η σχέση ικέτη - ικετευόμενου είναι εκείνη που μας κάνει εντύπωση στην ικεσία αυτή: ο ικετευόμενος είναι εκείνος που έχει σκοτώσει πολλά παιδιά του ικέτη και όμως ο τελευταίος φτάνει στο οριακό σημείο ταπείνωσης να φιλήσει τα ανδροφόνα χέρια του προκειμένου να πετύχει το σκοπό του.

Λεκτικό τέχνασμα που λειτουργεί συναισθηματικά πολύ πειστικά είναι ότι ο πατέρας - ικέτης βάζει ουσιαστικά τον ικετευόμενο στη θέση του νεκρού γιου του (για χάρη του οποίου γίνεται η ικεσία), οπότε ο ικετευόμενος μεταφέρεται στη θέση του πατέρα του και δέχεται τον ικέτη πιο ζεστά και πιο κοντά του. Έτσι η ικεσία γίνεται στο όνομα των θεών και του πατέρα του.

Τα κοινά στοιχεία που συντελούν σ’ αυτό αφορούν την ηλικία, τα προβλήματα που τυχόν αντιμετωπίζει από ενοχλητικούς γειτόνους, τη μοναξιά (ότι δεν έχει κανένα να του συμπαρασταθεί). Η καλοτύχισή του που θα τον δει να γυρίσει ζωντανός στο σπίτι λειτουργεί ως τραγική ειρωνεία, αφού ο αναγνώστης, αλλά και ο ίδιος ο Αχιλλέας, γνωρίζει ότι δεν πρόκειται να συμβεί κάτι τέτοιο, Αυτό που παρουσιάζεται ως η μεγάλη διαφορά είναι στην πραγματικότητα η μεγάλη ομοιότητα: και οι δυο πικροί πατέρες δε θα ευτυχήσουν να δουν τα παιδιά τους να γυρίζουν από τον πόλεμο.

Η έσχατη ταπείνωση του ικέτη ταυτόχρονα τον ανεβάζει στο αποκορύφωμα της αξιοπρέπειας και της ανωτερότητας, μια πράξη που δεν ξέρουμε αν θα την έκανε για οποιοδήποτε παιδί του, καθώς ο ίδιος έχει δηλώσει αρκετές φορές ότι η αξία του Έκτορα υπερβαίνει τους άλλους γιους του.

Ο ίδιος ο ικετευόμενος συμφωνεί για τις συνθήκες και την κοινή μοίρα του με τον εχθρό του που τους φέρνει στο ίδιο επίπεδο, ώστε ο Αχιλλέας σηκώνει τον Πρίαμο από τη θέση του ικέτη. Εκθέτει τα δικά του προβλήματα σα να ζητά …(τι αλήθεια;). Η συμφωνία αυτή αποδεικνύει το δίκαιο του αιτήματος του ικέτη, ενώ η καθυστέρηση που του προτείνει λειτουργεί σαν ωρολογιακή βόμβα που είναι έτοιμη να εκραγεί, καθώς ο ικέτης δείχνει ανυπομονησία, ώστε ο Αχιλλέας χάνει την υπομονή του και απειλεί να πετάξει τον ικέτη έξω, παραβαίνοντας την υπόσχεση που έχει δώσει στη μητέρα του, και την εντολή των θεών.

Οι δυο μεγάλοι εχθροί που τους χωρίζει το αγεφύρωτο χάσμα του θανάτου (φονιάς - θύμα) που τους χωρίζει η ηλικία (νέος -γέρος), η θέση ισχύος στον πόλεμο (του προσωρινού νικητή - ηττημένου) στο τέλος της ικεσίας αποδεικνύεται ότι δεν έχουν τόσο μεγάλη απόσταση, καθώς τους ενώνει η ίδια μοίρα, η μοίρα του θανάτου και των βασάνων και συμφορών στο πλαίσιο της ζωής.

Μέσα από αυτό το πρίσμα ο Αχιλλέας μπορεί να ομολογήσει ότι θύμα και ο ίδιος της μοίρας είναι όργανό της για να βασανίζει τον Πρίαμο και τους γιους του και στη συνέχεια μπορεί να καμαρώσει τον Πρίαμο και να αναγνωρίσει ότι ο Έκτορας, αυτός που σκότωσε με τα ίδια του τα χέρια τυφλωμένος από το πάθος της εκδίκησης, αξίζει στ’ αλήθεια πολλούς θρήνους, δικαιώνοντας έτσι το σκοπό της ικεσίας.

4
Ο Αχιλλέας παρακαλεί τα αθάνατά του άλογα να τον γυρίσουν ζωντανό από το πεδίο της μάχης.
Ο Αχιλλέας δε νοιάζεται για τη ζωή του, αφού η απόφασή του να σκοτώσει τον Έκτορα γνωρίζει ότι θα επισπεύσει το θάνατό του. Τον ενδιαφέρει όμως να μείνει ζωντανός όσο να καταφέρει να εκτελέσει το χρέος του προς τον Πάτροκλο. Ίσως πρόκειται για την καθιερωμένη ικεσία για τη ζωή, όταν ένας πολεμιστής έφευγε για τη μάχη ή όταν επρόκειτο να επιχειρήσει κάτι δύσκολο.
Ο Αχιλλέας παρακαλεί τα αθάνατά του άλογα να τον γυρίσουν ζωντανό από το πεδίο της μάχης.
Τ 400-3 ο Αχιλλέας ζητά από τα αθάνατα άλογά του, τον Ξάνθο και το Βαλίο να προσπαθήσουν να τον γλιτώσουν και να μην τον αφήσουν στο πεδίο της μάχης νεκρό, όπως τον Πάτροκλο.

5
Για τη ζωή του Πατρόκλου, όταν έφευγε στη μάχη, είχε κάνει ο ίδιος ο Αχιλλέας ικεσία στο Δία, ικεσία που δεν αποδέχτηκε ο πατέρας των θεών. Έχουμε την ιδιόμορφη περίπτωση που κάποιος παρακαλεί όχι για τη δική του ζωή, αλλά για τη ζωή άλλου, όταν αυτό το πρόσωπο έχει μεγάλη σημασία. Η άρνηση του θεού να εκπληρώσει την επιθυμία του καθορίζεται από τη Μοίρα.

Ο Αχιλλέας στέλνοντας τον Πάτροκλο στη μάχη προσεύχεται στο Δία να γυρίσει ο Πάτροκλος ζωντανός και να έχει αποκτήσει δόξα.

6
Ο Οδυσσέας, ο Φοίνικας και ο Αίαντας παρακαλούν τον Αχιλλέα να μπει στη μάχη για να τους γλιτώσει από τους Τρώες.
Ι 250-1ο Οδυσσέας παρακαλεί τον Αχιλλέα να σκεφτεί πώς θα τους γλιτώσει από την κακιά ώρα (να μπει στη μάχη και να τους γλιτώσει από τους Τρώες).

Πρόσωπα επίτηδες διαλεγμένα από τον Αγαμέμνονα, που συνδέονται με το δεσμό της φιλίας με τον ικετευόμενο, ώστε να τον επηρεάσουν συναισθηματικά. Οι ικέτες έχουν αφήσει τον τόπο τους (τις σκηνές τους) για να πραγματοποιήσουν την ικεσία, ενώ ο χρόνος (νύχτα) φανερώνει την αμεσότητα του προβλήματος.

Το τυπικό σκέλος της ικεσίας (σωματικές εκφράσεις) παραμερίζεται, εκτός από την προσφορά δώρων που κατέχει σημαντική θέση, και τονίζεται το λεκτικό σχήμα της ικεσίας, καθώς αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα οι ρητορικές ικανότητες των ικετών. Ο ικετευόμενος καλείται να αποφασίσει ελεύθερα, να πειστεί λογικά, και όχι να παρασυρθεί συναισθηματικά από κλάματα, χειρονομίες κ.τ.λ., που εξάλλου δεν ταιριάζουν στο χαρακτήρα και την αξιοπρέπεια των σκληρών πολεμιστών, με εξαίρεση τον παιδαγωγό Φοίνικα, αλλά ακόμα και σε αυτή την περίπτωση τα συναισθήματα είναι εκλογικευμένα. Οι ικεσίες, μετά μάλιστα από την προσφορά φιλόξενου γεύματος εκ μέρους του ικετευόμενου, διεξάγονται στον τόνο της καθημερινής ομιλίας.

Χρόνος, τόπος και πρόσωπα και συνθήκες είναι λοιπόν τα πιο κατάλληλα θα λέγαμε για να επιτύχει ο σκοπός της ικεσίας. Καθένας από τους ικέτες έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε και που ταίριαζε και στον ίδιο και στον ικετευόμενο. Όμως προσέκρουσαν σε ένα τείχος αδιαλλαξίας που έχτισε η προσβολή του «εγώ».

Στο τέλος όμως καθένας, κι αν δεν πέτυχε τον αρχικό σκοπό του, πέτυχε μια μικρή, αλλά καθοριστική μετακίνηση του Αχιλλέα από την αρχική του θέση, έτσι ώστε προετοίμασε το έδαφος για την αποτελεσματική ικεσία του Πατρόκλου την επόμενη μέρα με το ίδιο θέμα.

Η άρνηση του Αχιλλέα παρουσιάζεται ως αδιαφορία στο πρόβλημα που του εκθέτουν, καθώς ο ίδιος ενδιαφέρεται μόνο για το ατομικό του πρόβλημα.

Ο Πάτροκλος παρακαλεί τον Αχιλλέα να του επιτρέψει να μπει στη μάχη για να σώσει τους Αχαιούς από βέβαιο θάνατο. Από τις λίγες ικεσίες μέσα στην Ιλιάδα που επιτυγχάνουν το σκοπό τους.

Ο σκοπός της ικεσίας δεν αφορά τη ζωή του ικέτη, αλλά αντίθετα μάλιστα η επιτυχία του σκοπού αυτού -όπως βιάζεται ο ποιητής να μας αποκαλύψει- θα είναι οριακή για τη ζωή του ίδιου του Πατρόκλου.

Τα μέσα που χρησιμοποιεί ο Πάτροκλος για να πείσει τον Αχιλλέα είναι άκρως συναισθηματικά και αγγίζουν τις συναισθηματικές χορδές του Αχιλλέα. Εξάλλου λογικά επιχειρήματα με έξοχους ρητορικούς τρόπους χρησιμοποίησαν οι Οδυσσέας, Φοίνικας και Αίαντας χωρίς αποτέλεσμα. Εδώ η σχέση ικέτη - ικετευόμενου είναι καθοριστική για την επιτυχία του σκοπού της ικεσίας.

Οι λεκτικοί τρόποι έρχονται σε ριζική αντίθεση με το συνηθισμένο ταπεινωμένο και παρακλητικό ύφος του ικέτη. Μπορεί ο Πάτροκλος να κλαίει σαν άπλερη παιδούλα ή σα νερομάνα, όμως ο τόνος του είναι σκληρός και κατηγορητικός για την αναλγησία του Αχιλλέα. Αυτό σίγουρα δεν ισχύει σε καμιά άλλη ικεσία μέσα στην Ιλιάδα είτε σχετίζεται μ το θέμα του θανάτου ή οποιοδήποτε άλλο. Κανείς δεν προσδοκά βρίζοντας να πετύχει ο σκοπό του. Η διαφορά του εκφραστικού τρόπου, η γνώση της ψυχολογίας και του χαρακτήρα, η συναισθηματική προσέγγιση είναι αυτά που συντελούν στην επιτυχία. Να τολμούσαμε να πούμε ότι ο Αχιλλέας έχει αποφασίσει να μπει αργά ή γρήγορα στον πόλεμο και η ικεσία του Πατρόκλου απλά του το θύμισε;
Η ικεσία της Κλεοπάτρας προς τον άντρα της Μελέαγρο να μπει στη μάχη για να σώσει τους Κουρήτες από βέβαιη καταστροφή.
Η ικεσία αυτή αποτελεί το μυθολογικό πρότυπο της προηγούμενης , γιαυτό είναι σύντομη και δοσμένη σε πλάγιο λόγο (μέρος της αφήγησης του Φοίνικα).
Τα στοιχεία που τονίζει ο Φοίνικας είναι ο συναισθηματισμός της Κλεοπάτρας και η σχέση συζύγων.

Ι 590-4 Η γυναίκα του Μελέαγρου Κλεοπάτρα παρακαλώντας γονατιστή του ιστόρησε όσα συμβαίνουν σε όσους η πατρίδα τους πέφτει στα χέρια του εχθρού: οι άνδρες σκοτώνονται, το κάστρο καίγεται, γυναικόπαιδα σέρνονται στην αιχμαλωσία.

ΛΥΤΡΩΣΗ
Λύτρα είναι τα υλικά αγαθά που προσφέρονται από ένα αιχμάλωτο στον εχθρό για την απελευθέρωσή του, τη σωτηρία του με την απομάκρυνση του θανάτου. Από τη λέξη αυτή το νεοελληνικό λυτρώνω και λυτρώνομαι έχει κρατήσει τη σημασία της σωτηρίας, της απελευθέρωσης, της λύσης ενός προβλήματος, της απαλλαγής από κάτι που μας τυραννά και επομένως της απομάκρυνσης του ψυχικού βάρους. Αν λάβουμε υπόψη μας την ψυχική οδύνη του Πριάμου, τις ταλαιπωρίες και τους κινδύνους (ακόμα και της ζωής του) για να πετύχει το σκοπό του καταλαβαίνουμε την ανακούφιση που προκύπτει από τη λύτρωση.

Το ηθικό πλαίσιο της λύτρωσης - ξαγοράς δίνεται από τον Αίαντα:
Ι 632-6 ο Αίας λέει στην πρεσβεία ότι και ένας που έκανε φόνο προσφέρει ξαγορά και τιμωρείται μ’ αυτό τον τρόπο, ενώ εκείνος που του σκότωσαν το δικό του ικανοποιείται με την ξαγορά. Αντιθέτως ο Αχιλλέας για ένα λιγότερο σοβαρό παράπτωμα του Αγαμέμνονα δεν αλλάζει γνώμη.

Η προσφορά λύτρων από την πλευρά του ικέτη ήταν ένα είδος δέσμευσης για τον ικετευόμενο.

Ω 129-37 η Θέτιδα μαλώνει το γιο της που δε θέλει ούτε να φάει ούτε να σμίξει με γυναίκα, ενώ του έχει μείνει λίγος καιρός να ζήσει, αφού δίπλα του κιόλας στέκουν η Μοίρα η τρανοδύναμη και ο Χάρος. Του μεταφέρει την οργή των θεών και του ζητά να δώσει το πτώμα του Έκτορα αποδεχόμενος την ξαγορά
Ω 139-40 ο Αχιλλέας δέχεται να δώσει το πτώμα του Έκτορα αποδεχόμενος την ξαγορά, αφού έτσι ορίζει ο Δίας.
Ω 560-2 ο Αχιλλέας θυμώνει με την ξαφνική βιασύνη του Πριάμου. Το έχει στο μυαλό του να λυτρώσει τον Έκτορα, αφού έτσι του παράγγειλε η μητέρα του.

Καμιά φορά όμως απ’ ό,τι φαίνεται μπορούσε να μη δοθεί το υποσχόμενο ποσό, πράγμα που αποτελούσε αφορμή για καυγάδες. Η παράσταση του επεισοδίου στην ασπίδα που φιλοτέχνησε για τον Αχιλλέα ο Ήφαιστος μας αφήνει να υποθέσουμε ότι ήταν μια πλατειά διαδεδομένη τακτική.

Σ 497-500 μία από τις παραστάσεις της ασπίδας του Αχιλλέα είναι ένας καυγάς σε μια συγκέντρωση, όπου δυο μάλωναν για την ξαγορά ενός σκοτωμένου: ο ένας φώναζε και ορκιζόταν ότι είχε ξεπληρώσει, ενώ ο άλλος ότι δεν πήρε τίποτα.

Ο φόβος του θανάτου οδηγεί στη χρησιμοποίηση κάθε τρόπου προκειμένου να αποφευχθεί το μοιραίο. Προσφέρονται υλικά αγαθά, τα πιο πολύτιμα: χαλκός και χρυσάφι, που άλλοτε γίνονται αποδεκτά και άλλοτε όχι.

Χ 33-76 ο Πρίαμος βλέποντας τον Έκτορα μόνο του έξω από τα τείχη τον παρακαλεί με δάκρυα απλώνοντας τα χέρια του να μην πολεμήσει με τον Αχιλλέα και γοργοθανατίσει, για τον οποίο αν είχαν οι αθάνατοι τόση αγάπη όση του έχει αυτός, θα τον ξέσκιζαν τα σκυλιά και οι γύπες ξαπλωμένο στο χώμα, να αλάφρωνε κι εκείνου η πίκρα του, που του έχει σκοτώσει τόσους γιους ή άλλους πούλησε μακριά. Ήδη ψάχνει να βρει τον Πολύδωρο και το Λυκάονα, αλλά δεν τους βρίσκει πουθενά στο κάστρο όπου κλείστηκαν οι άλλοι Τρώες, για τους οποίους, αν ήξερε ότι ζουν θα πρόσφερε χρυσάφι και χαλκό ως λύτρα.

Χ 338-43 ο Έκτορας τον εξορκίζει στη ζωή, στα νιάτα και στους γονιούς του να μην τον αφήσει να τον σπαράξουν οι σκύλοι στ’ αργίτικα καράβια, αλλά να δεχτεί χαλκό και χρυσάφι ως λύτρα από τους γονείς του και να γυρίσει το σώμα του στο σπίτι του, να βάλουν οι Τρώες με τις γυναίκες τους φωτιά και να τον κάψουν.

Αλλά και μ’ αυτά δεν καταφέρνουν να σώσουν τη ζωή τους ο Άδραστος και ο Δόλωνας. Οι λόγοι που οδηγούν στην άρνηση της εξαγοράς είναι η πολεμική μανία, η διάθεση εκδίκησης που δεν επιτρέπει εξαιρέσεις από το θάνατο, και στη δεύτερη το πολεμικό συμφέρον.

Ζ 45-50 ο Άδραστος παρακαλεί το Μενέλαο να τον πιάσει αιχμάλωτο και να δεχτεί λύτρα από τον πατέρα του, που θα έδινε αμέτρητα για να σώσει το γιο του.
Κ 378-81 ο Δόλωνας παρακαλεί τον Οδυσσέα και το Διομήδη να μην τον σκοτώσουν, αλλά να δεχτούν λύτρα.
Λ 131 ένας ακόμα παρακαλεί μάταια για τη ζωή του υποσχόμενος λύτρα

Για μας σήμερα η αξία ενός ανθρώπου δεν ξεπληρώνεται με όλο το χρυσάφι του κόσμου και αυτό το νόημα εκφράζει και ο Αχιλλέας όταν δηλώνει στον Έκτορα ότι κι αν του έδιναν λύτρα δέκα ή είκοσι φορές και να του έταζαν κι άλλα, κι αν ακόμα του έλεγε ο πατέρας του να του δώσει χρυσάφι του βάρους του και πάλι δε θα δεχόταν.

Χ 346-54 ο Αχιλλέας λέει ότι όσο τον σπρώχνει η λύσσα του να κόψει και να φάει ωμές τις σάρκες του για αυτά που του έχει κάνει, άλλο τόσο είναι αλήθεια ότι κανείς δε θα διώξει από το κεφάλι του τους σκύλους, κι αν ακόμα του έφερναν την ξαγορά του σε λύτρα δέκα ή είκοσι φορές και να του έταζαν κι άλλα. Κι αν ακόμα του έλεγε ο πατέρας του να του δώσει χρυσάφι του βάρους του, και πάλι η μάνα του δε θα τον βάλει στο στρώμα του να τον μοιρολογήσει, αλλά θα τον φάνε ολάκερο οι σκύλοι και οι γύπες.

Οι περισσότερες αναφορές στην ξαγορά αφορούν την περίπτωση του πτώματος του Έκτορα. Το θέμα προετοιμάζεται ήδη από τη σκηνή του θανάτου, όπου ο Έκτορας ικετεύει τον Αχιλλέα να δεχτεί από τους γονείς του λύτρα, όχι για τη ζωή του, αλλά για την παράδοση του πτώματός του. Η απάντηση του Αχιλλέα, όπως θα περιμέναμε, είναι αρνητική: την αξία του Έκτορα, που ισοδυναμεί με την εκδίκησή του για τον Πάτροκλο, δεν την εξισώνει οποιαδήποτε κοστολόγηση.

Τελικά με τη μεσολάβηση των θεών αποφασίζεται η επιστροφή του πτώματος, και η ξαγορά που φέρει ο Πρίαμος είναι (Ω 228-37):
12 πεντάμορφα κιλίμια
12 μονές κάπες
12 σκεπάσματα
10 τάλαντα χρυσάφι
2 τρίποδες
4 λέβητες
1 όμορφη κούπα, δώρο των Θρακιωτών

Η προσφορά του Πριάμου χαρακτηρίζεται άμετρη, πλούσια, όχι ανάξια λόγου, ώστε ο Αχιλλέας γι’ αυτήν, και εξαιτίας βέβαια της εντολής των θεών, αποφασίζει να παραδώσει το πτώμα του Έκτορα. Αφήνει όμως ένα καλόφαντο πανί και δυο κιλίμια, για να σκεπάσουν το νεκρό, όταν θα τον πάρουν.

Ω 495-506 από τους 50 γιους που είχε οι πιο πολλοί σκοτώθηκαν στον πόλεμο και τον πιο ξεχωριστό, ο οποίος προστάτευε την Τροία και τους ίδιους, τον σκότωσε ο Αχιλλέας. Για χάρη αυτού φέρνει άμετρη εξαγορά
Ω 553-8 ο Πρίαμος δεν μπορεί να ησυχάσει όσο ο γιος του βρίσκεται κάπου παραριγμένος στην καλύβα. Ζητά από τον Αχιλλέα να δεχτεί την πλούσια εξαγορά να τον δει με τα μάτια του και του εύχεται να γυρίσει γερός στην πατρίδα του, αφού άφησε κι εκείνον να ζήσει.
Ω 592-5 ο Αχιλλέας ζητά από τον Πάτροκλο να μην του θυμώσει που έδωσε τον Έκτορα για ταφή και όχι στα σκυλιά, όπως του είχε υποσχεθεί, αφού τα λύτρα δεν είναι ανάξια λόγου. Εξάλλου θα έχει κι εκείνος το μερτικό του.
Ω 579-80 ο Αχιλλέας με τον Άλκιμο και τον Αυτομέδοντα ξεφορτώνουν τα λύτρα που έφερε ο Πρίαμος, αφήνουν όμως ένα καλόφαντο πανί και δυο κιλίμια, για να σκεπάσουν το νεκρό, όταν θα τον πάρουν.

Σχετικά με τον πλούτο ο Πρίαμος αναφέρει ότι είναι πρόθυμος να δώσει τη δική του περιουσία, αλλά και εκείνη του πατέρα της Λαοθόης, μητέρας του Λυκάονα και Πολύδωρου.

Φαίνεται ότι η παραμονή του Πριάμου στη σκηνή του Αχιλλέα, αν γινόταν γνωστή θα μπορούσε να δημιουργήσει διπλωματικό επεισόδιο, οπότε θα αργούσε πολύ να πραγματοποιηθεί και θα χρειάζονταν ίσως τριπλά λύτρα.

Ω 650-5 ο Αχιλλέας λέει στον Πρίαμο να κοιμηθεί να μην τον δει κανείς Αργίτης και το πει στον Αγαμέμνονα, οπότε θα περάσει πολύς καιρός μέχρι να λυτρώσει το γιο του.
Ω 686-8 ο Ερμής λέει στον Πρίαμο ότι κι αν λύτρωσε το γιο του, αν μάθαινε ο Αγαμέμνονας ότι είναι εκεί, θα χρειάζονταν τριπλά λύτρα για να τον λυτρώσουν οι γιοι του.

Β.
ΙΚΕΤΕΥΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ

Όταν ο άνθρωπος διακατέχεται από ανασφάλεια για τις πεπερασμένες ανθρώπινες δυνατότητές του, η εμπιστοσύνη του στην απεριόριστη θεϊκή δύναμη του δίνει ελπίδες. Έτσι στις δύσκολες περιστάσεις η διαχρονική συναίσθηση αδυναμίας του ανθρώπου τον σπρώχνει να επικαλεστεί, είτε ομαδικά είτε ως άτομο, τη θεϊκή βοήθεια για να σώσει τη ζωή του. Η σκοπιμότητα της ικεσίας δε βλέπουμε να διαφέρει από τη σύγχρονη ηθική, απλώς εντάσσεται στο θρησκευτικό τυπικό της Ομηρικής εποχής.

Ομαδική ικεσία

Καθώς οι στρατιώτες ετοιμάζονται να μπουν στη μάχη, κι εμείς σχηματίζουμε την εντύπωση ότι ο πόλεμος τώρα μόλις αρχίζει, κρίνεται απαραίτητη η ικεσία, μια καθιερωμένη τακτική στην αρχή κάθε μάχης, που συνοδεύει θυσία στους θεούς, να τους γλιτώσουν από το θάνατο.

Β 400-1 οι στρατιώτες κάνουν θυσίες στους θεούς παρακαλώντας τους να τους γλιτώσουν από τον κίνδυνο της μάχης και από το Χάρο

Ομαδική είναι και η ικεσία των γυναικών της Τροίας- του άμαχου πληθυσμού που συμπάσχει με τους ενεργούς υπερασπιστές της πόλης για την τύχη της- προς τη θεά Αθηνά να σώσει την Τροία σταματώντας την πολεμική μανία του Διομήδη.

Ζ Οι Τρωαδίτισσες παρακαλούν τη θεά Αθηνά να τους σώσει συντρίβοντας την ορμή του Διομήδη.

Στα πλαίσια της ομαδικής ικεσίας, αλλά για τη σωτηρία ενός ήρωα, από τον οποίο όμως κρεμόταν η τύχη ολόκληρου του στρατού, ανήκει η περίπτωση του ισχυρού Αίαντα, ο οποίος με δυσκολία κρύβει τους φόβους του στην επικείμενη μονομαχία με τον Έκτορα, γι’ αυτό βάζει τους Αχαιούς να προσευχηθούν γι’ αυτόν.

Η 192 ο Αίας ελπίζει ότι θα ρίξει κάτω τον Έκτορα στη μονομαχία, κατά βάθος όμως φοβάται, ώστε βάζει τους Αχαιούς να κάνουν παράκληση στο Δία να τον βοηθήσει.

Ατομική ικεσία

Στον αντίποδα αυτού του παραδείγματος (=ένας ικετεύει για τη σωτηρία των πολλών) βρίσκεται η ικεσία του Νέστορα προς το Δία να γλιτώσει τους Αχαιούς, των οποίων η θέση είναι δύσκολη μετά το γκρέμισμα του τείχους τους από τον Απόλλωνα.

Ο 372-6 ο Νέστορας, όταν ο Απόλλωνας γκρέμισε το τείχος, παρακάλεσε το Δία να τους γλιτώσει από το Χάρο.
Θ 242-4 ο Αγαμέμνονας παρακαλεί το Δία να μην αφήσει τους Αχαιούς να χαθούν ολοσχερώς.

Στα πλαίσια ατομικής ικεσίας συναντάμε το παράδειγμα ενός που ικετεύει για τη ζωή άλλου: ο Αχιλλέας προσεύχεται στο Δία, όταν στέλνει τον Πάτροκλο στη μάχη, να κερδίσει δόξα και να γυρίσει ο φίλος του ζωντανός από τη μάχη, αλλά από τα δυο αυτά αιτήματα ο Δίας εισάκουσε μόνο το πρώτο.

*Π 246-8 ο Αχιλλέας προσεύχεται στο Δία, στέλνοντας τον Πάτροκλο στη μάχη, να διώξει τους Τρώες από τα καράβια και να γυρίσει άβλαβος πίσω, Π 252 αλλά από τα δύο αυτά αιτήματα ο Δίας δέχεται μόνο το πρώτο.

Ικεσία στους θεούς με σπονδή κάνει, μετά από πρόταση της Εκάβης, ο Πρίαμος στο Δία να γυρίσει ζωντανός από το στρατόπεδο των Αχαιών, όπου ετοιμάζεται να πάει στον Αχιλλέα για να πάρει το πτώμα του Έκτορα για ταφή. Καταλαβαίνουμε ότι το χαροκαμένο πατέρα δεν τον μέλει η σωτηρία της ζωής του, αλλά αυτό είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να ολοκληρώσει το χρέος του στο νεκρό γιο του.

Ω 283-98 η Εκάβη με μαραμένα σπλάχνα φέρνει μια κούπα στον Πρίαμο να κάνει τουλάχιστον πριν ξεκινήσει σπονδή στο Δία να γυρίσει στο σπίτι του γερός από τους εχθρούς και να του ζητήσει να του στείλει οιωνό στα δεξιά του, διαφορετικά θα τον συμβούλευε να μην πάει.

Μοναδική περίπτωση ατόμου που ικετεύει για τη ζωή του είναι η περίπτωση του Αχιλλέα, όχι όμως από το φόβο του θανάτου, αφού ο ήρωας έχει επιλέξει συνειδητά με τις πράξεις του το θάνατο, αλλά από παράπονο για τον τρόπο και τη μορφή του θανάτου, που όπως πιστεύει ο ίδιος δεν του ταιριάζει, γιατί ο θάνατος στα νερά του ποταμού είναι και φρικτός και άδοξος: θα ταίριαζε σ’ ένα βοσκαρούδι και όχι σ’ ένα ήρωα σαν κι αυτόν.

Φ 273-83 ο Αχιλλέας παρακαλεί το Δία να βρεθεί κάποιος να τον σώσει. Δεν τον πειράζει που θα πεθάνει, αλλά που η μητέρα του του είπε, όπως νομίζει, ψέματα, ότι θα πεθάνει κάτω από τα τείχη της Τροίας χτυπημένος από τον Απόλλωνα. Εύχεται να έπεφτε τουλάχιστον από τον Έκτορα, και έτσι θα αποκτούσε δόξα και αυτός που σκότωσε και ο σκοτωμένος. Τώρα θρηνεί που θα έχει φριχτό θάνατο, άδοξο, στο ποτάμι σα βοσκαρούδι που το πνίγει το ορμητικό ρέμα το μεσοχείμωνο.

Σε δύσκολη θέση μας φέρνει η ικεσία του Σκάμανδρου στην Ήρα να σταματήσει το γιο της που με τη φωτιά του κινδυνεύει (να πεθάνει;!) από ασφυξία. Είναι η μοναδική Φ 373-6 ο Σκάμανδρος ασφυκτιώντας από τη φωτιά του Ηφαίστου παρακαλεί την Ήρα να σταματήσει το γιο της κι εκείνος δεν πρόκειται να γλιτώσει ποτέ κανένα Τρώα από το θάνατο ούτε όταν θα καίει φωτιά την Τροία.

Ανεκπλήρωτη ευχή
Περίπτωση ανεκπλήρωτης ευχής είναι του Αχιλλέα που στέλνοντας τον Πάτροκλο στη μάχη εύχεται -μάταια- στο Δία, τον Απόλλωνα και την Αθηνά να μην ξέφευγε κανείς από το Χάρο, ούτε Τρώας ούτε Αργίτης, παρά μόνο ο ίδιος και ο Πάτροκλος, να κυριεύσουν την Τροία. Π 97-100

Π 97-100 ο Αχιλλέας στέλνοντας τον Πάτροκλο στη μάχη εύχεται -μάταια- στο Δία, τον Απόλλωνα και την Αθηνά να μην ξέφευγε κανείς από το Χάρο, ούτε Τρώας ούτε Αργίτης, παρά μόνο ο ίδιος και ο Πάτροκλος, να κυριεύσουν την Τροία.

Ανεκπλήρωτη ευχή σε διαφορετικό όμως κλίμα, συμπόνιας και κατανόησης είναι του Ηφαίστου: να μπορούσε να απομακρύνει το θάνατο από τον Αχιλλέα όταν θα τον πλησίαζε ο θάνατος.

Σ 463-5 ο Ήφαιστος συμπονώντας τη Θέτιδα την παρηγορεί και εύχεται να μπορούσε να διώξει τον οργισμένο θάνατο από το παιδί της, όταν θα τον ζυγώνει η άσπλαχνη μοίρα

Ευχή στη δικαιοσύνη της μοίρας κάνει ο Μενέλαος όταν πρόκειται να μονομαχήσει με τον Πάρη και δε ζητά τη σωτηρία του, αλλά την επικράτηση του μοιραίου.

Γ101 ο Μενέλαος, όταν πρόκειται να μονομαχήσει με τον Πάρη, εύχεται να βρει θάνατο όποιος του γράφει η μοίρα να πεθάνει

Ευχή να γλιτώσει από το θάνατο
Φ 316-23 ο Σκάμανδρος λέει στο Σιμόεντα για τον Αχιλλέα ότι δε θα τον γλιτώσουν ούτε η ομορφιά ούτε η δύναμη ούτε τα άρματα που θα βρεθούν να κείτονται κάτω από τα νερά του στη λάσπη. Θα τον τυλίξει με την άμμο του στοιβάζοντας πάνω του χαλίκια και τα κόκαλά του δε θα τα βρουν οι Αχαιοί να τα μαζέψουν. Τόση λάσπη θα ρίξει πάνω του. Αυτό θα είναι το μνήμα του και δε θα χρειαστεί να ρίξουν άλλο χώμα πάνω του.

ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΘΕΩΝ ΣΤΟΥΣ ΑΝΤΙΜΑΧΟΜΕΝΟΥΣ ΛΑΟΥΣ
Όπως οι άνθρωποι ανήκουν σε δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα, έτσι και οι θεοί είναι χωρισμένοι σε δυο αντίπαλες παρατάξεις βοηθώντας τους προστατευόμενούς τους ήρωες ή λαούς. Ενδεικτικά η Αθηνά, η Ήρα και ο Ποσειδώνας, Ερμής και Ήφαιστος υπερασπίζουν τους Αχαιούς, ενώ ο Απόλλωνας, Άρτεμη, ο Άρης, Λητώ, η Αφροδίτη και Ξάνθος ή Σκάμανδρος τους Τρώες. Η στάση του Δία δεν είναι σταθερή, αλλά καθορίζεται από την ικεσία της Θέτιδας και είναι καθοριστική για την πορεία του πολέμου.

Η συμπαράσταση μπορεί να αφορά ολόκληρο το στρατό ή να απευθύνεται σε ένα συγκεκριμένο ήρωα.. Οι ήρωες που συνήθως έχουν τη συμπαράσταση κάποιου θεού είναι οι μεγάλοι ήρωες, κυρίως όμως αδυναμία έχει η Αθηνά στο Διομήδη, στον Οδυσσέα και στον Αχιλλέα, η Ήρα και η Αθηνά στον Αχιλλέα, ο Ποσειδώνας στον Αγαμέμνονα, στον Αχιλλέα, τον Αινεία και τον Αντίλοχο, ο Απόλλωνας στον Έκτορα, στον Αντήνορα και στον Πολυδάμαντα, η Αφροδίτη στο γιο της Αινεία κ.τ.λ. Ο πατέρας των θεών ενδιαφέρεται για το γιο του Σαρπηδόνα και για τον Έκτορα. Δηλαδή οι ήρωες που επισύρουν τη συμπάθεια και τη βοήθεια των θεών είναι οι μεγάλοι ήρωες, ένας από κάθε στρατόπεδο, ο Αχιλλέας και ο Έκτορας. Προς όλους τους Τρώες φαίνεται να ενεργεί ο Απόλλωνας και ο ποταμός Σκάμανδρος, ενώ την αγάπη της προς όλους τους Αχαιούς εκφράζει η άρνηση της Ήρας να βοηθήσει τον Αινεία.

Η βοήθεια μπορεί να είναι φανερή ή κρυφή και μάλιστα παραβαίνοντας τις εντολές του Δία.

Σπάνια είναι κάποια παραπλανητική ενέργεια θεού προς ήρωα, όπως το απατηλό όνειρο του Δία προς τον Αγαμέμνονα.

Η παρέμβαση - εμφάνιση ενός θεού συνήθως γίνεται αντιληπτή μόνο από τον ήρωα ο οποίος καρπώνεται το όφελος: μόνο ο Αχιλλέας βλέπει την Αθηνά που τον συγκρατεί στο Α από το να σκοτώσει τον Αγαμέμνονα. Μπορεί ακόμα ο ήρωας να αντιληφθεί την ενέργεια ενός θεού με τη λογική του: ο Αχιλλέας υποθέτει ότι ο ερχομός του Πρίαμου στη σκηνή του δεν έγινε χωρίς θεϊκή συνοδεία, ή ακόμα και με το ένστικτο: ο Πάτροκλος «ξέρει» ότι ο θάνατός του οφείλεται κυρίως στην ενεργό μεσολάβηση του Απόλλωνα.

Τρόποι βοήθειας - συμπαράστασης
Προστασία στη μάχη
Στο Ο ο Απόλλωνας σπάζει το τόξο του Τεύκρου που σημάδευε τον Έκτορα.
Στο Υ η Αθηνά λοξοδρομεί το κοντάρι του Έκτορα που κατευθυνόταν προς τον Αχιλλέα.
Στο Χ η Αθηνά έχοντας πάρει τη συγκατάθεση του Δία κατεβαίνει να βοηθήσει τον Αχιλλέα στη μονομαχία με τον Έκτορα. Αρχικά τον ενθαρρύνει και με τη μορφή του Δηίφοβου πείθει τον Έκτορα να μείνει να μονομαχήσει με τον Αχιλλέα και όταν ο Αχιλλέας ρίχνει το κοντάρι του τού το επιστρέφει.
Στο Ρ ο Δίας απλώνει πυκνή ομίχλη γύρω από το νεκρό Πάτροκλο και στέλνει την Αθηνά να ξεσηκώσει τους Αχαιούς.
Στο Σ η Αθηνά σκεπάζει τους ώμους του Αχιλλέα, καθώς είναι άοπλος, με την ασπίδα της, το κεφάλι του με σύννεφο και από πάνω βάζει φωτιά κι έτσι ο ήρωας φωνάζει τρομάζοντας τους Τρώες και μαζί του η θεά, για να μπορέσουν οι Αχαιοί να πάρουν το πτώμα του Πατρόκλου.

Σωτηρία - απομάκρυνση από το πεδίο της μάχης
Στο Γ η Αφροδίτη αρπάζει από το πεδίο της μάχης τον Πάρη κατά τη μονομαχία του με το Μενέλαο και τον μεταφέρει μέσα στην Τροία σώζοντάς του τη ζωή.
Στο Ε η Αφροδίτη γλιτώνει το γιο της Αινεία αρπάζοντάς τον μετά το χτύπημα του Διομήδη και όταν αυτή πληγώνεται αναλαμβάνει τη σωτηρία του ο Απόλλωνας.
Στο Υ ο Απόλλωνας αρπάζει το Έκτορα κατά την επίθεση του Αχιλλέα αφήνοντας ομίχλη στη θέση του.
Στο Φ ο Απόλλλωνας αρπάζει με σύννεφο τον Αγήνορα, τον οποίο προηγουμένως ενθάρρυνε να αντισταθεί στον Αχιλλέα, απομακρύνοντάς τον από το πεδίο της μάχης και παραπλανά τον Αχιλλέα που τον καταδίωκε.

Ενθάρρυνση - συμπαράσταση -ξεσηκωμός
Στο Κ ο Απόλλωνας ξεσηκώνει τους Θράκες εναντίον των Αχαιών κατασκόπων Οδυσσέα και Διομήδη.
Στο Ε η Αθηνά συμπαρίσταται, ενθαρρύνει και συμβουλεύει το Διομήδη και τον ενδυναμώνει, όταν πληγώνεται από τον Πάνδαρο.
Στο Δ ο Απόλλωνας ενθαρρύνει τους Τρώες.
Στο Θ η Ήρα φωτίζει τον Αγαμέμνονα να ενθαρρύνει τους Αχαιούς.
Στο Ν ο Ποσειδώνας, καθώς ο Δίας έχει εξαπατηθεί από την Ήρα και κοιμάται, πάει στην Τροία, όπου ενθαρρύνει τους κυριότερους ήρωες των Αχαιών.
Στο Υ ο Απόλλωνας εμψυχώνει τον Αινεία να αντισταθεί στον Αχιλλέα.
Στο Κ η Αθηνά συμπαρίσταται στον Οδυσσέα και Διομήδη στην επιχείρηση κατασκοπείας.
Στο Υ ο Απόλλωνας δεν αφήνει τον Έκτορα να τα βάλλει με τον Αχιλλέα.

Παροχή συμβουλών
Στο Α η Αθηνά σταλμένη από την Ήρα συμβουλεύει τον Αχιλλέα να συγκρατήσει την οργή του και να μη σκοτώσει τον Αγαμέμνονα, αλλά να εκτονωθεί με λόγια.
Στο Ρ ο Απόλλωνας μεταμορφωμένος ειδοποιεί τον Έκτορα ότι είναι άσκοπο να κυνηγά τα άλογα του Αχιλλέα και ότι πρέπει να φροντίσει το πτώμα του Εύφορου.
Στο Λ η Ίριδα μεταφέρει την εντολή του Δία στον Έκτορα να μη δράσει, έως ότου πληγωθεί ο Αγαμέμνονας.
Στο Υ ο Απόλλωνας δεν αφήνει τον Έκτορα να τα βάλλει με τον Αχιλλέα.

Μεταφορά αιτημάτων - μεσολάβηση
Στο Α η Θέτιδα ικετεύει το Δία να τιμήσει το γιο της.
Στο Σ η Θέτιδα ακούγοντας το θρήνο του Αχιλλέα ανεβαίνει από τη θάλασσα με τις αδελφές της, παρηγορεί το γιο της, του αποκαλύπτει τη μοίρα του και προθυμοποιείται να ζητήσει από τον Ήφαιστο να του φτιάξει καινούρια πανοπλία.

Συμμετοχή στη μάχη
Στο Ο ο Απόλλωνας πρωτοστατώντας στη μάχη δημιουργεί πέρασμα για τους Τρώες και γκρεμίζει το τείχος.
Στο Π ο Απόλλωνας πρωτοστατεί στο θάνατο του Πατρόκλου χτυπώντας πισώπλατα τον ήρωα, με αποτέλεσμα να ξεγυμνωθεί από τα όπλα του.

Αποτροπή κινήσεων
Στο Α η Αθηνά σταλμένη από την Ήρα συμβουλεύει τον Αχιλλέα να συγκρατήσει την οργή του και να μη σκοτώσει τον Αγαμέμνονα, αλλά να εκτονωθεί με λόγια Στο Λ η Ίριδα μεταφέρει την εντολή του Δία στον Έκτορα να μη δράσει, έως ότου πληγωθεί ο Αγαμέμνονας.
Στο Υ ο Απόλλωνας δεν αφήνει τον Αχιλλέα να τα βάλει μα τον Αχιλλέα.

Συνοδεία
Στο Ο Ερμής συνοδεύει τον Πρίαμο με ασφάλεια ως τη σκηνή του Αχιλλέα και τον ξυπνά νωρίς το επόμενο πρωί για να φύγει πριν τον πάρουν είδηση οι Αχαιοί.

Επαναφορά σωματικών δυνάμεων
Στο Ε η Αθηνά ενδυναμώνει το Διομήδη όταν πληγώνεται από τον Πάνδαρο.
Στο Ε ο Βοριάς με το δροσερό του φύσημα επαναφέρει τις δυνάμεις του Σαρπηδόνα.

Εισάκουση προσευχής
Στο Α ο Απόλλωνας εισακούει την προσευχή του Χρύση στέλνοντας λοιμό στους Αχαιούς.
Στο Ρ ο Δίας διώχνει την ομίχλη από το πτώμα του Πατρόκλου κατά παράκληση του Αίαντα για να βρει κάποιον να ειδοποιήσει τον Αχιλλέα για το θάνατο του φίλου του.

Διένεξη με άλλους θεούς
Στο Ξ η Ήρα οργανώνει και υλοποιεί σχέδιο εξαπάτησης του Δία, προκειμένου να μεταστραφεί η πορεία του πολέμου.
Στο Θ η Ήρα και η Αθηνά ετοιμάζονται να κατεβούν με το άρμα τους να βοηθήσουν τους Αχαιούς, αλλά εμποδίζονται από την Ίριδα.
Στο Υ η Ήρα θέλει με την Αθηνά και τον Ποσειδώνα να αντισταθούν στον Απόλλωνα, πρόταση που δεν εγκρίνεται.
Στο Φ πολλοί θεοί πολεμούν μεταξύ τους για χάρη των ανθρώπων, με εξαίρεση τον Απόλλωνα και τον Ποσειδώνα.

Προστασία νεκρού
Στο Ω οι θεοί θέλουν να κλέψουν το πτώμα του Έκτορα από τον Αχιλλέα για να ταφεί. Μεσολαβούν στο Δία που αποφασίζει να στείλει τη Θέτιδα να πείσει το γιο της να αποδώσει το πτώμα.
Στο Π ο Ύπνος και ο Θάνατος φροντίζουν το νεκρό Σαρπηδόνα κατ’ εντολή του Δία.
Στο Ρ ο Δίας απλώνει πυκνή ομίχλη γύρω από το νεκρό Πάτροκλο και στέλνει την Αθηνά να ξεσηκώσει τους Αχαιούς.
Στο Ρ ο Δίας διώχνει την ομίχλη από το πτώμα του Πατρόκλου κατά παράκληση του Αίαντα για να βρει κάποιον να ειδοποιήσει τον Αχιλλέα για το θάνατο του φίλου του.
Στο Ω η Ίριδα λέει στον Πρίαμο να ζητήσει το πτώμα του γιου του από τον Αχιλλέα.

Θεοί που διώχνουν το θάνατο για χάρη των προστατευομένων τους
Συγκεκριμένος θεός

Λ 163-5 ο Δίας όσο ο Αγαμέμνονας αριστεύει κρατά τον Έκτορα μακριά από τις ριξιές, τη σφαγή, το αίμα και τη σκόνη.
Χ 174-6 ο Δίας προτείνει στους θεούς να σκεφτούν αν θα γλιτώσουν τον Έκτορα από το θάνατο ή θα τον αφήσουν να πέσει από τα χέρια του Αχιλλέα, κι ας είναι τόσο ανδρείος.
Μ 402-3 ο Δίας για να μην πέσει ο γιος του Σαρπηδόνας στις πρύμνες των καραβιών των Αχαιών, έδιωξε το Χάρο απ’ αυτόν.
Π 433-8 ο Δίας λέει στην Ήρα ότι βρίσκεται σε δίλημμα, αν πρέπει να αρπάξει το γιο του Σαρπηδόνα και να τον φέρει στη Λυκία πριν τον βρει ο θάνατος, ή να τον αφήσει να σκοτωθεί από τον Πάτροκλο
Δ 11 Ο Δίας πειράζοντας την Ήρα λέει ότι εκείνη με την Αθηνά βοηθούν τους προστατευόμενούς τους από μακριά, ενώ η Αφροδίτη ξέρει να παραστέκει και να διώχνει το θάνατο από το φίλο της.
Ε 310 ο Αινείας χτυπημένος από την πετριά του Διομήδη του σκεπάζει μαύρη νυχτιά τα μάτια, αλλά δεν πεθαίνει τελικά, γιατί τον βοηθά η μητέρα του Αφροδίτη, η οποία του απλώνει τον πέπλο της, για να μην κατάστηθα κανένα χτύπημα από Αργίτη και του πάρει τη ζωή
Ε 21-24 ο Ιδαίος πηδώντας κάτω από το αμάξι φεύγει χωρίς να βαστάξει να διαφεντέψει τον αδελφό του, το Φηγέα, που σκότωσε προηγουμένως ο Διομήδης, αλλά και αυτός ο ίδιος δε θα γλίτωνε αν δεν τον γλίτωνε ο Ήφαιστος σκεπάζοντάς τον με νύχτα, για να μην πέσει αβάστακτος καημός στον πατέρα τους που θα έχανε δυο παιδιά.
Ν 550-5 ο Αντίλοχος καταφέρνει να αποσπάσει την πανοπλία από το νεκρό Θόωνα κι ας του ρίχνανε πλήθος Τρώων, γιατί τον προστάτευε ο Ποσειδώνας.
Υ 288-91 αν το μάτι του Ποσειδώνα δεν έβλεπε τον Αινεία που πολεμούσε με τον Αχιλλέα, θα έβρισκε ο Αινείας τον Αχιλλέα στο κράνος, που του έδιωχνε πάντα το μαύρο Χάρο, ή εκείνος θα τον σκότωνε με σπαθί.
Υ 300-4 ο Ποσειδώνας λέει στην Ήρα και την Αθηνά ότι τον Αινεία τον ξεγέλασαν τα λόγια του Απόλλωνα, όμως εκείνος σίγουρα δεν πρόκειται να του διώξει το χάρο. Γι’ αυτό πρέπει αυτοί να τον γλιτώσουν από το Χάρο, γιατί αν τον σκότωνε ο Αχιλλέας, θα θύμωνε ο Δίας, αφού είναι γραφτό του να ξεφύγει, για να μη σβήσει ολότελα άκληρο και ασήμαδο το γένος του Δάρδανου, που ο Δίας αγάπησε πιο πολύ απ’ όλα τα παιδιά του.
Φ 291-7 ο Ποσειδώνας πηγαίνοντας να βοηθήσει τον Αχιλλέα από τον ποταμό τού λέει ότι δεν είναι γραφτό του να πεθάνει από τον ποταμό, ο οποίος θα γαληνέψει γρήγορα και τον συμβουλεύει να μη σταματήσει να χτυπά τους Τρώες, μέχρι να κλειστούν στο κάστρο τους, αλλά αφού σκοτώσει τον Έκτορα να γυρίσει στα πλοία.
Ο 520-44 ο Μέγης σημαδεύει τον Πολυδάμα, αλλά ο Απόλλωνας δεν άφησε να σκοτωθεί και έτσι πετυχαίνει τον Κροίσμο. Καθώς σκύβει να τον γδύσει σημαδεύεται από το Δόλοπα χωρίς επιτυχία, αλλά και αυτός δεν πετυχαίνει το στόχο του, έως ότου έρχεται ο Μενέλαος και τον χτυπά πισώπλατα και του παίρνουν τα όπλα.
Φ 538-9 ο Απόλλωνας χύθηκε να γλιτώσει τους Τρώες από το θάνατο.
Φ 547-8 ο Απόλλωνας συμπαραστέκεται στον Αντήνορα και στέκεται στο πλευρό του να διώξει από πάνω του τη βαριά Μοίρα του θανάτου.
Υ 441-4 ο Αχιλλέας λυσσώντας ορμά πάνω στον Έκτορα γυρεύοντας να πάρει τη ζωή του, όμως εκείνον τρέχει και τον αρπάζει ο Απόλλωνας εύκολα σα θεός και σκορπίζει πάνω του πυκνή αντάρα.
Χ 202-4 ο ποιητής ρωτά πώς θα γλίτωνε ο Έκτορας από το Χάρο αν δεν ερχόταν ο Απόλλωνας να του χαρίσει ορμή και γοργά πόδια.
Υ 310-7 η Ήρα απαντώντας λέει στον Ποσειδώνα να πάρει μόνος του την απόφαση αν θα σώσει τον Αινεία, αφού αυτήν και την Αθηνά τις έχουν ακούσει πολλές φορές οι αθάνατοι να ορκίζονται μπροστά τους να μη γλιτώσουν ποτέ κανένα Τρώα από το θάνατο, ούτε όταν θα καίγεται από φωτιά η Τροία απ’ άκρη σ’ άκρη
Φ 136-8 ο θυμός του ποταμού δυνάμωσε πώς να κόψει τη φόρα του Αχιλλέα και να διώξει το θάνατο από τους Τρώες.
Φ 259-60 ο ποταμός ορμά πάνω στον Αχιλλέα θέλοντας να κόψει τη φόρα του και να διώξει το θάνατο από τους Τρώες.
Φ 328-41 η Ήρα φοβούμενη μήπως ο Σκάμανδρος πνίξει τον Αχιλλέα στέλνει τον Ήφαιστο να ανάψει φωτιά.
Φ 373-6 ο Σκάμανδρος ασφυκτιώντας από τη φωτιά του Ηφαίστου παρακαλεί την Ήρα να σταματήσει το γιο της κι εκείνος δεν πρόκειται να γλιτώσει ποτέ κανένα Τρώα από το θάνατο ούτε όταν θα καίει φωτιά την Τροία.
Φ 458-60 ο Ποσειδώνας διώχνει τον Απόλλωνα εμποδίζοντάς τον να αναμετρηθούν αναφέροντας την ιστορία του Λαομέδοντα, τον οποίο υπηρετούσαν κάποτε και στο τέλος τους έδιωξε με απειλές. Πειραγμένος από τότε αναρωτιέται πώς ο Απόλλωνας βοηθά τους Τρώες και δε στέκεται με τους Αχαιούς να δουν πώς θα ξεκληρίσουν τους Τρώες.
Φ 463-5 ο Απόλλωνας αρνείται να αναμετρηθεί με τον Ποσειδώνα για χάρη των θνητών που μια τρανεύουν σαν τα φύλλα των δέντρων όλο ζωή κα φλόγα τρώγοντας απ’ τον καρπό της γης τους και μια πεθαίνουν κι αφανίζονται
Χ 179-80 την άποψη του Δία απορρίπτει η Αθηνά, αφού το θάνατό του έχει από χρόνια αποφασίσει η μοίρα.
Χ 208-13 όταν φτάνουν για τέταρτη φορά πια στις βρυσομάνες, ο Δίας τέντωσε τη ζυγαριά του και έβαλε δεξιά και αριστερά δυο κλήρους του ανήλεου θανάτου, στη μια του Έκτορα και στην άλλη του Αχιλλέα. Καθώς τη σήκωσε από τη μέση το ριζικό του Έκτορα γέρνει στον Άδη και αμέσως τον άφησε ο Απόλλωνας.
Χ 218-21 η Αθηνά δηλώνει στον Αχιλλέα ότι θα τον βοηθήσει να σκοτώσουν μαζί τον Έκτορα για να αποκτήσουν δόξα και ότι δε γίνεται να γλιτώσει καθόλου ο Έκτορας, ακόμα κι αν πασχίσει ο Απόλλωνας να κυλιστεί στα πόδια του Δία.

Γενικά κάποιος θεός
Ι 458-61 ο Φοίνικας λέει ότι σκέφτηκε να σκοτώσει τον πατέρα του, αλλά τον σταμάτησε κάποιος θεός θυμίζοντάς του του κόσμου τις βρισιές, το σούσουρο να τον φωνάζουν πατροκτόνο.

όλοι οι θεοί
Υ 179-95 ο Αχιλλέας προσπαθώντας να αποθαρρύνει τον Αινεία αναρωτιέται αν θέλει να τον σκοτώσει για να πάρει την εξουσία του Πριάμου. Ούτως ή άλλως όμως εκείνος δεν πρόκειται να τη δώσει σ’ εκείνον, αφού έχει πολλά παιδιά. Αλλά κι αν οι Τρώες του ξεχώρισαν χωράφι, αν τον σκότωνε, πάλι είναι πολύ δύσκολο να το πετύχει. Την άλλη φορά που είχαν βρεθεί αντιμέτωποι τον είχαν γλιτώσει ο Δίας και ο άλλοι αθάνατοι θεοί, τώρα όμως δεν πρόκειται να τον γλιτώσουν.

Σωτηρία με φυγή
Θ 342 ο Εκτορας σκοτώνει και από έναν Αχαιό καθώς έφευγαν.
Ι 21-2 ο Αγαμέμνονας θεωρεί ότι αφού ξέκανε τόσο στρατό κατά παραπλάνηση του Δία δεν του μένει άλλος δρόμος από την επιστροφή στη πατρίδα.
Λ 580-5 Ο Ευρύπυλος σκοτώνει τον Απισάονα και, καθώς επιχειρεί να του πάρει την πανοπλία του, τον παίρνει είδηση ο Πάρης, τον πληγώνει και εκείνος φεύγει να σωθεί.
Ξ 80-1 ο Νέστορας βλέποντας ότι ο αφανισμός των Αχαιών είναι σίγουρος δηλώνει ότι δεν είναι ντροπή και νύχτα να το βάλεις στα πόδια και να γλιτώσεις για να αποφύγεις το ξεκλήρισμα.
Ξ 402-8 ο Έκτορας σημαδεύει με το κοντάρι τον Αίαντα, αλλά εκείνος ξεφεύγει και χώνεται μέσα στο πλήθος να γλιτώσει.
Ο 573-90 Αντίλοχος σκοτώνει το Μελάνιππο χτυπώντας τον στο βυζί και ορμά πάνω του να του πάρει τα άρματα, όμως στη θέα του Έκτορα το `βαλε στα πόδια.
Ο 661-6 ο Νέστορας εξορκίζει τους Αχαιούς να δείξουν ανδρεία και να μην τραπούν σε φυγή σκεφτόμενοι αυτούς που έχουν στη ζωή και αυτούς που έχουν πεθάνει.
Π 692-7 Πάτροκλε, ο πρώτος ποιος που σκότωσες, ποιος ο στερνός αλήθεια, την ώρα αυτή, οι θεοί στο θάνατο που σ’ είχαν πια καλέσει; (αναφέρονται 9, ενώ οι άλλοι όταν τον είδαν που τους σκότωνε, τράπηκαν σε φυγή.)
Ρ 107-22 ο Μενέλαος, καθώς τον πλησιάζουν οι Τρώες, αφήνει το νεκρό του Πατρόκλου απροστάτευτο και τρέπεται σε φυγή. Βρίσκει όμως τον Αίαντα και του ανακοινώνει το θάνατο του Πατρόκλου και του ζητά να σώσουν το σώμα τουλάχιστον, αφού την πανοπλία του την πήρε ο Έκτορας.
Ρ 125-31 όταν φτάνουν ο Μενέλαος με τον Αίαντα κοντά στο νεκρό, ο Έκτορας σέρνει το νεκρό να κόψει το κεφάλι του και να πετάξει το σώμα του στα σκυλιά, με την εμφάνισή τους όμως δεν προλαβαίνει και τρέπεται σε φυγή, ενώ δίνει την πανοπλία στους Τρώες να τη μεταφέρουν στην Τροία, από την οποία θα έπαιρνε μεγάλη δόξα.
Σ 270-2 ο Πολυδάμαντας λέει χαρά σ’ αυτόν που θα καταφέρει την επομένη μέρα της εμφάνισης του Αχιλλέα να μπει στην Τροία, αλλά δεν ελπίζει κάτι τέτοιο, καθώς τους περισσότερους θα τους φάνε τα σκυλιά και οι γύπες, πράγμα που δε θα `θελε ν’ ακούσει ποτέ του
Τ 400-3 ο Αχιλλέας ζητά από τα αθάνατα άλογά του, τον Ξάνθο και το Βαλίο να προσπαθήσουν να τον γλιτώσουν και να μην τον αφήσουν στο πεδίο της μάχης νεκρό, όπως τον Πάτροκλο.
Υ 345-50 ο Αχιλλέας έκθαμβος από την εξαφάνιση του Αινεία, ενώ νόμιζε ότι τον είχε σκοτώσει, όταν συνέρχεται από την έκπληξη, αδιαφορεί, καθώς πιστεύει ότι δε θα τολμήσει να ξαναβρεθεί μπροστά του χαρούμενος που ξέφυγε του χάρου.
Υ 335-9 ο Ποσειδώνας συμβουλεύει τον Αινεία να τραπεί σε φυγή, όταν ξαναβρεθεί μπροστά στον Αχιλλέα, να μη βρεθεί στον Άδη, κι ας μην το γράφει ακόμη η Μοίρα του. Όταν ο Αχιλλέας σκοτωθεί και φύγει από τη μέση, τότε να μπει στην πρώτη γραμμή, αφού κανένας άλλος Αχαιός δεν μπορεί να τον σκοτώσει.
Υ 441-4 ο Αχιλλέας λυσσώντας ορμά πάνω στον Έκτορα γυρεύοντας να πάρει τη ζωή του, όμως εκείνον τρέχει και τον αρπάζει ο Απόλλωνας εύκολα σα θεός και σκορπίζει πάνω του πυκνή αντάρα.
Φ 34-63 το γιο του Πρίαμου Λυκάονα, που τον είχε πιάσει παλιότερα και τον είχε πουλήσει στη Λήμνο, αλλά αυτή ήταν η δωδέκατη μέρα που είχε επιστρέψει, κάποιος θεός τον ξανάριξε στα χέρια του και ήρθε η στιγμή που εκείνος θα τον έστελνε με το ζόρι στον Άδη. Όταν ο Αχιλλέας τον είδε γυμνό να τρέχει, γιατί είχε πετάξει τα όπλα του, για να μπορεί να τρέχει ευκολότερα και ο ιδρώτας τον έπνιγε και η κούραση του λύγιζε τα γόνατα, έμεινε έκθαμβος, δεν πίστευε στα μάτια του και θύμωσε, αφού αυτοί που μέχρι τώρα είχε σκοτώσει ανασταίνονταν, να ξαναβγούν από τον Κάτω Κόσμο. Αποφασίζει λοιπόν να τον σκοτώσει, για να διαπιστώσει αν ξανάρθει από εκεί κάτω ή η ζωοδότρα γη τον κρατήσει στα σπλάχνα της, που και τον πιο αντρειωμένο μέσα της κρατά και δεν τον αφήνει.
Φ 205-8 ο Αχιλλέας ορμά πάνω στους Παίονες, που τράπηκαν σε φυγή, όταν είδαν να πέφτει νεκρός από τα άσπλαχνα χέρια του Αχιλλέα ο πιο ανδρειωμένος τους.
Φ 553-70 ο Αντήνορας φοβάται ότι αν δοκιμάσει να φύγει μπροστά από τον Αχιλλέα, θα τον φτάσει εκείνος και θα τον ξαπλώσει χάμω. Αλλά κι αν έφευγε πάλι μακριά από το κάστρο, φοβάται μήπως τον έβλεπε και τον κυνηγούσε με τα γρήγορα πόδια του και τότε δε θα γλίτωνε από το Χάρο και από τη μοίρα του χαμού, γιατί ο Αχιλλέας δεν έχει ταίρι του στη δύναμη. Αν σταθεί να πολεμήσει μαζί του, ελπίζει ότι θα τον σκοτώσει, γιατί κι εκείνος είναι θνητός και έχει κορμί που θα πληγώνεται και ψυχή στα στήθη του.
Φ 609-11 οι Τρώες επωφελούμενοι από το κυνηγητό που κάνει ο Αχιλλέας του Απόλλωνα-Αγήνορα τρέχουν να μπουν στο κάστρο, χωρίς να περιμένουν να δουν ποιος γλίτωσε και ποιος χάθηκε στον πόλεμο, παρά βιαστικά έμπαιναν μέσα στο κάστρο, όσους γλίτωναν τα γόνατα και τα γοργά τους πόδια.
Χ 250-9 ο Έκτορας δηλώνει ότι δε φοβάται πια τον Αχιλλέα, όπως πριν που πήρε δρόμο, αλλά τώρα είναι έτοιμος να αναμετρηθούν και όποιον πάρει ο Χάρος. Του ζητά όμως να καλέσουν τους θεούς μάρτυρες για να κάνουν συμφωνία ότι αυτός δε θα ντροπιάσει το κορμί του σκληρόψυχα, αν καταφέρει να τον σκοτώσει, αλλά αφού πάρει τα άρματά του θα δώσει το κορμί του να το θάψουν οι Αχαιοί, και ζητά από εκείνον να κάνει το ίδιο.
Ω194-99 όταν ο Πρίαμος ρωτά τη γνώμη της Εκάβης για το μήνυμα της Ίριδας, εκείνη (στ. Ω 201-16) εκπλήσσεται από την τόλμη του να πάει μόνος του να αντικρίσει τον άνθρωπο που του σκότωσε πολλούς γενναίους γιους. Θα πρέπει να έχει καρδιά από σίδερο. Φοβάται ότι ο Αχιλλέας δε θα τον λυπηθεί, αλλά θα τον σκοτώσει, γι’ αυτό είναι προτιμότερο να τον κλαίνε από μακριά, καθούμενοι στο σπίτι τους, αφού η σκληρή του Μοίρα τού έκλωσε από τη μέρα που γεννήθηκε να τον φάνε άσπλαχνα σκυλιά μακριά από τους γονείς του έξω από την πόρτα άσπλαχνου άνδρα. Εκφράζει την ευχή να μπορούσε να του φάει το συκώτι, για να μπορέσει τουλάχιστον να πάρει το αίμα του πίσω, που δε φοβήθηκε την ώρα του χαμού του, αλλά στάθηκε μπροστά να υπερασπίσει τους Τρώες και τις Τρωαδίτισσες, χωρίς να σκεφτεί καθόλου να τραπεί σε φυγή για να γλιτώσει.
Ω 352-7 ο κήρυκας βλέποντας το μεταμορφωμένο σε νέο, Ερμή φοβάται ότι θα τους κάνει κομμάτια και προτείνει στον Πρίαμο να καβαλήσουν τα άλογα και να τραπούν σε φυγή ή να του πιάσουν τα γόνατα, μήπως τους λυπηθεί.
Η χαρά της σωτηρίας
Η 173-4 ο Νέστορας λέει ότι σε όποιον πέσει ο κλήρος να μονομαχήσει με τον Έκτορα θα αναγαλλιάσει, αν γλιτώσει από τη σκληρή πάλη.
Η 307-15 οι Τρώες χαίρονται και δεν πιστεύουν στα μάτια τους βλέποντας ζωντανό τον Έκτορα μετά τη μονομαχία με τον Αίαντα και αντίστοιχα οι Αχαιοί βλέποντας ζωντανό τον Έκτορα, ώστε ο Αγαμέμνονας θυσιάζει μοσχάρι στο Δία.

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΘΥΜΟΥ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ


Brygos-Scyphos
Attic; red figure;
Brygos Painter C. 490 B. C. Clay H: 25 cm AS Inv. No. IV 3710
Ο Πρίαμος προσέρχεται στην σκηνή του Αχιλλέα για να πάρει το σώμα του Έκτορα
Γερμανικό μουσείο

Ο θυμός του Αχιλλέα (Αχιλλέως μήνις) αποτελεί το κεντρικό θέμα που εκτυλίσσεται στην Ιλιάδα, ενώ γύρω από αυτό εκτυλίσσονται και άλλα θέματα. Ο θυμός αναπτύσσεται κυρίως στις ραψωδίες Α, Ι, Σ, Τ και Ψ, ενώ οι συνέπειές του καλύπτουν όλο το έπος και αναφέρονται και σε άλλα έργα του επικού κύκλου.

Ραψωδία Α.
Στη ραψωδία Α εντοπίζεται η αρχή του θυμού: η προσβολή του Αχιλλέα από τον Αγαμέμνονα, ώστε ο πρώτος αποφασίζει αρχικά να φύγει από την Τροία και να επιστρέψει στην πατρίδα του, τη Φθία, αργότερα όμως αλλάζει γνώμη και παραμένει στην Τροία, μένει όμως μακριά από τη μάχη, ζητώντας τη δικαίωσή του από θεούς και ανθρώπους. Η δικαίωση αυτή ¾για την εκτέλεση της οποίας η Θέτιδα μεταβαίνει στον Όλυμπο να ζητήσει από τον πατέρα θεών και ανθρώπων, το Δία, να δίνει τη νίκη στους Τρώες, έως ότου ο Αγαμέμνονας και οι Αχαιοί συνειδητοποιήσουν το σφάλμα τους και καταλάβουν την αξία του Αχιλλέα.¾ θα γίνει αφορμή για ολέθρια αποτελέσματα για τους Αχαιούς και θα αποτελέσει την απαρχή της καταστροφής του ίδιου του Αχιλλέα, ενώ και στον κύκλο των θεών γίνεται αφορμή για μικροκαυγάδες (ανάμεσα στο Δία και την Ήρα, με τη μεσολάβηση μάλιστα του Ηφαίστου υπέρ της μητέρας του), οι οποίοι όμως είναι ένα μικρό επεισόδιο που γρήγορα ξεχνιέται χωρίς να διαταράξει την αιώνια θεϊκή ευδαιμονία.

Ραψωδία Ι
Έχουν περάσει 15 μέρες από τον τσακωμό του Αχιλλέα με τον Αγαμέμνονα, 4 από την ικεσία της Θέτιδας στο Δία και μόλις 2 μέρες μάχης με απουσία του Αχιλλέα. Οι Αχαιοί πολύς νωρίς, καθώς μάλιστα το σχέδιο του Δία για ικανοποίηση του Αχιλλέα έχει μπει σε εφαρμογή, έχουν συνειδητοποιήσει πικρά το λάθος τους και πρώτος πρώτος ο Αγαμέμνονας, ο οποίος σπεύδει να στείλει αντιπροσωπεία στον Αχιλλέα προσφέροντάς του τη συγνώμη και τη μετάνοιά του συνοδευμένη με πλούσια δώρα, αρκεί εκείνος να δεχτεί να επιστρέψει στη μάχη.

Η υποδοχή της τριμελούς αντιπροσωπείας γίνεται αρχικά σε κλίμα τυπικά ευγενικό και φιλόξενο. Όταν όμως η πρεσβεία εκθέτει το σκοπό της επίσκεψής της, ο Αχιλλέας πικραμένος ακόμα αφήνει την πίκρα του να ξεσπάσει, πάντως η στάση του αν και αρνητική παρουσιάζει μια εξελικτική πορεία: στον Οδυσσέα λέει ότι θα φύγει το επόμενο κιόλας πρωί και θα πάει στη Φθία, στο Φοίνικα ότι το πρωί θα αποφασίσει τι θα κάνει και στον Αίαντα ότι θα μπει στη μάχη μόνο όταν ο Έκτορας φτάσει στις σκηνές και στα πλοία των Μυρμιδόνων. Η τελευταία αυτή απάντηση μάλλον αποκαρδιωτικά ακούγεται για τους Αχαιούς παρά αισιόδοξα· η επιστροφή του Αχιλλέα θα γίνει μόνο σε περίπτωση έσχατης ανάγκης και φυσικά κυρίως για να διασφαλίσει τα καράβια, τα μέσα επιστροφής του στην πατρίδα.

Τα επιχειρήματα των Αχαιών δεν έπιασαν τόπο· ούτε η λογική και ο ρεαλισμός ούτε και ο συναισθηματισμός που θέλησε να αγγίξει ο Φοίνικας δεν έφεραν το ποθητό αποτέλεσμα, πολύ λιγότερο τα αμέτρητα δώρα που έφεραν ή υποσχέθηκαν. Τι περιμένει λοιπόν ακόμα ο Αχιλλέας για να πειστεί ότι οι Αχαιοί έχουν μετανιώσει; Τι μένει ακόμα, για να θεωρήσει ο ποιητής κατάλληλη την περίσταση να λήξει μια δυσάρεστη και καταστρεπτική κατάσταση; Οπωσδήποτε η γνωριμία με τον ίδιο τον ήρωα, αλλά και η τιμωρία του. Στο πλαίσιο της αρχαίας ελληνικής ηθικής ο άνθρωπος που παραβαίνει τα ανθρώπινα μέτρα διαπράττει ύβρη και επισύρει την τιμωρία των θεών. Ποια είναι η υπέρβαση του Αχιλλέα; Η ύψωση του εγώ πάνω από το σύνολο, ακόμα κι αν έχει δίκιο. Εξάλλου ποιος έχει δίκιο, ο Αχιλλέας ή ο Αγαμέμνονας, δεν είναι εύκολο να το ξεκαθαρίσει κανείς: ο Αγαμέμνονας που απαιτεί να σεβαστούν την εξουσία του ή ο Αχιλλέας που αξιώνει να εκτιμήσουν τον ηρωισμό του; Ίσως και οι δύο, ίσως και κανείς. Ο Αγαμέμνονας βλέποντας το στρατό του να αποδεκατίζεται ταπεινώνεται και αναγνωρίζει το λάθος του. Ο Αχιλλέας πιο πεισματάρης περιμένει ένα πιο δυνατό χτύπημα της μοίρας να του τσακίσει τον εγωισμό και την περηφάνια. Έτσι η πρεσβεία δεν έχει λόγο να παραμένει στη σκηνή του Αχιλλέα· το μήνυμα ελήφθη: θα πρέπει να συνεχίσουν να πολεμούν μόνοι τους, χωρίς τον Αχιλλέα.

Ραψωδία Π
Παρά την αμετακίνητη στάση της προηγούμενης βραδιάς, στο Π ο Αχιλλέας συνεχίζει βέβαια να μένει έξω από τον πόλεμο, δεν αρνείται όμως στον Πάτροκλο να μπει στη μάχη και μάλιστα με τη δική του πανοπλία. Η δήλωσή του εξάλλου ότι δεν είναι δυνατόν να κρατήσει ο θυμός αιώνια, αν και συνεχίζει να παραμένει, όπως λέει, αδικαίωτος και η ευχή του να σκοτώνονταν όλοι οι Αχαιοί και μόνο αυτός με τον Πάτροκλο να κυριεύσουν την Τροία φανερώνει τη δίψα του πολεμιστή για μάχες και ηρωισμούς και προδηλώνει ότι δεν είναι μακριά η στιγμή που ο Αχιλλέας θα επιστρέψει στη μάχη.

Ραψωδία Σ
Το απόγευμα της ίδιας μέρας , λιγότερο από ένα εικοσιτετράωρο από την αποχώρηση της πρεσβείας από τη σκηνή του, ο Αχιλλέας μπροστά στα απροσδόκητα θλιβερά γεγονότα, το θάνατο του επιστήθιου φίλου του Πατρόκλου, απαρνείται το θυμό του και δηλώνει ότι θα μπει στη μάχη για να εκδικηθεί το θάνατο του Πατρόκλου, να σκοτώσει τον Έκτορα. Η προειδοποίηση της μητέρας του, ότι ο θάνατος του Έκτορα θα επισύρει και το δικό του θάνατο, δεν είναι ικανή να σταματήσει τον ήρωα. Την απόφαση την έχει πάρει αμετάκλητα, όπως και όλες τις άλλες, αδιαφορώντας για το τίμημα. Και το τίμημα είναι τώρα βαρύ, το βαρύτερο που θα μπορούσε να είναι: η ίδια του η ζωή. Ο θάνατος του Πατρόκλου είναι δική του ευθύνη και πρέπει να πληρώσει. Όχι όμως πριν κάνει αυτό που του ορίζει η ηθική της εποχής του: να εκδικηθεί.

Ραψωδία Τ
Η τυπική συμφιλίωση με τον Αγαμέμνονα το επόμενο πρωί παρουσία όλου του στρατού μένει ακόμα για να κλείσει ο κύκλος του θυμού. Στη συνέλευση παίρνουν μέρος ακόμα και εκείνοι που δεν πήγαιναν ποτέ, γεμάτοι περιέργεια για το τι θα ειπωθεί. Όμως ο Αχιλλέας είναι λακωνικός· τα λόγια δεν έχουν αξία. Εκείνο που τον ενδιαφέρει μόνο είναι να μπει στη μάχη για να πάρει την εκδίκησή του. Ούτε τα δώρα που του προσφέρει για μια ακόμη φορά ο Αγαμέμνονας έχουν σημασία, κι αν τα δέχεται είναι γιατί αυτό ορίζουν οι κανόνες της ομηρικής ηθικής.

Ραψωδία Ψ
Μετά το θάνατο του Έκτορα στους αγώνες που γίνονται προς τιμήν του Πατρόκλου ο Αχιλλέας παρουσιάζεται και ουσιαστικά συμφιλιωμένος με τον Αγαμέμνονα.

Ο θυμός του Αχιλλέα διήρκεσε από τη 10η ως την 27η μέρα (17 ημέρες) θα λέγαμε μόνο και όμως οι συνέπειές του ήταν καταστρεπτικές:

* για το στρατό (το σύνολο των Αχαιών), που αποδεκατίζεται κατά τη διάρκεια της απουσίας του Αχιλλέα από τη μάχη, ενώ επιφανείς ήρωες πληγώνονται και απέχουν από τις πολεμικές συγκρούσεις. Ο πόλεμος κινδυνεύει να τελειώσει με ήττα των Αχαιών και το χειρότερο απειλείται να καταστραφεί από φωτιά ο στόλος τους, δηλαδή η μοναδική ελπίδα διαφυγής στην πατρίδα.

* για τον Αγαμέμνονα, ο οποίος ταπεινώνεται και χάνει το κύρος και την αξιοπρέπειά του

* για τον ίδιο τον Αχιλλέα, που γίνεται αιτία να σκοτωθεί ο πιο στενός του φίλος, ο Πάτροκλος, και ανοίγει το δρόμο για το δικό του θάνατο.

Τετάρτη 7 Απριλίου 2010

Οδυσσέας και Ναυσικά


Οι τρεις γυναίκες- πειρασμοί κατά την επιστροφή του Οδυσσέα αντιστοιχούν στις ισάριθμες δοκιμασίες στις οποίες υπόκειται ένας δόκιμος προτού τις διεκπεραιώσει με επιτυχία για να πάρει το χρίσμα του ήρωα φθάνοντας στο σκοπό του. Τρεις γυναίκες που εκπροσωπούν διαφορετικά οφέλη και ιδανικά. Χρονικά ο Οδυσσέας συνάντησε πρώτη τη μάγισσα Κίρκη, στο παλάτι της οποίας έμεινε ένα χρόνο, έως ότου οι σύντροφοί του κουρασμένοι από την ανία της απραξίας τον παρακίνησαν να αποχωρήσουν, με αποτέλεσμα να κάνει το χρήσιμο, αλλά φρικιαστικό, ταξίδι στον Άδη.

Μένει μετέωρο το ερώτημα αν ο Οδυσσέας θα έμενε και πόσο κοντά στην Κίρκη χωρίς την υποκίνηση των συντρόφων. Η αναζήτηση της περιπέτειας που πολλές φορές τον έβαλε σε μπελάδες, όπως ο ίδιος ομολογεί αναφερόμενος στους Κύκλωπες, θα έφτανε άραγε στον κορεσμό, όπως συνέβη αργότερα με τη νύμφη Καλυψώ;

Εκεί τον οδήγησε η ανάγκη, όταν ο Ήλιος τον άφησε μόνο χωρίς συντρόφους συντρίβοντας τα πλοία του μετά από επίκληση στο Δία, τιμωρώντας τους για τα βόδια που του έφαγαν στη Θρινακία, παρά τις συστάσεις του Τειρεσία.

Μια θεά του προσέφερε την αθανασία ( τι περισσότερο να ζητήσει ένας άνθρωπος από τη ζωή του από το καθ΄ ομοίωσιν, έστω και προ Χριστού) εφόσον αρκετοί ήρωες είχαν αξιωθεί να κερδίσουν μια θέση στον Όλυμπο. Το μεγάλο στοίχημα του ανθρώπου είναι η υπέρβαση της μεγάλης αδυναμίας της θνητότητας και είναι χαρακτηριστική η διακριτική απ ό,τι στους θεούς αναφορά του ποιητή στους ανθρώπους με τα επίθετα θνητός και βροτός.

Τι περίμενε άραγε να βρει ο Οδυσσέας επιστρέφοντας στην Ιθάκη; Έχουν περάσει χρόνια πολλά, τουλάχιστον εφτά στο νησί της Καλυψώς, από τότε που ο κατεξοχήν ήρωας της Οδύσσειας πληροφορήθηκε για την κατάσταση που επικρατεί στην πατρίδα του από τον ψυχή του μάντη Τειρεσία. Η επιθυμία της επιστροφής αιτιολογείται ως ανία συμβίωσης πλέον με τη θεά και όχι ως βιασύνη και υπερβάλλων ζήλος επιστροφής. Στο πλαίσιο της Οδύσσειας, όπου η λέξη λειτουργεί με τη σημασία που της προσέδωσε ο ήρωας με τον περιπετειώδη τρόπο ζωής του, έχουμε μια πρόχειρη εξήγηση. Βέβαια το ποιητικό παιχνίδι της ύπνωσης και της εγρήγορσης, της απραξίας και της αφύπνισης, εξυπηρετούν τους μηχανισμούς της πλοκής του ποιητή. Αξίζει πάντως να ελέγξουμε πώς ο ήρωας, που έχει θέσει στην ανώτερη κλίμακα των αξιών του την πατρίδα με ό,τι αυτή περιλαμβάνει (οικογένεια, παλάτι-εξουσία, περιουσία, χωρίς βέβαια τίποτε απ’ αυτά να είναι διασφαλισμένο), στην ομιλητική του συνεύρεση με την Πηνελόπη δε διστάζει να αναφερθεί στην επτάχρονη διαμονή και παραμονή του στην Καλυψώ, ως κατάσταση παρά τη θέλησή του ή ως αναγκαιότητα που έπρεπε να αποδεχτεί προκειμένου να επιτύχει το σκοπό του. Ο ήρωας ενεργώντας καίρια και σκόπιμα με υποχωρήσεις και παραχωρήσεις, αλλά και καρπωνόμενος τα οφέλη, υλικά και πνευματικά, ενός ταξιδιού, κατόρθωσε τελικά, σε αντίθεση προς τους νήπιους συντρόφους του, να επιστρέψει στην Ιθάκη του.

Το μεγάλο ερώτημα προκύπτει από την τρίτη και δυσκολότερη, σύμφωνα με το νόμο των τριών, δοκιμασία που αναφέρεται σε εμπόδιο γένους θηλυκού και ακούσει στο όνομα Ναυσικά.

Έχοντας φτάσει στα όρια της σωματικής του αντοχής, εξαρτώντας κυριολεκτικά τη ζωή του από αυτήν, εκείνος ο μεγάλος σοφός, χάρη στην εξυπνάδα του οποίου μια απόρθητη για δέκα έτη πόλη υπέκυψε χάρη στην οξύνοιά του βρίσκεται τώρα τρωτός μπροστά σε μια θνητή γυναίκα, και μάλιστα παιδούλα. Είναι η ανάγκη που δίνει δύναμη στον άνθρωπο να κινητοποιήσει τις δυνάμεις του, πρέπει να το παραδεχτούμε, αλλά πέρα από την ανάγκη και την πονηριά ή έστω τη διπλωματικότητα που επιστρατεύει ο καταπτοημένος ήρωας που ποτέ δε χάνει τη νοητική και πνευματική του διαύγεια, μήπως ήρθε η ώρα να δοκιμάσει και ο ίδιος τα δικά του όρια αντοχής στο όνομα ενός πειρασμού που υπακούει στο όνομα έρωτας;

Τα λόγια
Ο Οδυσσέας
θάρρος της έβαλ’ η θεά, και πήρε της το φόβο.
Αγνάντια στάθη ασάλευτη· κι εκείνος διαλογιόταν,
ν’ αγγίξη της τα γόνατα της νέας και να προσπέση,
για από μακρόθε με γλυκά να τη ρωτήξη λόγια
που πέφτει η χώρα, και σκουτιά συνάμα να γυρέψη.

καλότυχα τ’ αδέρφια σου, που πάντα στην ψυχή τους
περίσσιας γίνεσαι αφορμή χαράς, και καμαρώνουν
τέτοιο βλαστάρι σα θωρούν μες στους χορούς να μπαίνη.
Μα ακόμα πιο καλότυχος απ’ όλους είν’ εκείνος,
που βγή στα δώρα νικητής, και ταίρι του σε πάρη.

Τί σαν κι εσένα άλλο θνητό τα μάτια μου δεν είδαν,
άντρα ή γυναίκα· θαμασμός με πιάνει σαν θωρώ σε.
Τέτοια στη Δήλο, στο βωμό του Απόλλωνα το πλάγι,
νιοβλάσταρη είδα φοινικιά κάποτε να φουντώνη·

Και καθώς τότες σάστισα τη φοινικιά σαν είδα,
τί τέτοιο από τη γής δεντρί ποτές δε βλάστησε άλλο,
τώρα μ’ εσένα, ώ κορασιά, θαμάζω και σαστίζω,
κι όσο άν πονώ, τα γόνατα φοβάμαι να σου αγγίξω.

Η Ναυσικά
Μακάρι τέτοιος να ‘βγαινε κι ο άντρας ο δικός μου
και να ‘στεργε στον τόπο αυτό μ’ εμάς να λημεριάζη

Ποιός είν’ αυτός που ακολουθάει τη Ναυσικά ο ξένος,
ο ώριος κι ο τρανός; και που τον βρήκε; δίχως άλλο
τον παίρνει· ή πρέπει να ‘πεσε με πλοίο, ή ξωμερίτης
και τόνε δέχτηκε, τί αυτός της γειτονιάς δεν είναι·

Ο ποιητής
Και ως έφτασε στα ξακουστά παλάτια του γονιού της,
στα ξώθυρα σταμάτησε, κι οι θεόμοιαστοι αδερφοί της,
5 ζυγώσανε και στάθηκαν και ξέζεψαν τα ζώα,
και τα καθάρια φέρανε φορέματα στον πύργο.
Πέρασε τότε η Ναυσικά στο θάλαμο της ίσια,
όπου η γριά Ευρυμέδουσα καλή φωτιά άναβέ της,

Ο Αλκίνοος
Μακάρι ο Δίας κι η Αθηνά κι ο Απόλλωνας να δώσουν
σαν τέτοιος που ‘σαι στη μορφή, κι ομόγνωμος μ’ εμένα,
να πάρής και την κόρη μου και να λεχτής γαμπρός μου
κι εδώ να ζής· θα σου ‘δινα και χρήματα και σπίτι,
315 άν έμνησκες αυτόθελα· μα άν όχι, δε σε βιάζει
κανένας απ’ τους Φαίακες· να μην το δώση ο Δίας.

Ναυσικά
Κι η Ναυσικά με κάλλη θεοσταλμένα,
κοντά στης καλοκάμωτης σκεπής το στύλο στάθη,
και θάμαζε κατάματα τον Οδυσσέα τηρώντας,
460 και με δυό λόγια φτερωτά του λάλησε και του είπε·
«Γειά σου, χαρά σου, ξένε μου, και σα βρεθής στη γής σου
να με θυμάσαι, που τη ζωή χρωστάς σ’ εμένα πρώτη.»

Ο Οδυσσέας
Και γύρισε ο τετράξυπνος Δυσσέας και της είπε·
«Ώ Ναυσικά, του αντρόψυχου του Αλκίνου θυγατέρα,

465 να δώση ο Δίας ο βροντηχτής, ο σύγκλινος της Ήρας,
στη γής μου νά ‘ρθω, να χαρώ του γυρισμού τη μέρα,
και τότε ολοχρονίς εγώ σα θεά θα σε δοξάζω,
που αλήθεια εσύ, παρθένα μου, τη ζωή μού ‘χεις σωσμένη.»

Έχει προηγηθεί το τραγούδι του Δημόδοκου για την απιστία της Αφροδίτης με τον Άρη, που τους συλλαμβάνει επ’ αυτοφώρω απατημένος σύζυγος Ήφαιστος. Ένας υπαινιγμός άραγε σε ένα αδίκημα που θα μπορούσε να κάνει ο Οδυσσέας;

και λέει του Ερμή ο Απόλλωνας, του Δία ο γιός, ο ρήγας.
335 «Ώ γιέ του Δία, μηνυτή και πλουτοδότη Ερμή μου,
σε τέτοια δίχτυα δυνατά δε θά ‘στεργες να πέσης,
αν είχες την ωριόχρυση Αφροδίτη στο πλευρό σου;»

Κι ο μηνυτής ο Αργοφονιάς, απολογήθη κι είπε·
«Δοξαριστή μου Απολλωνα, μακάρι να γινόταν.

340 Τρείς φορές τόσα ας μού ‘ριχταν δεσμά γύρω τριγύρω,
κι ας με κοιτάζατε οι θεοί κι οι θεές μαζί σας όλες,
σώνει με την πανώρια εγώ να πλάγιαζα Αφροδίτη.»

Είπε, κι οι αθάνατοι θεοί ξεσπάσανε στα γέλια.

Όσο κι αν ψάξει κανείς προσεκτικά τη διήγηση του Οδυσσέα στην Πηνελόπη, θα βρει αναφορές σε όλους τους σταθμούς και τους ανθρώπους που αποδείχτηκαν σημαντικοί για το νόστο του, το όνομα της Ναυσικάς όμως, παρά την υπόσχεσή του δεν αναφέρεται πουθενά. Τόσο γρήγορα ξεχάστηκε η βοήθεια που του προσέφερε από ένα ήρωα αγνώμονα, ή πρόκειται για μια εσκεμμένη απόκρυψη εκ μέρους του ήρωα που έχει αφήσει αδιευκρίνιστα τα συναισθήματά του ή τα αφήνει αιωρούμενα;

Σε ένα γραμματειακό είδος όπως το ηρωικό έπος ο στόχος επικεντρώνεται στο στόχο που επιτεύχθη. Θα ήταν πρόωρο ίσως να κάνουμε λόγο για συναισθηματική ανάλυση, όταν αυτή αποκαλύπτεται πρώτη φορά στη λυρική ποίηση, με την αφύπνιση της προσωπικότητας. Θα ήταν παρακινδυνευμένο άραγε να αναρωτιόμαστε αν στη «σχέση» Οδυσσέα -Ναυσικάς ο ποιητής έθεσε πρόδρομα τις βάσεις μιας λυρικής παρουσίασης, μέσω μιας συναισθηματικής ενδοσκόπησης που λειτουργεί ακόμα ως ύφαλος, δεν έχει ακόμα εκδηλωθεί, πάρει μορφή, οριστικοποιηθεί, εκφραστεί, μιας και αντίκειται στο λόγο. Όταν μάλιστα ο ίδιος ο λόγος ως λογική αρχίζει δειλά να ξεπροβάλλει μέσα από το μύθο, πως θα μπορούσε να μιλήσει για έρωτα, ο οποίος βρίσκεται σε μια περίεργη σχέση με το λόγο; Η αγάπη εκδηλώνεται χωρίς σωματικές διαχυτικότητες και στην περίπτωση της πλέον στέρεης συζυγίας, Έκτορα -Ανδρομάχης, αλλά και στο παιχνίδι που αναβιώνει ανάμεσα στην Πηνελόπη και τον Οδυσσέα με άξονα τη συζυγική κλίνη, που πρέπει ο ήρωας να αποδείξει ότι είναι γνώστης και επομένως δίκαιος κάτοχός της.

Η φιλία ανάμεσα σε αντίθετα φύλα είναι αγαπητική και σχεδόν ερωτική, αν δούμε τη σχέση Αθηνάς Οδυσσέα, τουλάχιστον στη συνάντησή τους, όταν ο ήρωας φτάνει επιτέλους στην πατρική του γη.

Η αγάπη όμως ως έρωτας και μάλιστα ανέκφραστος ή ανανταπόδοτος είναι η μοναδική φορά που παρουσιάζεται στον Όμηρο. Αυτή τη διάθεση διέκριναν ή φαντάστηκαν και ο Γ. Ρίτσος και ο Κ. Καρτελιάς στα ποιήματα που ακολουθούν.

Γ. Ρίτσου, Ναυσικά
Σβήσε το λύχνο, γριά Ευρυμέδουσα, τι κάνεις τόσην ώρα;
Μήτε πεινάω, σου λέω, μήτε νυστάζω. Το μόνο που θέλω
Είναι να κλείσω τα μάτια μου. Ρίξε μου μια κουβέρτα ακόμα.
Και τι που κάνει ζέστη; Εγώ κρυώνω. Ολόγυμνο τον είδα, νένα,
Δίπλα στα σκοίνα, κι είχε φύκια στα μαλλιά του. Άλλο δε θέλω
Μονάχα να του βγάλω ένα προς ένα τα μικρά χαλίκια
που ‘χαν κολλήσει στις γυμνές πατούσες του και να του βάλω
Ετούτο το λουλούδι, που κρατώ στον κόρφο μου, στα δυο του δάχτυλα
Κει που χωρίζουν από το λουρί του σάνταλου. Τώρα,
κοιμάται δίπλα, σκεπασμένος με τα κόκκινα σκουτιά μου.

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης,
Τραγούδι: Φαραντούρη,
Στίχοι: Κώστας Καρτελιάς
http://www.youtube.com/watch?v=Ba_v5Ixf1Tg

Για τη Ναυσικά
Αυτά που σου ‘κλεψα τα έκρυψα καλά
μες στου μυαλού μου τις σπηλιές
μες στην καρδιά μου
να χει η ψυχή μου ηδονικά μυρωδικά
και να μυρίζουν το όνομά σου τα όνειρα μου
Έχουν τα όνειρα αρώματα που λες
θα γίνω κλέφτης να τους κλέβω μυρωδιές
Έχουν τα όνειρα αρώματα που λες
θα γίνω κλέφτης να τους κλέβω μυρωδιές
Στον εραστή μην κλάψεις, μην ταπεινωθείς
από το ληστή δεν παίρνεις πίσω τα φιλιά σου
κράτα μονάχα να θυμάσαι τη στιγμή
που του χες πει «ό,τι κι αν έχω είναι δικά σου»
κράτα μονάχα να θυμάσαι τη στιγμή
που του χες πει «ό,τι κι αν έχω είναι δικά σου»

Αν από την πλευρά της Ναυσικάς μπορούμε να εντοπίσουμε αυτή την ερωτική ατμόσφαιρα στο Ομηρικό ποίημα, μπορούμε να πούμε το ίδιο για τον Οδυσσέα;

Τα μόνα στοιχεία που τον σχετίζουν με την κοπέλα και μπορούν να δώσουν απάντηση στις απορίες μας είναι ο ικετευτικός λόγος που της απευθύνει.

ΙΚΕΣΙΑ
Ορισμός: Είναι η επίκληση ανθρώπου προς άνθρωπο ή θεό να πραγματοποιήσει μια συγκεκριμένη επιθυμία. Ο ικέτης παρακαλεί άμεσα ή έμμεσα τον άνθρωπο από τον οποίο εξαρτάται η ζωή του να τον βοηθήσει να διατηρηθεί στη ζωή, να αποφύγει το θάνατο.

Τυπικό σχήμα τις ικεσίας :

α. σωματικές εκφράσεις
¨ γονάτισμα του ικέτη και άγγιγμα των γονάτων του ικετευόμενου και τις γενειάδας του, αν πρόκειται για άνδρα,
¨ προσφορά δώρων και υπόσχεση μελλοντικών.

Β. λεκτικό σχήμα
¨ επίκληση
¨ χαρακτηριστικά επίθετα – αρμοδιότητες του προσώπου
¨ υπενθύμιση παλαιότερων προσφορών του ικέτη
¨ αίτημα

Το τυπικό αυτό σχήμα δεν τηρείται πάντοτε και η παράβασή του εξυπηρετεί κάθε φορά το σκοπό του ποιητή που ξέρει να ποικίλει για να αποφεύγει τη μονοτονία τις επανάληψης.

· H ικεσία παρουσιάζεται θεοποιημένη στην Ιλιάδα: εκπροσωπείται από τις Παράκλησες(«Λιταί») και η προσβολή τις (= η άρνηση του ικέτη) επιφέρει τιμωρία στον άνθρωπο που δε σέβεται τη θεϊκή τις υπόσταση.

Την ιστορία τις τη μαθαίνουμε από το Φοίνικα στη Ραψ. Ι στ 502-512 :
« Γιατί ΄ναι κόρες κι οι Παράκλησες του Δία του τρισμεγάλου
κουτσές, με αλλήθωρα τα μάτια τις, με μούτρα ζαρωμένα,
και πολεμούν να φτάσουν τρέχοντας ξοπίσω από την Τύφλα.
Μα η Τύφλα, δυνατή, με ολόγερα ποδάρια, τρέχει απ’ τις
πολύ πιο μπρος στη γης αλάκερη, και τις θνητούς προφταίνει
κακό να κάνει, κι οι Παράκλησες ξοπίσω τις γιατρεύουν.
Κι όποιος του Δία τις κόρες σέβεται, μπροστά του ως καταφθάνουν,
έχει απ’ αυτές μεγάλο τις’ όφελος κι ακούνε τις ευχές του.
Μα ο που τις διώξει πεισματώνοντας και τις παραψηφήσει,
πάνε στο γιο του Κρόνου τρέχοντας στο Δία, παρακαλώντας
τη συφορά να στείλει πίσω του, να πάθει, να πλερώσει.»

Μετάφραση Ι.Θ. Κακριδή –Ν. Καζαντζάκη.

Θα πρέπει να υποθέσουμε ότι τα τόσο κολακευτικά λόγια που απευθύνει ο Οδυσσέας του οποίου η ζωή εξαρτάται από τη νεαρή κοπέλα εκφράζονται στο πλαίσιο της προσπάθειάς του να επιτύχει το σκοπό της ικεσίας και κρύβουν μεγάλο βαθμό υπερβολής αποσκοπώντας να τη συγκινήσει με μια ρητορική κίνηση captatio benevolentiae (σύλληψη της ευνοίας), δηλαδή για να τον πάρει από καλό μάτι η κοπέλα, να τη συγκινήσει και επομένως να προβεί στις ανάλογες ενέργειες για τη διάσωσή του: παροχή τροφής και ένδυσης αρχικά και στη συνέχεια γνωριμία με πρόσωπα που θα αναλάβουν τη μεταφορά του στην πατρίδα του.

Καταρχήν βέβαια επιχειρεί να προκαλέσει το ενδιαφέρον της, αν και η σκηνική του παρουσία είναι αρκετή, για τα σύγχρονα δεδομένα, όχι όμως της εποχής εκείνης, γι’ αυτό κρίθηκε απαραίτητη η μεσολάβηση τη Αθηνάς. Και πάλι όμως τα πρώτα λόγια που απευθύνει ο ταλαιπωρημένος ξένος στη βασιλοπούλα αγγίζουν τις ευαίσθητες χορδές της ανθρωπιάς και της καλής ανατροφής της, εφ’ όσον φαίνεται άνθρωπος που έχει και αναγνωρίζει έναν κώδικα ηθικής, στον οποίο η ίδια, αλλά και η κοινωνία της αποδίδει εξαιρετική σημασία.

«Προσπέφτω σου, ώ βασίλισσα, θνητή για αθάνατη είσαι·

άν είσαι απ’ τις αθάνατες που κατοικούν τα ουράνια,
παρόμοια με την Άρτεμη, του μέγα Δία την κόρη,
στην όψη και στ’ ανάστημα και στη μορφή σε κρίνω·
άν είσαι πάλε απλή θνητή, του κόσμου κατοικήτρα,
καλότυχοι, κι ο κύρης σου κι η βλογημένη η μάνα,

καλότυχα τ’ αδέρφια σου, που πάντα στην ψυχή τους
περίσσιας γίνεσαι αφορμή χαράς,και καμαρώνουν
τέτοιο βλαστάρι σα θωρούν μες στους χορούς να μπαίνη.
Μα ακόμα πιο καλότυχος απ’ όλους είν’ εκείνος,
που βγή στα δώρα νικητής, και ταίρι του σε πάρη.

Η επίκληση είναι εξαιρετικά μεγάλη σε έκταση, όπως και η συνολική έκταση της ικεσίας (36 στίχοι συνολικά), πράγμα ασυνήθιστο στις ικεσίες, με μια ολόκληρη σειρά κολακευτικών λόγων που λογικά δικαιολογούνται από την άγνοια της ταυτότητάς της και συμπληρώνονται από ευχές κατάλληλα προσαρμοσμένες στην περίσταση, στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται, στην ηλικία του, το φύλο και την κοινωνική θέση του τη συγκεκριμένη εποχή. Στη θέση των χαρακτηριστικών έχουμε μια σειρά κολακευτικών λόγων που εύστοχα λήγουν με την αναφορά στο ζητούμενο από την κοπέλα και που ανταποκρίνεται στο κλίμα και στη διάθεση από την αφύπνισή της μετά το όνειρο που της ενέπνευσε η θεά Αθηνά.

Ακολουθεί η παρομοίωση με το βλαστάρι της φοινικιάς που αποτελεί το αποκορύφωμα των επαίνων, και μέσω της οποίας ο πανέξυπνος βρίσκει την ευκαιρία να της υποβάλλει τη σκέψη ότι ο κυριολεκτικά ξεβράκωτος που βρίσκεται τώρα μπροστά της δεν είναι ένας τυχαίος ή παρακατιανός, αλλά ένας σπουδαίος άνθρωπος που η μοίρα, κοινή για όλους τους ανθρώπους, κάποια στιγμή τον έριξε στα πόδια της. Αυτό του δημιουργεί πρόσφορο έδαφος, αφού διεκτραγωδήσει τα βάσανα που πέρασε για να αφυπνίσει τη συμπόνια της και να διώξει μια πιθανή εντύπωση αλαζονείας, να προβάλλει πια το αίτημα το οποίο διατυπώνεται αναλυτικά και με σαφήνεια, δείχνει άνθρωπο που ξέρει τι θέλει που παρά τη γύμνια του σώματός του περιβάλλεται με πολλές ψυχικές, πνευματικές και ηθικές αρετές. Αυτός που δεν έχει ένα ρούχο να φορέσει και παρουσιάζεται ολόγυμνος μπροστά της χωρίς προσχήματα, εξιδανικεύσεις, προσποιήσεις και ωραιοποιήσεις που δεν έχει πού την κεφαλή κλίναι αυτή τη στιγμή που κρίνεται η ζωή του δεν ξεχνά ότι δεν υπάρχει μόνο αυτός: κρατά μια καλή κουβέντα, μια ευχή για την κοπέλα που βρίσκεται απέναντί του, μιας και δεν έχει ο ίδιος τίποτα να της ανταποδώσει τη χάρη που της ζητά, απευθύνεται στους θεούς να το κάνουν εκ μέρους του. Με αυτό είναι σα να τερματίζει ουσιαστικά και την υποχρέωση του ήρωα απέναντι στην κοπέλα, καθώς όποια ευεργεσία της αξίζει για την καλή της πράξη μπορεί να τη διεκδικήσει μόνο από τους θεούς. Η συγκεκριμένη ευχή μάλιστα ξεκαθαρίζει ότι ξεχωρίζει τη ζωή του από τη δική της, ιδιαίτερα με το στίχο άντρα και σπίτι και καλή καρδιά αναμεταξύ σας. Αυτό όμως ίσως τροφοδοτήσει ασύστατες προσδοκίες ή κοριτσίστικα όνειρα που αυτή τη μέρα οι θεοί παίζουν ένα άσχημο παιχνίδι εις βάρος της για να επιτύχουν τους σκοπούς τους, αφυπνίζοντας την ίδια ερωτικά. Το μόνο τελικά που θα διεκδικήσει η ίδια από τον ήρωα τη μία και μοναδική φορά που θα τον συναντήσει στο παλάτι είναι η υστεροφημία, που μπορεί να συνοδεύεται και από άλλες ανέκφραστες προσδοκίες.

«Γειά σου, χαρά σου, ξένε μου, και σα βρεθής στη γής σου
να με θυμάσαι, που τη ζωή χρωστάς σ’ εμένα πρώτη.»

Ο Οδυσσέας δεν της χάρισε την υστεροφημία, σίγουρα πάντως την κέρδισε από τον ποιητή, ενώ ο αναγνώστης την αναγνωρίζει ως μια από τις πιο συμπαθητικές και αγαπητές μορφές της Οδύσσειας και ολόκληρου το ομηρικού έργου. Αν κέρδισε κάτι από τις σιωπηλές διεκδικήσεις της από τον Οδυσσέα, μένει βέβαια ένα ερώτημα αναπάντητο, για το οποίο απάντηση μπορεί να δώσει μόνο η … σιωπή του ίδιου του Οδυσσέα, που αναφερόμενος στα πρόσωπα που καθόρισαν την επιστροφή του αποσιωπά σκόπιμα το όνομά της, και όχι φαντάζομαι ως ανάξιο να αναφερθεί.

Κι εσένα οι θεοί να δώσουνε ό,τι ζητάει η ψυχή σου,
άντρα και σπίτι και καλή καρδιά αναμεταξύ σας,
που άλλο στη γής καλύτερο και πιο λαμπρό δεν είναι,
παρά μιά γνώμη να ‘χουνε γυναίκα κι άντρας πάντα
στο σπίτι, να λυπούνται οχτροί, να καμαρώνουν φίλοι,

και το καλό τους τ’ όνομα να συχνακούνε εκείνοι.»

Γιατί η παρουσία της Ναυσικάς αποτελεί πειρασμό και μάλιστα το σημαντικότερο απ’ όσους έχει συναντήσει ο ήρωας; Πρώτα πρώτα γιατί δεν τον διεκδικεί ή δεν του επιβάλλει την παρουσία της δια της βίας ή δεν απαιτεί για τη βοήθειά της αντάλλαγμα κάποιες υπηρεσίες του. Είναι η γνήσια αγάπη ανάλογη προς την χριστιανική σε βάθος και ποιότητα που προσφέρεται χωρίς απαιτήσεις και ανταλλάγματα. Δεν κρύβει υστεροβουλία και συμφέρον και κατά αυτή την έννοια είναι η πλέον αγνή. Για την περίπτωση της Ναυσικάς πρόκειται για την πρώτη περίπτωση που αντίκρισε με διαφορετικά μάτια έναν εκπρόσωπο του άλλου φύλου προετοιμασμένη από το όνειρο της Αθηνάς που της έκανε λόγο για γάμο.

Η δροσιά της ηλικίας, η αγνότητα της παρθενίας, αν και ως όρος δε δηλώνεται στο ποίημα, εκτιμάται όμως από τον αναγνώστη μεταγενέστερων εποχών, η παιγνιώδης και χαρούμενη ατμόσφαιρα που έρχεται σε έντονη αντίθεση με την απεγνωσμένη κατάσταση του Οδυσσέα που επιζητά την επιβίωση μεγεθύνουν στα μάτια του την αξία και την ομορφιά που έχει απέναντί του.

Θα μπορούσε βέβαια να αντιτείνει κανείς ότι οι ήρωες δε διαθέτουν την ελευθερία της βούλησής τους, καθώς η Αθηνά έχει σκηνοθετήσει τη συνάντηση των προσώπων για να βοηθήσει τον προστατευόμενό της. Ως εδώ όμως. Η ελευθερία του ήρωα έγκειται στον τρόπο με τον οποίο αξιοποιεί ή όχι τις ευκαιρίες που φέρνει μπροστά του η θεά. Θα μπορούσε εκείνο το ίδιο βράδυ να δεχτεί την πρόταση γάμου που του απευθύνει γεμάτος εκτίμηση κιόλας από τη σύντομη γνωριμία του ο βασιλιάς Αλκίνοος, κερδίζοντας όχι μόνο μια δροσερή κοπέλα ως σύζυγο αντί μιας γερασμένης Πηνελόπης , αλλά και πολλά άλλα πλεονεκτήματα: ένα ακμάζον βασίλειο και οικονομικά με κοινωνική και πολιτική οργάνωση, όπου δε φαίνεται η εξουσία του Αλκίνοου να απειλείται από τους άρχοντες, αλλά βρίσκεται σε μια αγαστή συνεργασία μαζί τους, και μια κοινωνική ζωή στερεωμένη σε ηθικό δίκαιο. Η οργανωμένη κοινωνία προβάλλεται έντονα μέσα από την αντιπαραβολή της προς την κοινωνία των Κυκλώπων. Αυτό που έχει μπροστά του ο Οδυσσέας, το γνωστό, δεν παρουσιάζει κανένα πρόβλημα και κανένα κίνδυνο, γι’ αυτό το λόγο δεν έχει και κίνητρο να αγωνιστεί ένας άνθρωπος που έδωσε το όνομα του σε ένα κείμενο που έγινε πλέον συμβολικό: ο άνθρωπος των αγώνων, που υπερβαίνει τα εμπόδια, που τίποτα δεν του προσφέρεται, αλλά το κερδίζει με τις σωματικές ή νοητικές του δυνάμεις, θα έχανε την ταυτότητά του και την υπόστασή του, αν έμενε εκεί.

Αντίθετα επιλέγει να συνεχίσει το ταξίδι μέχρι τέλους, το ταξίδι στο άγνωστο, όπου έχει να δοκιμάσει τις δυνάμεις του για να κερδίσει τα πάντα, καθώς όλα είναι αμφισβητήσιμα και τίποτε δεδομένο, από την οικογένειά του, πρώτα πρώτα τη σύζυγο, μέχρι την περιουσία και το βασίλειο, από τα οποία μπορεί να κριθεί και η ίδια του η ζωή.

Αν αυτή την τελευταία στιγμή, στο παρά πέντε της επιστροφής του στην πατρίδα, εμφανίζεται ο πειρασμός, είναι για να επαναξιολογήσει την απόφαση που πήρε, την απόφαση του αγώνα, της εγρήγορσης και όχι της επανάπαυσης και του εφησυχασμού. Έτσι δικαιώνεται ο ρόλος του ανθρώπου, που απαντά πρόθυμα «παρών» στις δυσκολίες, που κλείνει την πόρτα στο εύκολο, στο γνωστό, στο δεδομένο, στη στασιμότητα. Κατ’ αυτή την έννοια ο Οδυσσέας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο πρώτος φιλόσοφος, που δέχεται να ξεκινήσει από το μηδέν και να αποκτήσει με τις όποιες ψυχοσωματικές δυνάμεις διαθέτει τα σκοπούμενα αγαθά. Διατηρεί την ελευθερία επιλογής του, λέγοντας «όχι» σ΄ αυτά που του επιβάλλονται, προσπερνώντας πολλά εμπόδια, αρνούμενος αγαθά για τα οποία άλλοι θα έτριβαν τα χέρια τους από ευχαρίστηση, και με καθυστέρηση δέκα ετών αποφασίζει να δοκιμάσει την τύχη του αποδεχόμενος το όποιο τίμημα. Η παρουσία της Αθηνάς δίπλα του και του Ποσειδώνα εναντίον του φανερώνουν την πίστη του ποιητή στον ανθρώπινο ήρωά του που μπορεί να υπερβαίνει δυνάμεις ανώτερες από εκείνον ή να συνεργάζεται με αυτές χωρίς να στερείται την ελευθερία του.

Το ομηρικό πρόβλημα ανακύπτει σε κάθε μας βήμα: αν πρόκειται για το πρώτο ελληνικό λογοτεχνικό κείμενο προϋποθέτει ένα πολύ υψηλό επίπεδο πνευματικής εξέλιξης σε όλους τους τομείς πέραν του καθαρά λογοτεχνικού: ανθρωπογνωσίας ψυχολογίας, κοινωνιολογίας, πολιτικής, φιλοσοφίας.

Και βέβαια πρέπει να σκεφτούμε ότι η επίτευξη ενός στόχου γίνεται πιο ενδιαφέρουσα και πιο γοητευτική όταν το τίμημα, η θυσία, το αντίτιμο έχει αξία. Ο Οδυσσέας προσπέρασε χωρίς δυσκολία την πρόταση της αθανασίας, που αποτελεί το σημαντικότερο αγαθό που απαρνήθηκε. Το επόμενο που θα μπορούσε να επιθυμήσει στα ανθρώπινα πια πλαίσια είναι μια ευνομούμενη κοινωνία. Αυτή του προσφέρθηκε και την αρνήθηκε. Έτσι ο σκοπός που προτίμησε αίρεται σε επίπεδο υψηλότερο απ’ αυτό, κι ας πρόκειται για ένα όχι ιδιαίτερα εύφορο νησί, αλλά κακοτράχαλο χωρίς αμαξιτούς δρόμους, έστω και αν πρόκειται να διακινδυνεύσει τη ζωή του για να διώξει τους μνηστήρες για να διεκδικήσει τη σύζυγό του , αν δεν είναι κιόλας πολύ αργά. Αρνείται τα πάντα για να αγωνιστεί για το τίποτα που για κείνον σημαίνει τα πάντα.

«Ο Οδυσσέας στο ποτάµι» του Τάκη Σινόπουλου

Ένα φεγγάρι ολονυχτίς ταξίδευε
πάνω στην ασηµένια σου χορδή
ποτάµι σιγανό
ποτάµι

Ήσυχος ήλιος τώρα απλώνεται στη γη
ζεσταίνει το αίµα σου µε φως.
Ύστερα θάρθει το κορίτσι το αλαφρό
θα κρούσει φωτεινές παλάµες
η πέτρα του ύπνου θα κυλήσει από τα µάτια σου
θα σηκωθείς µέσα στην πρασινόλευκη σιωπή
κι οι νύµφες θα τροµάξουνε
θα φύγουν στην κοιλάδα γοργοπόδαρες
και το κορίτσι τ’ άσπρο θάναι δροσερό
σα δέντρο κάτω από το φως
πιο πέρα τ’ άλλα δέντρα κι η σιωπή
θα στρίψουν θα κοιτάξουν
το δέντρο µε το φόρεµα της άνοιξης
να σκύβει ατάραχο ν’ αγγίζει το ποτάµι
την ασηµένια σου χορδή
ποτάµι σιγανό
ποτάµι

Μα εσύ µιλώντας τώρα εµπρός στο Βασιλιά
– και τ’ άσπρο δέντρο ακούγοντας στα δώµατα.
Μιλώντας µε τον τρόπο που µιλούν
οι ζωντανοί θυµήσου.
Στη θάλασσα οι πνιγµένοι ταξιδεύοντας
γυρεύουν την πατρίδα τους κι όλο κοιτάνε κάτω


ΑΛΚΗΣ ΑΛΚΑΙΟΣ
Απόψε μέτρησα για σένα χίλια μίλια
λευκό χαρτί μες στης αγάπης την μποτίλια,
το φως που ρίχνει η κάμαρά σου στην αυλή σου,
για μένα είναι σινεμά του παραδείσου.

Χίλια τα πλάνα σου, τα χρώματα κι οι τόποι,
Ελένη, Κίρκη, Ναυσικά και Πηνελόπη
μια χαραμάδα άνοιξέ μου να περάσω
μ’ένα σου τρικ να ψωνιστώ και να ξεχάσω

Είν’η καρδιά μου φτερωτή σε άδειο μύλο,
φύσα ουρανέ μου κι όταν σβήσει ο παλμός,
θα’ναι για σένα που θα ζω σε αιώνιο κύκλο
ατμός, βροχή, ποτάμι, θάλασσα κι ατμός.

Βάφει η σελήνη τα βουνά κι εσύ τα χείλη,
μ’άρωμα ψέμα μου ποτίζεις το μαντήλι,
κι ύστερα φεύγεις με αυτόματο πιλότο,
κάποιο κρυμένο θησαυρό να βρείς στο Νότο.

Τόσα ταξίδια σε κορμιά ψυχές και τρένα,
τόσα τραγούδια σε παράθυρα κλεισμένα,
σαν τους φαντάρους που ξεχνούν τη μοναξιά τους,
μ’ένα φτηνό τραντζιστοράκι στη σκοπιά τους.

Γιώργος Μανουσάκης, ΝΑΥΣΙΚΑ
Όταν τον είδα να προβαίνει απ’ τα χαμόκλαδα
γυμνός κι ηλιοκαμένος με την άρμη
πάνω στους ώμους ν’ ασπρίζει
με φύκια στα μαλλιά και μια μικρή
πεταλίδα μπλεγμένη στα γένια του
Είπα πως ίδιος  Θεός της θάλασσας
βγήκε σ’ εκείνο το απόμερο ακρογιάλι.
Αν και μιλούσε σιγανά, παρακαλώντας,
τα λόγια δε λιγόστευαν την αρχοντιά του.

Πώς σείστηκε έτσι ξαφνικά η καρδιά μου
κι όλα τα πρωτινά μας τα παιχνίδια
μου φάνηκαν καμώματα παιδιών ανέγνοιων.
Και σάστισα που από τη μια στιγμή στην άλλη
μεγάλωσα και σα γυναίκα πια έβλεπα
Κι όμοια σκεφτόμουν: «Αχ, νά ‘ταν ένα τέτοιον
άντρα να μου χαρίζαν οι θεοί!»

Κι όταν μεσ’ στο παλάτι νιόλουστος, ντυμένος
στο πλάι του πατέρα μου διηγούνταν
τα βάσανα και τα δεκάχρονα παθήματά του
μα και τις ηδονές που τον κεράσανε οι θεές
σε βαθιά σπήλαια και παλάτια καταστόλιστα
εγώ σαν πεταλούδα είχα καθίσει
στ’ αδρά του χείλια κι έπινα κάθε του λόγο
κι ένιωθα όλος ο κόσμος να σκαμπανεβάζει
σαν το καράβι του Οδυσσέα στη φουρτούνα.

Τη νύχτα ακροπατώντας με γυμνές πατούσες
πήγα στην κάμαρή του κα τον βρήκα.
«Μείνε», του είπα, «μαζί μας στη Σχερία
και κάμε με να νιώσω ό,τι ένιωσε μαζί σου
η Καλυψώ  που εφτά γεμάτα χρόνια
σε κρατούσε κοντά της. Άγγιξέ με
ετούτη τη στιγμή, καθώς που ξέρεις
αγαπημένε μου, πολύπειρε άντρα.»

Τον είδα που αχνογέλασε στο φως του λύχνου
(γλυκόπικρο ήταν το χαμόγελό του )
κι ακούμπησε το χέρι στα μαλλιά μου.
κάτι άρχισε να μου λέει, μα εγώ δεν άκουγα
παρά σα μέλισσας βουητό όπου χάνονται τα λόγια.
και θόλωσαν τα μάτια μου και βιαστικά
έτρεξα να κλειστώ στην κάμαρή μου.