Τετάρτη 21 Ιουλίου 2010

Θηραμένης 2, 2, 16-23

Ο Θηραμένης είναι μια σημαντική πολιτική μορφή της Αθήνας που πρωταγωνιστεί στην Αθήνα μετά την ήττα της στους Αιγός Ποταμούς, κατά τη διάρκεια του διαστήματος της διαμόρφωσης των όρων της ειρήνης.
Πετυχαίνει με τις ρητορικές του ικανότητες να πείσει τον αθηναϊκό λαό να τον στείλουν στο Λύσανδρο
για να ξεκαθαρίσει τις διαθέσεις των Σπαρτιατών στο θέμα των τειχών,

ένα θέμα που αφορούσε ιδιαίτερα τους Αθηναίους, αφού η διατήρησή τους εγγυόταν την πολιτική ύπαρξη της πόλης.
Οι Αθηναίοι μη έχοντας πολλές επιλογές και, καθώς έχουν επικρατήσει οι ολιγαρχικοί μετά την ήττα της δημοκρατικής παράταξης, τον εμπιστεύονται, αλλά αυτός προδίδει με τον πιο αναίσχυντο τρόπο την εμπιστοσύνη τους,  ροκανίζοντας σκόπιμα το χρόνο που οδηγεί μέρα με τη μέρα όλο και πιο κοντά τους συμπολίτες του στο θάνατο. Άπονος και αδιάφορος στην αγωνία ανθρώπων που αργοπεθαίνουν, άνθρωποι με τους οποίους γεννήθηκε και ανατράφηκε, τους οδηγεί σε ένα αργό και βασανιστικό θάνατο – το χειρότερο ίσως- από λιμοκτονία. Δείχνει ικανός με αυτή του την πράξη να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε μέσο προκειμένου να πετύχει το σκοπό του, που δεν είναι άλλος παρά μια θέση εξουσίας στην αναμενόμενη ολιγαρχική κυβερνώσα τάξη. Ένας στόχος ατομικός που έρχεται σε σύγκρουση με τα συμφέροντα της πόλης που δε διστάζει να προδώσει εκμεταλλευόμενος την αδυναμία της για να αναδειχτεί στον πολιτικό στίβο. Είναι λογικό ότι το ψέμα στην καθυστέρηση είναι μια αναμενόμενη δικαιολογία για να καλύψει την απάτη του, πετυχαίνοντας όχι βέβαια με τη δύναμη της ψυχής του, αλλά με τα ρητορικά του τεχνάσματα και να πείσει τους συμπατριώτες του να του αναθέσουν μια τιμητική θέση στην επίσημη αντιπροσωπεία στη Σπάρτη για τη διαμόρφωση των όρων της ειρήνης.
Εκεί δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να σιωπά, αφού δε θέλει οι απόψεις του να έρθουν σε σύγκρουση με την ολιγαρχική Σπάρτη, η οποία θα συμβάλλει στην πολιτική του ανάδειξη. Εξάλλου το κλίμα της συνέλευσης, ακόμα και να ήθελε, δε θα επέτρεπε οποιαδήποτε αντίδραση, αφού οι ισχυροί σύμμαχοι της Σπάρτης μελετούν την ολοκληρωτική καταστροφή της Αθήνας. Ενώ εκεί διατηρεί παθητική και άβουλη στάση, όταν επιστρέφει στην Αθήνα,
δραστηριοποιείται στην εκκλησία του δήμου προκειμένου να πείσει τους Αθηναίους να αποδεχτούν τους ταπεινωτικούς και εξευτελιστικούς όρους της ειρήνης, προϊόν της διπλωματικής του δράσης. Προτιμά να κυβερνά πάνω σε ένα πολιτικό ερείπιο, αυτό που αποτελεί πια η Αθήνα, αρκεί να είναι αρχηγός, αντί να αγωνιστεί να διασώσει την πολιτική της ύπαρξη.
Και, όπως φαίνεται, οι συνθήκες είναι κατάλληλες για να κερδίσει ο Θηραμένης, ένα άτομο χωρίς πολιτικές αξίες, την πολιτική θεσούλα, στην οποία επιθυμεί να ανεβεί, για να αναδείξει το χαμηλό πολιτικό του ανάστημα.


Μια επίσκεψη στο παρελθόν

Κάθε φορά που επιστρέφω στο χωριό μου συναντώ το παρελθόν. Κάθε επίσκεψη ένα βάπτισμα στη μνήμη, στο χρόνο, στις αναμνήσεις. Κι όταν φεύγω νιώθω πολύ πιο πλούσια και πολύ πιο φτωχή: πλούσια για το μυστήριο της αναβίωσης του χρόνου και των αναμνήσεων, φτωχή για αυτό που πέρασε και δεν πρόκειται ποτέ πια να επιστρέψει το ίδιο.

Εκεί μόνο μπορείς να αναδιπλώσεις τον εαυτό σου, να τον αφήσεις ελεύθερο να περπατήσει στις παλιές στράτες με βήματα δειλά σαν τον προδότη που γύρισε μετανιωμένος έτοιμος να απολογηθεί, να προσκυνήσει το λιγοστό χώμα

που το άγιασαν οι άνθρωποι με το μόχθο τους πάνω στις πέτρες, στους γκρεμνούς που δεν άφησαν ούτε σπιθαμή να μην αναγνωρίσουν την αξία τους, να μην αφήσουν πάνω τους τον ιδρώτα και την αγωνία τους, να μην ακουμπήσουν τα τραχιά γρατσουνισμένα χέρια τους που είχαν γίνει παχιά και σκληρά, ένα με το περιβάλλον με το οποίο είχαν εξομοιωθεί. Η μυρουδιά της σκόνης, της καλαμιάς, του σκίνου, της χαρουπιάς, του πεύκου, του αλωνισμένου άχυρου ποτισμένη με τον ιδρώτα των ζώων και το δικό του.

Εικόνες που εγκατέλειψα, γιατί δεν μπορούσα τότε να μετρήσω το βάρος τους, όταν οι σειρήνες του «πολιτισμού» με καλούσαν κοντά τους και ο τόπος με στένευε ασφυκτικά μέσα στον ορίζοντα των βουνών του, στη φτώχεια της γης του, στην απομάκρυνσή του από τον «πολιτισμένο» κόσμο… Νεαρή με αίσθημα μειονεκτικότητας διψούσα να διώξω από πάνω μου το στίγμα της ταπεινής καταγωγής του άσημου τόπου που μόνο οι χάρτες με υψηλή κλίμακα είχαν καταχωρίσει, για να πάρω αξία, αγνοώντας τις δικές μου υποχρεώσεις .

Τώρα θέλω να περάσω απ’ όλους τους τόπους, να ξαναδώ τη μορφή εκείνων που διαμόρφωσαν τη ζωή και τη σκέψη μου. Θέλω να περάσω από κάθε τόπο να δω τις αιωνόβιες ελιές με τις πληγές τους από το χρόνο, από τις θύελλες, τις χιονιές και από το ίδιο τους το βάρος να στέκουν εκεί και να περιμένουν, να συνεχίζουν την πορεία τους στο χρόνο χωρίς να απορούν, χωρίς να ρωτούν, αλλά να συνεχίζουν αδιαμαρτύρητα να μιλούν και να διδάσκουν μόνο με την παρουσία τους. Χωρίς θόρυβο, μόνο με το θόρυβο που κάνει ο αέρας περνώντας μέσα από τα κλαδιά τους, με το χάδι του ή την ορμή του, υπομένοντας, αποδεικνύοντας τη νίκη τους με την επιβίωσή τους ή την ήττα τους, για την οποία κανείς δε θα κλάψει παρά μόνο ο άνθρωπος που έχασε μια πηγή οικονομικής απολαβής …

Εδώ και ο χιονιάς έρχεται αγκαλιά με το χαμόγελο του ήλιου. Δύσκολο να το συναντήσεις αλλού∙ μόνο στο νότο η μεγαλύτερη μπόρα όσο μακριά κι αν είναι σε παρηγορεί αμέσως μετά το πέρασμά της με το αισιόδοξο φως του ήλιου. Μόλις ανοίξεις την πόρτα, ο ήλιος σου χαμογελά εγκάρδια πάνω από τα Λευκά Όρη ή σου κλείνει πονηρά το μάτι ξεφεύγοντας μέσα από τα σύννεφα, για να σου πει ότι είναι πάντα εκεί και θα είναι αυτός που θα νικήσει τελικά, απλώς αφήνει στους άλλους την ψευδαίσθηση ότι είναι οι προσωρινοί νικητές κι ότι εσύ απλά πρέπει να του έχεις εμπιστοσύνη και να τον περιμένεις υπομονετικά.

Οι άνθρωποι συνήθως μένουν στην υλική αξία των πραγμάτων αγνοώντας την άλλη, την πραγματική, η γνώση της οποίας συνιστά τη γνώση της ίδιας τους της ζωής. Η απομάκρυνση και η φυγή μας από τη φύση μάς στερεί, εκτός από την ομορφιά της, την εσωτερική μας ανάταση, τη μέθεξη στο μυστήριο της ζωής, τη μοναξιά του αποδιωγμένου, όπου ο διωγμένος είναι ο ίδιος διώκτης του εαυτού του.

Αυτή τη δύναμη πήραν τόσες γενιές ανθρώπων χωρίς πληρωμένες σπουδές σε ονομαστά πανεπιστήμια του εσωτερικού ή του εξωτερικού, χωρίς παπύρους και περγαμηνές, με τη δωρεά της φύσης και της ίδιας της ζωής που προσφέρει χωρίς να απαιτεί, που τιμωρεί σιωπηλά, αν δε μάθεις το μάθημά της.

Είναι σαν ένα γλυκό και μακρινό παραμύθι που ακούσαμε στα παιδικά μας χρόνια, ένα ζωντανό παραμύθι όμως, γιατί όταν ανοίγεις τα μάτια ο τόπος δεν έχει μεταμορφωθεί: παραμένει εκεί με μικρές ή μεγάλες αλλαγές από τον καιρό και τον άνθρωπο. Του λείπουν όμως οι άνθρωποι που μπορείς να πας και να τους συναντήσεις στο νέο τους χωριό, στις νέες αιώνιες πολυτελείς κατοικίες τους κι ας έζησαν τη ζωή τους μέσα στη φτώχεια χωρίς να τη βλέπουν και να τη συνειδητοποιούν, γιατί δεν είχαν γνωρίσει κάτι άλλο, αλλά και γιατί ο πλούτος της καρδιάς τους που άγγιζε τις άλλες καρδιές δεν άφηνε τόπο κενό και άδειο.

H εξομολόγηση μιας τελείας

«Την «εξομολόγηση μιας τελείας» ευτύχησα να την ακούσω φέτος το χειμώνα στο Ηράκλειο από τον ίδιο το Λουδοβίκο μ’ εκείνη τη λεπτή αίσθηση αντίληψης των πραγμάτων που διαθέτει.

Η εξομολόγηση μιας τελείας.
Ήθελα να έχω πιο πολύ μπόι
μ ‘ενοχλεί που πάντα μπροστά μου
υψώνεται ένα κεφαλαίο γράμμα.
Είμαι χαρούμενη που οι ερωτευμένοι
δεν με ξέρουν και περήφανη
που με επιλέγει η σιωπή.

Στα νιάτα μου έκανα και εγώ
την επανάστασή μου
και το μόνο που κατάφερα
ήταν να γίνω μια άνω τελεία.
Όσο για το όνομα μου..
ήθελα ο τόνος να είναι στο έψιλον.

Το ερωτηματικό γυρνάει και της λέει:
κρυφάκουσα την εξομολόγησή σου
και θέλω να σου πω πως
εγώ στο σπίτι μου σε έχω κορώνα.
Ψηλά, ψηλά στον τοίχο ένα καρφάκι
και από κάτω ένα γαντζάκι
να κρεμούν οι άνθρωποι τις απορίες τους.
Λουδοβίκος των Ανωγείων

Για τα σημεία στίξης, από πού να αρχίσει κανείς και πού να τελειώσει…

Μιλούν με τη σιωπή, με την παρουσία και την απουσία σους με τη μηδαμινή έκτασή τους με την παραίτησή τους σ’ εμάς που αποφασίζουμε αν , πότε και πώς θα τα χρησιμοποιήσουμε. Είναι εκεί και περιμένουν. Εμάς. Υπομονετικά. Παθητικά ίσως. Με φόβο και ανησυχία. Ίσως και με ελπίδα να τους δώσουμε φωνή. Να δικαιώσουν την ύπαρξή τους. Να βγουν από την αφάνεια. Υπάρχουν όσο υπάρχουμε, όσο τα γνωρίζουμε κι όσο τα χρησιμοποιούμε.

Υπάρχουν κι εδώ ισχυροί και αδύναμοι. Αυτοί που έχουν το απόλυτο δικαίωμα να κλείσουν την πόρτα σ’ ένα δωμάτιο της σκέψης και ν’ ανοίξουν ένα άλλο. Άλλα αποτελούν απλώς υπηρετικό, βοηθητικό προσωπικό που εξυπηρετούν τους ανώτερους. Σύντομος ή μακρύς (μακροπερίοδος) ο λόγος που εμπεριέχεται ανάμεσα σε δυο ισχυρά σημεία στίξης (τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό). Ας ξεκινήσουμε με τους ισχυρούς λοιπόν. Ούτως ή άλλως πάντα έτσι δε συμβαίνει στη ζωή μας;

Τελεία… Ποιος θα το’ λεγε ότι αυτή, η τόσο ασήμαντη, η τόσο μικρή, που τοποθετείται τόσο χαμηλά, που θα μπορούσε κανείς να την προσπεράσει χωρίς να τη δει, είναι η βασίλισσα όλων. Σίγουρα η τελεία είναι το σημείο που ξέρουν οι περισσότεροι να χρησιμοποιούν. Και το χρησιμοποιούν παντού σα να μπορεί, και μπορεί, να κάνει τα πάντα, να πάρει τη θέση όλων των άλλων, εκτός ενός: του ερωτηματικού.

H συχνή χρήση του μετά από λίγες λέξεις κάθε φορά, σου επιτρέπει να αντιληφθείς την έμφαση που αποκτούν πρόσωπα και πράγματα, το ταραγμένο και έντονα συναισθηματικό φορτίο, να ακούσεις το λαχάνιασμα των συναισθημάτων, την αγωνία, το φόβο. Εκεί η τελεία, ως μοναδικός πρωταγωνιστής, έχοντας διώξει κάθε άλλον, επιτελεί το έργο μόνη της, αφεντικό υψηλού επιπέδου, η βασίλισσα που διατάζει τις λέξεις να πάρουν το νόημα που εκείνη τους δίνει χωρίζοντάς τις, απομονώνοντάς τις, τέμνοντας το λόγο σε μικρές μερίδες για να είναι εύπεπτος από τους πολλούς ή να παρέχεται σε μερίδες ικανές να χορτάσουν παρέχοντας όλα τα θρεπτικά στοιχεία της σκέψης και του συναισθήματος. Η θέση του από την άλλη στο τέλος ενός μεγάλου χωρίου, που επιτρέπει στις παραδουλεύτρες να κάνουν την πολλή δουλειά, κάνει το λόγο να μοιάζει με δέντρο που οι κλώνοι του μπλέκονται , συνδέονται, συναρτώνται, όπου κάθε τμήμα έχει το δικό του ρόλο, αλλά όλα αποτελούν ένα ενιαίο αδιάσπαστο σύνολο.

Πολλοί βέβαια προσθέτουν αμέσως μετά και μια παύλα, κόβοντας δρόμους και επαφές. Το ερώτημα είναι αν ο λόγος συνεχίζεται μετά απ’ αυτήν ή το τέλος είναι οριστικό.

Το θαυμαστικό δε μου φαίνεται τόσο χαρούμενο, αφού η γραμμή πάνω από την τελεία μού θυμίζει ρόπαλο που κατεβαίνει. Κι όταν το γράφουμε, δεν ξεκινάμε από κάτω προς τα πάνω, σα μια κίνηση να πετάξουμε στον ουρανό απ’ τη χαρά μας , αλλά από πάνω προς τα κάτω, σα να βαράμε με ένα σφυρί. Ίσως γι αυτό η χαρά δε μας φαίνεται τόσο γνήσια, ίσως γι’ αυτό δεν κρατά πολύ. Είναι σα μικρές σφυριές που αφήνουν πίσω τους μια πίκρα. Μόνο μπόι έχει και δημιουργεί εντυπώσεις και μεγάλες προσδοκίες. Σαν τη χαρά που πάντα είναι μικρότερη απ’ αυτή που περιμένουμε. Εν τούτοις επιμένουμε σ΄ αυτό το σημαδάκι ν΄ αναθέτουμε την ευθύνη να δηλώσει τη χαρά, την έκπληξη, αλλά και την απορία, το θαυμασμό, το φόβο, πάντα κάτι που προκαλεί μια ζωηρή κίνηση μέσα μας είτε θετική είτε όχι.

Ερωτηματικό: το μεγάλο βάσανο της ζωής μας. Πού να ήξερε, όταν μπαίνει μπροστά μας, σε πόσες φουρτούνες μάς ρίχνει. Αδιάφορο το ίδιο, δε νοιάζεται αν η ζωή μας μπαίνει σ’ ένα αδιάκοπο τρεχαλητό που διαρκεί όσο και ζωή μας, για να δώσουμε απαντήσεις για τις οποίες δεν υπάρχει καμιά σιγουριά ικανή να μας κάνει να επαναπαυτούμε. Ρωτά εκείνο και αδιαφορεί πώς θα χειριστούμε την παρουσία του. Αν θα δώσουμε μια βιαστική και πρόχειρη απάντηση ή αν θα αναλώσουμε τη ζωή μας, δίνοντάς της όμως ταυτόχρονα νόημα και σκοπό, για να βρούμε μια ή πολλές απαντήσεις. Αυτή η υπόγεια παρουσία του δεύτερου τμήματός του κάτω από τη γραμμή, η ύπουλη ίσως και σκοτεινή, είναι μαζί με το βασανιστικό μαρτύριο όμως και μια πρόκληση και μια κινητοποίηση να ξεφύγουμε από τον εφησυχασμό της τελείας. Απλά μας σπρώχνει στο δρόμο. Δεν ξέρουμε πού θα μας βγάλει. Πάντως μας σηκώνει από την καρέκλα ή τον αναπαυτικό καναπέ ή και το κρεβάτι της επανάπαυσης. Και τρέχουμε, τρέχουμε κι όπου μας βγάλει…

Η άνω τελεία, άγνωστη στους περισσότερους, σου λέει «περίμενε» και τρέμεις στα ελάχιστα δευτερόλεπτα της αναμονής για τη συμπλήρωση του νοήματος που μπορεί να είναι κι ο αντίλογος σ΄ όσα ελέχθησαν. Πάντως έχει τη δύναμη και τη δυναμική της. Ικανή να χωρίσει το λόγο στα δυο, σε «ημίκωλα», εκεί ψηλά, περήφανη και μόνη, γεμάτη σιγουριά αιωρείται στο κενό που δημιουργεί, αφού ξέρει ότι στέκεται στο ψηλότερο σημείο. Μετά από αυτήν θα αρχίσει πάλι η κάθοδος, το χαμήλωμα, η ολοκλήρωση που θα καταλήξει στην τελεία. Όσο όμως στέκεται στην κορυφή της, στην κορυφή της ημισέληνου, είναι η βασίλισσα της νύχτας των βασανιστικών μας σκέψεων.

Πιο αθώα η άνω και κάτω τελεία σε βάζει να σταθείς προσοχή για ν’ ακούσεις τον κατάλογο που θ’ απαριθμήσει. Ξέρεις πάντα ότι θα περιμένεις, δεν ξέρεις όμως τι να περιμένεις. Σίγουρα πάντως έχει εντιμότητα και ευθύτητα.
Κόμμα. Ο εφιάλτης εκείνων που πρέπει να μάθουν να το χρησιμοποιούν σωστά. Οι κανόνες ορίζουν τη ζωή του, αν και υπάρχει και κάποια ελαστικότητα στη χρήση του, την οποία δημιουργούν οι ισχυροί του λόγου, οι λογοτέχνες. Στο όνομα της «αδείας» τους, ανάμεσα στ’ άλλα, μπορούν να βάζουν κόμμα κι εκεί που δε χρειάζεται, μόνο και μόνο για να δώσουν έμφαση ξεχωρίζοντας νοήματα, χωρίς κανείς να μπορεί να τους κατηγορήσει, αλλά αντίθετα μάλιστα διατείνονται ότι πρόκειται για τους ειδικούς όρους της τεχνικής τους.

Είναι αυτό που μπαίνει παντού. Μπορεί να χωρίσει προτάσεις ή και όρους μιας πρότασης. Χωρίζει ισοδύναμες ή μη προτάσεις, κύριες με κύριες ή κύριες με δευτερεύουσες. Η ιεραρχία υπάρχει παντού. Η παρουσία του ή όχι κρίνει το ποιητικό δυναμικό της πρότασης που έπεται.

(συνεχίζεται)

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ, ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ

Αθήνα - Περικλής - Θουκυδίδης: τρεις λέξεις ερέθισμα - πρόκληση για τη σκέψη μας.

Αρχίζω να νιώθω κιόλας πολύ μικρή και ασήμαντη απέναντι σε αυτά τα γιγαντιαία ονόματα- θρύλους της παγκόσμιας ιστορίας. Κι από την άλλη πολύ τυχερή που θα μπορέσω να σταθώ για λίγο κοντά τους, να πάρω μια μυρουδιά από το άρωμα τους, που ξεπέρασε το φράγμα του χρόνου και έφτασε ως τις μέρες μας.

Αθήνα: Το τέλειο, το ιδανικό, η ομορφιά με όλα τα γράμματα κεφαλαία η αρμονία και η ισορροπία που εκφράζουν έναν αιώνα, ό,τι καλύτερο έχει να δείξει η ελληνική αρχαιότητα, η προσωποποίηση του κλασικού στην κορωνίδα της, το ζενίθ της, μια αναπνοή πριν αρχίσει η πτώση, εφόσον δεν υπάρχει πορεία πιο πάνω από το ψηλότερο σημείο.

Αυτό το θαύμα μάς κάνει να αναρωτηθούμε πώς δημιουργήθηκε, από ποια πρόσωπα και συνθήκες, αν ήταν τυχαίο ή το προκάλεσε μια δύναμη εξωτερική ή οι συγκυρίες. Με αυτή την έννοια, αν είναι μέσα στο περατό, στις ανθρώπινες δυνατότητες, το θαύμα μπορεί να επαναληφθεί; Τότε γιατί δεν επαναλήφθηκε, αλλά εμείς ως απόγονοι έχουμε κολλήσει και μηρυκάζουμε τη δόξα και τα κατορθώματα των προγόνων μας χωρίς να μπορούμε να τα πλησιάσουμε;

Γιατί, για να μην πάω παραπέρα, η Ευρώπη σκύβει με ευλαβική προσήλωση να μελετήσει τα κείμενα αυτά και τα έργα τέχνης γενικότερα με μια διάθεση Θείας Κοινωνίας, λες και είναι το αντίδωρο της προσπάθειας που καταβάλλει;

Κι εμείς κάνουμε τα πάντα για να απομακρυνθούμε, να μην πλησιάσουμε, να κλείσουμε τα μάτια να μη μας θαμπώσει η λάμψη τους, γιατί τόσο δυνατή λάμψη δεν την αντέχουμε…

Η δυσκολία του κειμένου είναι ένα πολύ καλό άλλοθι…

Είναι το τραγούδι άλλων σειρήνων θα μου πείτε…

Είμαστε εμείς που φεύγουμε χωρίς μια ματιά πίσω μας …

Μα δεν πρέπει να μας υποψιάσει καθόλου η στάση των άλλων απέναντι σ’ αυτά που εμείς περιφρονούμε; Το λιγότερο θα ήταν να μιλήσουμε για τα χρήματα από τον τουρισμό (γιατί αυτή είναι η μόνη αξία φαίνεται που αναγνωρίζουμε σήμερα) από τους επισκέπτες των μουσείων που φιλοξενούν δικά μας έργα που ομολογουμένως έχουν αγκαλιάσει με στοργή και φροντίδα. Η άρνησή τους να μας τα επιστρέψουν δεν μας υποψιάζει καθόλου; Δίνεις αυτό που η έλλειψή του δε σου στοιχίζει, ενώ κρατάς απεγνωσμένα εκείνο που δεν μπορείς να αποχωριστείς. 19 αίθουσες στο Λούβρο με ελληνικά εκθέματα. Το μουσείο περιλαμβάνει εκθέματα από πολλούς πολιτισμούς. Δύο τουλάχιστον δικά μας κλέβουν την παράσταση και τις καρδιές περισσότερο κι από τη Τζοκόντα του Λεονάρντο ντα Βίντσι: Η Αφροδίτη της Μήλου, που στο κάτω κάτω δεν είναι και το καλύτερο ελληνικό έργο τέχνης ούτε ανήκει στο χρυσό αιώνα, αλλά είναι μεταγενέστερο της κλασικής εποχής, και η Νίκη της Σαμοθράκης.

Ομολογουμένως οι ξένοι ξέρουν να εκτιμούν την ομορφιά. Οι περισσότερες μελέτες είναι από ξένους σε ξένη γλώσσα. Χιλιετίες τώρα υπάρχουμε στις σελίδες της Ιστορίας, γιατί κάποιοι άλλοι ασχολούνται μαζί μας. Σίγουρα δεν μπορούμε να επαναπαυτούμε ότι θα συνεχίσουμε να υπάρχουμε περιμένοντας οι άλλοι να συνεχίσουν να ασχολούνται μαζί μας.

Ας γυρίσουμε όμως πίσω. Η μηχανή του χρόνου μας μεταφέρει στο 431 π.χ. 2437 χρόνια ταξίδι σε λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου με τη μαγική δύναμη της ανθρώπινης σκέψης και μνήμης.

Η Αθήνα στην καλύτερη στιγμή της…

Ο Περικλής στην καλύτερη στιγμή του…

Ο Θουκυδίδης στην καλύτερη στιγμή του…

Ένα θαύμα που δεν έχεις την ευκαιρία να το παρακολουθήσεις συχνά. Ας προσπαθήσουμε να το ζήσουμε, να το αναβιώσουμε. Πρόκληση το ερώτημα αν μπορούμε να το επαναλάβουμε…

Πριν φτάσουμε τόσο μακριά, ίσως είναι στα όρια των δυνατοτήτων μας να το κατανοήσουμε, να το γνωρίσουμε.

Αλλά αμέσως αρχίζει ο δαίμονας του Ντεκάρτ να μας κεντρίζει ζητώντας μέσα από την αμφιβολία να επιβεβαιώσει τη στέρεη γνώση.

Όντως ήταν τόσο σπουδαία όλα αυτά;

· Όντως η δημοκρατική Αθήνα ήταν τόσο τέλεια;

· Όντως ο Περικλής λέει αλήθεια ή «τα φουσκώνει» λιγάκι για να κάνει τους εχθρούς του, τους Σπαρτιάτες, μιας και μόλις έχει αρχίσει ο πόλεμος, να χάσουν το ηθικό τους, και τους πολιτικούς του αντιπάλους να σκάσουν από το κακό τους και να εξασθενίσει την πολιτική αντιπαράθεση;

· Μήπως «τα φούσκωσε» κι ο Θουκυδίδης, γιατί στον επιτάφιο αυτό λόγο αυτό βρήκε την ευκαιρία της ζωής του να γράψει ένα έργο με το οποίο που θα περνούσε τις πύλες της αιωνιότητας;

Η αλήθεια είναι απόδειξη post quem ότι και τα 3 αυτά ονόματα (Αθήνα, Περικλής, Θουκυδίδης) γράφηκαν στην ιστορία με χρυσά γράμματα. Τι μας μένει να κάνουμε εμείς. Τι περισσότερο έχουμε να πούμε; Να κλείσουμε λοιπόν το στόμα και να το δεχτούμε όταν τόσοι αιώνες μελέτης επιβεβαιώνουν το θαύμα; Όχι! έχουμε και εμείς το δικαίωμα να σκεφτούμε, να κρίνουμε και να αμφισβητήσουμε. Αυτό δεν μπορεί να μας το αφαιρέσει κανείς. Ακόμα και αν μπορεί κάποιος να μας στερήσει το δικαίωμα της έκφρασης, δεν μπορεί να μας στερήσει το δικαίωμα της σκέψης. Κι επειδή αυτό που ζητά επιβεβαίωση ή δικαίωση είναι πολύ σπουδαίο, θα πρέπει η κριτική μας να είναι αμείλικτη. Το οφείλουμε στην ιστορία, στον εαυτό μας, στην αλήθεια στις επόμενες γενιές, γιατί αποτελούμε το συνδετήρα του παρελθόντος με το μέλλον. Αν θέλουμε να φτιάξουμε ένα παρανοϊκό σενάριο σύμφωνα με τα οποίο κάποιος αποφασίζει να καταστρέψει τον κόσμο και η άποψη που θα σχημάτιζε το μέλλον για το παρελθόν εξαρτιόνταν από αυτόν και μόνο, τι άποψη θα θέλαμε να αφήσουμε πίσω μας;

Το χρωστάμε στην ΑΛΗΘΕΙΑ, μια λέξη ιερή που σα χέλι ξεγλιστρά πολλές φορές από τα χέρια μας

Ας κάνουμε λοιπόν τη σύνθεσή μας, ας βγάλουμε την ετυμηγορία μας σ’ αυτή τη δίκη, πριν φύγουμε από το χώρο του σχολείου, όπου λειτουργήσαμε ως δικαστές – κριτές των ανθρώπινων έργων και λόγων. Κι αν βέβαια τώρα κάνουμε λάθος, καθένας δικαιούται να ασκήσει αργότερα έφεση. Χωρίς φόβο και πάθος, με συναίσθηση ευθύνης, ας αναλάβουμε το ενδιαφέρον μεν, αλλά δύσκολο καθήκον να κρίνουμε την ομορφότερη στιγμή, όπως μας λένε, του αρχαίου ελληνικού κόσμου, και ή να την απομυθοποιήσουμε, λέγοντας «α! τελικά δεν ήταν και τόσο σπουδαίο» ή να μείνουμε έκθαμβοι και να δούμε πώς θα κυλήσει η ζωή μας από δω και πέρα έχοντας δει τόση ομορφιά.

Πιστεύω σε σας: δεν έχετε ακόμα κανένα λόγο να φορέσετε χρωματιστά γυαλιά για να δείτε τα πράγματα. Με την καθαρότητα λοιπόν του βλέμματός σας, καθώς εγώ θα κρύψω τα δικά μου γυαλιά, για να μη σας επηρεάσω, λειτουργώντας με τις ερωτήσεις μου κάπως σαν την αλογόμυγα/ οίστρο του Σωκράτη, καλείστε να δείτε και να εξωτερικεύσετε την αλήθεια που έχετε μέσα σας, αν και το αγνοείτε. Γιατί δε θα κάνουμε τίποτε άλλο παρά να κωδικοποιήσουμε αυτά που μάθαμε τόσα χρόνια στα σχολείο και να γράψουμε τον επίλογο.

Επιτάφιος Περικλέους: η θεώρηση του κόσμου τότε και τώρα

Στον Κεραμικό, λοιπόν, 
την ώρα που αποχαιρετάς τους αγαπημένους σου ανθρώπους, αυτούς που δικαίωσαν τις αρχές και τις αξίες που επιτρέπουν στην πόλη να επιβιώσει, καλείται ο Αθηναίος πολίτης να δει τη ζωή του μέσα από το πρίσμα του θανάτου, να τη θαυμάσει, να δει το μεγαλείο της, τη λάμψη της, να διαβάσει τη δικαίωση στα μάτια αυτών που έρχονται για εμπορικούς ή άλλους λόγους χωρίς να μπορούν να κρύψουν πάντοτε τη ζήλια τους, να την κρίνει και να τη συγκρίνει, για να μπορέσει να συνεχίσει τη ζωή του.

Από τη μια το ανεξερεύνητο κενό του θανάτου που χάσκει κάτω σου, που οι Έλληνες δεν κατάφεραν να το δουν ποτέ χωρίς αποστροφή, και από την άλλη η λάμψη της ζωής που υψώνεται πάνω σου προσωποποιημένη στα λαμπρά ανθρώπινα έργα αφιερωμένα στους θεούς με την ψευδαίσθηση ότι έχεις εξασφαλίσει τη βοήθεια και τη συμπαράστασή τους κλείνει προκλητικά και δελεαστικά το μάτι.

Bιώνοντας το αίσθημα της απώλειας των αγαπημένων του προσώπων πρέπει να βρει δύναμη να συνεχίσει τη ζωή του και τον πόλεμο που μόλις άρχισε και, που όπως φαίνεται θα είναι μακρύς και σκληρός, καθώς μεταφράζεται ως αντιπαράθεση των δυο διαφορετικών μορφών του αρχαίου κόσμου, των δυο διαφορετικών τρόπων σκέψης της , όπως εντοπίζονται στη διαφορά των πολιτευμάτων: της ολιγαρχίας και της δημοκρατίας.

Ήταν οι πολίτες του κόσμου μέσα από τα χρώματα και τους στραφταλισμούς των μαρμάρων που υψώνονται στο πιο ψηλό σημείο της πόλης τους, εκεί που οι θεοί τους προστατεύουν, όταν το λιμάνι, οι δρόμοι και η αγορά γεμίζουν από ξένους που φέρνουν τα χρήματά τους, όταν στα διαλείμματα της άθλησης, στα νυχτερινά συμπόσια, όπου το νερωμένο κρασί μπόρεσε να απελευθερώσει τη σκέψη και να αποκρύψει τις πιο μύχιες ελπίδες, φόβους και ανησυχίες…

Εκεί που διασταυρώνονται οι απόψεις που συγκρούονται όχι πάντα με ηρεμία και ανεκτικότητα, όταν οι δίκες γραφής δημιουργούν μια υψηλή στοίβα φακέλων, όταν η άλλη άποψη εκδιώκεται (Αναξαγόρας) …

Όταν η σφαιρική γνώση μέσα από την αντιπαράθεση των δυο πλευρών ερμηνεύεται ως προσπάθεια χρηματισμού σε μια Αθήνα που έχει αφαιρέσει και το δέρμα των συμμάχων της και όχι μόνο τα πορτοφόλια τους…

Όταν δε θα αργήσει να έρθει η μέρα που ο άνθρωπος σύμβολο της ελεύθερης σκέψης έκφρασης και αναζήτησης θα φορτωθεί ως εξιλαστήριο θύμα τα λάθη όλων ως άλλος Χριστός, χωρίς να φέρει όμως την ανάσταση, όταν οι πολιτικές δολοπλοκίες ερμηνεύονται εύκολα μέσω του DNA που φτάνει ως τις μέρες μας, αφήνοντας τις πόλεις άδειες και στέλνοντάς τους στα πέρατα του κόσμου να επιβιώσουν…

Όταν οι δυνατοί ιμπεριαλιστές σφάζουν, πουλούν, κλέβουν πώς ακούγεται στα αυτιά του αθηναίου πολίτη ο λόγος του Περικλή; Η λάμψη του μεγαλείου έχει καθησυχάσει τις ένοχες φωνές της συνείδησής τους, έχει κρύψει τα σκοτάδια της βαρβαρότητας;

Η εκμετάλλευση των δούλων επιτρέπει να πατήσουν το πόδι τους περήφανα πάνω στο πτώμα που δημιούργησαν για να μπορέσουν να επιβιώσουν όταν μόνο αδύναμες φωνές έχουν μιλήσει γι αυτούς που back stage έχουν θέσει τις βάσεις αυτού του μεγαλείου, χωρίς τους οποίους οι Αθηναίοι θα ήταν υποχρεωμένοι να αναλώνονται στις βιοτικές μέριμνες που δε θα τους άφηναν χρόνο και ψυχική δύναμη να πετάξουν τόσο ψηλά , αλλά θα τους είχαν προσδεμένους στα γρανάζια της πεζής επιβίωσης .

Όταν το άτομο δεν έχει συνειδητοποιήσει τους όρους και τα όρια της ζωής του, αλλά αγωνίζεται σε ένα μοναχικό δρόμο που στοχεύει στην προσωπική του ανάδειξη χωρίς να καταφέρνει να ισορροπεί παρά μόνο με το σθεναρό διπλωματικό χειρισμό ενός φωτισμένου ανθρώπου, που μόλις έλλειψε φάνηκαν αμέσως τα σημάδια της απουσίας του…

Η ελευθερία που θα επιτρέψει στο άτομο να φτάσει ψηλά προϋποθέτει μια ώριμη προσέγγιση της ζωής με αποδοχή των ορίων της ευθύνης, σεβασμό των άλλων, συνεργασία και συμπόρευση.

Όταν το εγώ κινημένο από το θράσος της προσωπικής ανύψωσης και όχι ανάτασης έφτασε πολύ ψηλά χάνοντας την επαφή του με τη βάση, αναγκαστικά βρέθηκε μετέωρο σε άγνωστους ουρανούς, χωρίς το σκοινί που θα το κρατούσε στέρεα προσδεμένο στο έδαφος.

Στους αντίποδες η Σπάρτη, όπου το άτομο έχει εξαφανιστεί μέσα στο σύνολο, αλλά το σύνολο αυτό μπορεί να προχωρεί ενωμένο, καθώς έχει διαμορφώσει και αναπτύξει τους συνεκτικούς αρμούς ανάμεσα στα μέλη της που μπορούν να τους επιτρέπουν να κινούνται κρύβοντας και ελέγχοντας το φόβο του θανάτου, πράγμα που τους επιτρέπει στη συνέχεια να βλέπουν και να ρυθμίζουν τα της ζωής ισορροπώντας ανάμεσά τους.

Τελικά καλείσαι να επιλέξεις ανάμεσα στη στέρηση της προσωπικής ελευθερίας προς χάριν του συνόλου που θα σου επιτρέψει να ζήσεις ισορροπημένα εντός αυτού ή ελευθερία χωρίς όρια που εξαρθρώνει τη σχέση σου με τους άλλους αφήνοντας το άτομο έκθετο και απροστάτευτο, ώστε σε λίγο η κατάρρευση της πόλης θα το παρασύρει στη ροή της. 
   Πού βρίσκεται η χρυσή τομή ανάμεσα στους δυο αυτούς διαφορετικούς τρόπους ζωής, από την ακραία στέρηση της ελευθερία ως την ακραία χωρίς φραγμούς ελευθερία; Και βέβαια χρυσή τομή δε σημαίνει ακριβώς το κέντρο , ίσο μοίρασμα, σημαίνει ότι το ένα από τα δυο τμήματα πλεονεκτεί και υπερτερεί ελάχιστα μεν, ώστε να μη γίνεται έντονα αντιληπτή η διαφορά. Αν είναι έτσι, το προβάδισμα, την ισορροπία και την αρμονία θα πρέπει να το δώσουμε στο εγώ ή στο εμείς, στο άτομο ή στο σύνολο; Φαντάζομαι ότι κρίνοντας και μόνο εκ του αποτελέσματος η απάντηση έχει δοθεί, διαβάζοντας τα λάθη της δημαγωγίας και των πολιτικών φιλοδοξιών

Αλλά αυτό λέει η θεωρία… Στην πράξη, όμως, πόσο διατεθειμένος είναι κανείς να εφαρμόσει αυτή τη χρυσή τομή στη ζωή του, όταν ζει στην 3η χιλιετία μ.Χ. , όταν το ενδιαφέρον μας για τη δημοκρατία αναλώνεται στους τύπους και όχι στην ουσία της, όταν τη θυμόμαστε μόνο όταν πρόκειται με την παραβίαση των αρχών της να τονίσουμε το δικό μας ρόλο;

Σίγουρα θα πρέπει να ένιωθε πάρα πολύ περήφανος ο Αθηναίος πολίτης που άκουγε αυτό το εγκώμιο της πόλης του και που πιθανόν στα αυτιά του μεταφραζόταν ως εγκώμιο του εαυτού του με την προσωπική συμμετοχή που ενέχει η δημοκρατία. Έτσι ο λόγος από επιτάφιος ουσιαστικά μετατρέπεται σε προσωπικό εγκώμιο του Αθηναίου πολίτη. Τι ώθησε άραγε τον Περικλή και μάλιστα αυτή τη δεδομένη στιγμή να πλάσει το εγκώμιο μιας πόλης που στο μεγαλύτερο μέρος είναι δημιούργημα δικό του; Με την οξύνοια και τη διορατικότητα που τον διακατείχε είχε διαβλέψει ότι αυτή η λάμψη δε θα διαρκούσε πολύ και ήθελε ως κύκνειο άσμα στον εαυτό του και στην πολιτεία να το αφήσει πίσω του.

Ένας Περικλής, όμως, που «άστραφτε και βροντούσε» και δε δίσταζε να πει τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη, πώς αναλώνεται σε μια άνευ όρων κολακεία της πόλης και των πολιτών; Θα πρέπει βέβαια να ανιχνεύσουμε πίσω από την κολακεία την αίσθηση αδυναμίας ως κίνητρο και να υποθέσουμε ότι ο Περικλής είχε οσμιστεί το τέλος που δε θέλησε να πει με ωμά λόγια, γατί ήξερε ότι οι συμπολίτες του δεν ήταν ακόμα προετοιμασμένοι ν’ ακούσουν και ν’ αντέξουν ή που έλπιζε ότι δε θα έφτανε τόσο γρήγορα και που είχε την ευτυχία να μην προλάβει, καθώς το δικό του τέλος προηγήθηκε της πόλης του.

Όταν πολύ λίγα χρόνια αργότερα και μετά το θάνατο του Περικλή, ο Αριστοφάνης, εκφραστής του μέσου Αθηναίου πολίτη, αηδιασμένος από την αποφορά της δημαγωγίας και του ατομικισμού, θέλησε να πάρει όχι απλώς τα βουνά, αλλά να αφήσει κάθε στέρεη βάση πίσω του που δε θα του θύμιζε τίποτα πια από αυτό το μεγαλείο διεκδικώντας μια θέση κι αυτός στην πολιτεία των πουλιών με τους Όρνιθες 414 π.Χ., καθώς φαίνεται, η σήψη είχε ήδη προχωρήσει, η μυρουδιά είχε αρχίσει να εξαπλώνεται και τα λόγια του Περικλή για τον υποψιασμένο Αθηναίο πολίτη ακούγονται ως όχι «κοιτάξτε τι έχετε» , αλλά «κοιτάξτε τι θα χάσετε».

Δεν πέρασαν πολλές δεκαετίες και η καλλιτεχνική φυγή του Αριστοφάνη επαναλήφθηκε σε μια νέα μορφή της με σοβαρότερο ένδυμα που ταυτίζεται με το πολιτικό: η πολιτική φιλοσοφία του Πλάτωνα δεν είναι παρά η επίσημη φυγή από την πολιτική πραγματικότητα της Αθήνας που διαπιστώνοντας τα λάθη της δεν την κρίνει βιώσιμη πια, χωρίς βέβαια να καταφέρνει στα ερείπια της γκρεμισμένης δημοκρατίας να οικοδομήσει μια υλοποιήσιμη νέα πολιτική τάξη, έστω κι αν με τη λάμψη της σκέψης του κατάφερε στο πέρασμα πολλών αιώνων ομολογουμένως ο Πλάτωνας να πείσει πολλούς, ίσως ακόμα και σήμερα, ότι μια τέτοια πολιτεία θα ήταν βιώσιμη.

Μα το θέμα δεν είναι η απογείωση του Αριστοφάνη και η φυγή του Πλάτωνα στους αρκετά εύθραυστους ουρανούς της φαντασίας. Το ερώτημα είναι πώς παραμένεις στη γη καταφέρνοντας να ζεις μέσα στα πράγματα, να τα βλέπεις, να μην τα αποδέχεσαι και να τα αλλάζεις, πώς είναι άραγε υλοποιήσιμη η σύζευξη του ρεαλισμού με τον ιδεαλισμό. Όσο κι αν ο Πλάτωνας επεδίωξε την πιο αντικειμενική εκδοχή του ιδεαλισμού, οι σκέψεις του δεν είναι τίποτε άλλο παρά λόγια του αέρα, και αν έχουν κάποια αξία, είναι στο ότι μας επιτρέπουν να προβληματιζόμαστε όχι πώς θα φύγουμε μακριά πηγαίνοντας σε ένα ανύπαρκτο ιδανικό τόπο όπου όλα είναι τέλεια , αλλά πώς θα μπορέσουμε να εφαρμόσουμε τις εξιδανικευμένες λύσεις της εδώ και τώρα.

Φαίνεται, αν κρίνουμε από τους κυματισμούς που άφησε πίσω του η σκέψη του Πλάτωνα, ότι η ανάγκη της φυγής του ανθρώπου από την ασφυκτική του πραγματικότητα, δυνάμωνε στο πέρασμα των αιώνων παρά τη φιλότιμη συνδρομή της επιστήμης. Όμως η επιστροφή σ’ αυτόν δεν ήταν παρά μια παιδική παρόρμηση να ακούσουμε ένα ωραίο παραμύθι πριν μας πάρει λυτρωτικά ο ύπνος απομακρύνοντάς μας από αυτά που μας πονούν και μας βασανίζουν, αντί να ανοίξουμε διάπλατα τα μάτια μας, όσο κι αν μας τσούζει το δυνατό φως, όσο κι αν αυτά που βλέπουμε μας γεμίζουν φρίκη.

Πριν κυριαρχήσει το αίσθημα του πανικού και αν καταφέρουμε να το αποφύγουμε, αν βρούμε τη δύναμη να αντέξουμε, πριν νιώσουμε ότι η αναπνοή μας τελειώνει και οι δυνάμεις λιγοστεύουν το ζητούμενο είναι να μπορέσουμε με δυνατές ανάσες οξυγόνου που θα ζωογονήσουν το σώμα και το μυαλό μας να προλάβουμε να αρπάξουμε το χέρι του διπλανού μας, να αντλήσουμε και να δώσουμε, να ανταλλάξουμε τις λιγοστές μας δυνάμεις, που με την πρόσθεση θα πολλαπλασιαστούν, και να μείνουμε εδώ κοιτώντας κατάματα την πραγματικότητα, έτσι όπως τη φτιάξαμε ή όπως την έφτιαξαν άλλοι για μας, αγωνιζόμενοι μέχρι τέλους, μη έχοντας εξάλλου άλλη επιλογή απ’ αυτή.

μινωικά νεώρια - έπαυλη Νίρου

Ο ήλιος στέλνει τις τελευταίες πύρινες αχτίνες του. Τώρα που βράδιασε ο μέγας αρχιερέας της έπαυλης περνά το πολύθυρο που βγάζει στη δυτική πύλη , η οποία έχει πρόσοψη προς το βορρά. Καθισμένος εκεί απολαμβάνει με ηρεμία το τέλος μιας ακόμα όμορφης μέρας. Οι ήχοι των νεωρίων τέτοια ώρα λιγοστεύουν, καθώς οι εργάτες, μετρώντας την ώρα με το μπόι του ήλιου, είχαν σχολάσει.

Σε απόσταση 50 μέτρων από το βόρειο τοίχο της έπαυλης το κύμα στέλνει πρόθυμα τα πορφυρά φιλιά του στην ακτή. Αφροί που πλάθουν χιλιάδες σχήματα που κανένα δεν είναι όμοιο με άλλο. Μια χιλιοειδωμένη εικόνα που καθηλώνει το μάτι, που κανείς δε βαρέθηκε, που κανένας δε χόρτασε, φαινομενικά ίδια, πάντα διαφορετική. Καθώς όμως η μέρα μεταμορφώνεται σε τόνους του γκρίζου, ο ήχος δυναμώνει σκιάζοντας την όραση. Είναι η ώρα των τυφλών να εξομοιωθούν με τους υπόλοιπους προνομιούχους του γήινου κόσμου. Είναι η ώρα να ανοίξουν τις πύλες τους οι αισθήσεις που μένουν αδικημένες από το δυναμισμό της. Ήχος σιγανός σαν ερωτικός ψίθυρος, άλλοτε ήρεμος σα φιλική κουβεντούλα και άλλες φορές εκκωφαντικό μούγκρισμα των κυμάτων με τα βράχια σαν πάλη προαιώνιων εχθρών. Μια μουσική που δε χορταίνει καμιά ακοή, που δεν κουράζει κανένα αυτί. Το κύμα αιωρούμενο σε ιπτάμενες στάλες έρχεται να ποτίσει το δέρμα σου και η αρμύρα του να εισχωρήσει στην πιο κρυφή καμπύλη του κορμιού. Ξέπνοος από τη σφοδρότητα της επίθεσης με τις αισθήσεις σε εγρήγορση, σε μια ερωτική σχεδόν συνεύρεση, σε θέση λαβειν απολαμβάνεις τη δωρεά της φύσης, που κανένα δώρο δεν μπορεί να συναγωνιστεί την αξία του.

Καινούρια καράβια είχαν ριχτεί εκείνη τη μέρα στη θάλασσα. Ο μέγας αρχιερέας με ευχές και προσευχές τα είχε ευλογήσει βυθίζοντας τους ιερούς πελέκεις στα κύματα για να κόψουν με τη δίκοπη επιφάνειά τους την ορμή τους και να προοιωνίσουν εύπλοια. Το παρθενικό βάπτισμα συνοδεύτηκε από ενθουσιασμό και πολλές ελπίδες.

Ο παφλασμός του κύματος στην επαφή του με τα νέα σκαριά σκέπασε τους φόβους του ταξιδιού και μαζί με τους γλάρους συνόδευσε τη φαντασία στους δρόμους της άγνοιας που επιδιώκει να γίνουν βατοί και με το σώμα, αφού πρώτα η σκέψη τριγύρισε πάνω τους, εισχώρησε μέσα τους, περπάτησε γύρω τους: η τόλμη της αναμέτρησης με το κύμα, με τον καιρό και το άγνωστο. Η αίσθηση της ελευθερίας, της απώθησης του δεδομένου και του τετριμμένου, του εφησυχασμού και της επανάπαυσης, της στέρησης των οριζόντων, της καθήλωσης του νου, που αναζητεί τους γλάρους του στους ουρανούς της διαφυγής από τα όρια της συνήθειας. Η ομιλία του νερού με τα στοιχεία της φύσης: Ο έρωτας μεταξύ τους όλο παιχνίδι και πάθος που κυμαίνεται από την τρυφερότητα ως την αγριάδα.
Μια επιλογή γεμάτη εναλλαγές, αντιθέσεις και μεταμορφώσεις:
Η ηρεμία με η φουρτούνα: Η ένταση και η ηρεμία
Το ρηχό και το βαθύ: Το επίπεδο και το ανισόπεδο
Το μπλε και το γαλάζιο: Το νερό και ο αέρας

Ναι, είναι αλήθεια, ένα μεγάλο μέρος των εσόδων από το ναυτικό εμπόριο θα σωριαζόταν στις αποθήκες του βασιλιά, ενώ οι ίδιοι θα καρπώνονταν την εμπειρία του ταξιδιού, την ένταση και την αγωνία, την τόλμη και την αποφασιστικότητα που σκίαζε το φόβο και την αρμύρα και αντάμειβε με εικόνες άγνωστης ομορφιάς, γιατί όσες φορές κι αν πήγαινες, πάντα θα έβρισκες κάτι καινούριο σ΄ αυτό τον απέραντο κόσμο, του οποίου η άκρη δε φαινόταν πουθενά. Ταξιδεύοντας προς τις χώρες που ανατέλλει ο ήλιος είχαν την ελπίδα να τον πλησιάσουν, να βρουν την πηγή του, να συναντήσουν την αρχή του κόσμου, απ’ όπου προέρχονταν τόσα αγαθά.

Ένας κόσμος τόσο διαφορετικός από το δικό τους. Άνθρωποι μαυρισμένοι από τις κατακόρυφες αχτίνες του ήλιου, που δεν τολμούσαν να κοιτάξουν στα μάτια το βασιλιά τους, γιατί τον θεωρούσαν θεό και του έχτιζαν τεράστιους ναούς που προκαλούσαν δέος με τη μεγαλοπρέπεια και το μέγεθός τους. Όχι ότι τα δικά τους υστερούσαν σ’ αυτό, αλλά μπορούσαν να το πετύχουν με λιγότερο κόπο και χρήματα και χωρίς να χρειάζονται να δουλέψουν τόσοι άνθρωποι. Τεράστια κτίρια που έκρυβαν τον ουρανό για να θάψουν έναν άνθρωπο. Γυρίζοντας πίσω θα είχαν να λένε, να κρίνουν και να συγκρίνουν κι οι άλλοι θα κρέμονταν από τα χείλη τους . Όχι ότι είχαν να ζηλέψουν τίποτα από την ομορφιά της ανατολής, παρά μόνο τη γνώση του άγνωστου και του διαφορετικού.

Ένας μικρόκοσμος κλεισμένος σε λίγα τετραγωνικά, ενώ εκείνοι χρειάζονταν τεράστιες εκτάσεις, που βέβαια διέθεταν. Η απλότητα που συνυπήρχε αρμονικά με τον πλούτο, η κομψότητα που αναδείκνυε το εκλεπτυσμένο γούστο, η παιγνιώδης και φιλική διάθεση, η ομορφιά της φύσης ήταν στοιχεία της ιδιοσυγκρασίας τους. Οι θεοί τους δεν προκαλούσαν φόβο με τον όγκο τους. Προσιτοί, εφόσον μπορούσαν να χωρέσουν στη χούφτα τους, να κινηθούν και να μετακινηθούν. Μπορούσαν να αγγίξουν τα ομοιώματά τους, να τα κουβαλήσουν, και κατά τη σωματική επαφή να αντλήσουν δύναμη από ύπαρξή τους, να μειώσουν τη μοναξιά και την αίσθηση της ανημπόριας τους

Φαιστός: εργαστήριο



Ο ήχος των μαστόρων που εργάζονται εντατικά φτιάχνοντας εργαλεία αντηχεί στην περιοχή. Μάτια προσηλωμένα στην εργασία. Μύες τεντωμένοι από την προσπάθεια. Ιδρώτας που κυλάει από τη ζέστη και από την κούραση. Προσήλωση σώματος και σκέψης στο έργο που σχεδιάζεται, σ’ αυτό που θα αποτελέσει εργαλείο στα χέρια ενός άλλου για να πραγματοποιήσει τη δική του εργασία: το σκάψιμο, το θέρισμα, το αλώνισμα το λίχνισμα, το άλεσμα, εργαλεία για τις δουλειές της κουζίνας, εργαλεία για άλλους τεχνίτες. Σκληρά υλικά υποχωρώντας στη υψηλή θερμοκρασία γίνονται εύπλαστα για να πάρουν άλλο σχήμα και μέγεθος. Χάλκινα εργαλεία με το χαρακτηριστικό κοκκινωπό χρώμα που αστράφτει στον ήλιο, γυαλισμένα και αστραφτερά. Σκληρή δουλειά, σκληρά τα χέρια, γυμνασμένα τα μπράτσα σ’ ένα περιβάλλον που δε διακρίνεται για την τάξη και την ομορφιά του, αλλά σκοπεύει με το αποτέλεσμά του να βάλει τάξη και να ομορφύνει τη ζωή. Κόσμος πάει κι έρχεται για να παραγγείλει να επισκευάσει, να πάρει την παραγγελιά του.